Το δωμάτιο φωτιζόταν μόνο από ένα κερί που έλιωνε αργά στο περβάζι. Η πόρτα της σάλας ήταν κλειστή, αλλά η Σάρα μπορούσε να διακρίνει τη θυμωμένη φωνή της Νατάλια που εξαπέλυε βρισιές και κατάρες σε τέσσερις γλώσσες. Λυπήθηκε όποιον βρισκόταν στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Μετά από λίγο, η διαφωνία κόπασε. Η Νατάλια μετακινήθηκε στο διάδρομο και άρχισε να ψιθυρίζει. Η Σάρα προσπάθησε να συγκρατήσει την περιέργειά της, αλλά το αίμα ήταν πάντα δυνατότερο απ’ τη λογική. Σε κλάσματα δευτερολέπτου είχε βρεθεί κολλημένη στον τοίχο, με όλες τις αισθήσεις της οξυμένες. Ανατρίχιασε. Είχε χρόνια ν’ ακούσει τη φωνή Της έτσι τσακισμένη.
“Μην υποτιμάς τη νοημοσύνη μου. Μην το παρουσιάζεις σαν να έχω επιλογή“
…
“Πρόσεξε τι εύχεσαι, Τζόνι μπόι. Τέτοιες ευχές τείνουν να πραγματοποιούνται“
…
“Πολύ καλά λοιπόν. Αν είσαι σίγουρος οτι αυτό μονάχα θα σε ικανοποιήσει, γεννηθήτω το θέλημά σου“
Η Νατάλια επέστρεψε στο δωμάτιο και η Σάρα κατάλαβε πως κάτι είχε συμβεί. Δε χρειάστηκε να δει το βλέμμα Της, που έμοιαζε να συγκεντρώνεται σε οτιδήποτε υπήρχε στο χώρο εκτός από εκείνη, για να το καταλάβει. Αρκούσε η φωνή Της.
“Μάζεψε τα πράγματά σου. Σε μια ώρα πετάς για Ελλάδα”
Και τότε ο κόσμος της γκρεμίστηκε σε χίλια κομμάτια.
Η Σάρα προσπαθούσε να πνίξει τα δάκρυά της ενώ έριχνε μέσα σε μια ανοιχτή βαλίτσα κυριολεκτικά ο,τι έβρισκε μπροστά της, γιατί έμαθε ποιος ήταν τελικά στην άλλη άκρη της γραμμής. Τζόναθαν Ρομέρο. A Toreador, a budding businessman and a bastard extraordinaire. Η Νατάλια τον είχε συναντήσει μόνο δυο φορές, αλλά ήταν υπεραρκετές για να σφραγίσουν μια σχέση αμοιβαίου μίσους. Για την πρώτη συνάντηση δεν της είχε πει απολύτως τίποτα και η Σάρα φυσικά δεν τόλμησε ποτέ να Την πιέσει για λεπτομέρειες. Για τη δεύτερη, όμως, της είχε μιλήσει αρκετές φορές. Ήταν αρχές του 1967 και Kindred απ’ όλη την Ευρώπη, πνιγμένα στις διχόνοιες τους, προσπάθησαν να αναστυλώσουν την Camarilla στην Αθήνα. Απέτυχαν, και κάποιος έπρεπε να πάρει το φταίξιμο. Η Νατάλια και κάποιοι άλλοι βρέθηκαν στην απέναντι όχθη. Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους, Εκείνη επέλεξε να συμβιβαστεί, γνωρίζοντας πολύ καλα οτι αργά ή γρήγορα ο Τζόναθαν θα επέστρεφε για να της ζητήσει… οτιδήποτε επιθυμούσε. Όπως και έγινε. Επέστρεψε, ζητώντας ολόκληρο το επιχειρηματικό κομμάτι που χειριζόταν Εκείνη στον ελλαδικό χώρο, ένα σεβαστό χρηματικό ποσο… και τη Σάρα.
Μόλις το ρολόι σήμανε τρεις, η Νατάλια σηκώθηκε από τον καναπέ -όπου καθόταν και παρατηρούσε αμίλητη τις μάταιες προσπάθειες της Σάρα να πακετάρει- και με μια αστραπιαία κινηση έκλεισε τη βαλίτσα. Άκρες από πουκάμισα και εσώρουχα εξείχαν κωμικά ολόγυρα.
“Ήρθε η ώρα. Φύγε, Σάρα, ο οδηγός περιμένει”
“Δεν μπορώ να σ’ αφήσω”
Τα δάκρυα που τόση ώρα συγκρατούσε, κύλησαν βροχή στα μάγουλά της.
“Πρέπει και θα το κάνεις. Μη φοβάσαι. Σε δίδαξα καλά όλα αυτά τα χρόνια. Φρόντισε να μη με απογοητεύσεις -και πάνω απ’ όλα, να μην απογοητεύσεις τον εαυτό σου”
“Μα εγώ…”
“Φύγε”
Δεν γινόταν να την παρακούσει. Σέρνοντας αξιοθρήνητα τη βαλίτσα, κατέβηκε τα σκαλιά και μπήκε στο αμάξι χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Τόλμησε μονάχα ένα τελευταίο βλέμμα όταν είχαν ήδη απομακρυνθεί. Η Αγία Πετρούπολη, χιονισμένη και τέλεια, άστραφτε στο φεγγαρόφωτο. Η Σάρα αναρωτήθηκε αν θα ξανάβλεπε ποτέ τη γυναίκα που αγάπησε περισσότερο κι απ’ τη ζωή την ίδια, και αμέσως κατάλαβε πως αυτή ήταν μια απάντηση που δε μπορούσε να δώσει. Κόλλησε στο τζάμι κλαίγοντας σιωπηλά, ενώ τα φώτα του αεροδρομίου αχνοφαίνονταν στον ορίζοντα.
-to be continued-
