Preludes And Nocturnes [Cathain Carlahan background]

18 01 2010

[Όπου η ηρωίδα μας αφηγείται την ιστορία της από την ημέρα που γεννήθηκε μέχρι την επιστροφή της στις ρίζες της μητέρας της, στην Ελλάδα. Όλα αρχίζουν εδώ κι οι δυνατότητες μοιάζουν ακόμη απεριόριστες.]

Με λένε…όχι, άκυρο. Σκατά. Ας το πιάσουμε αλλιώς. Γεννήθηκα στο Belfast της Ιρλανδίας, 27 Δεκεμβρίου του 1924. Ο πατέρας μου, Gilroy Carlahan, ήταν ειρηνικός άνθρωπος στα νιάτα του. Δικηγόρος. Όχι ιδιαίτερα πλούσιος, αλλά ούτε και φτωχός. Αυτό μέχρι τα 1919 που τα πράγματα στην Ιρλανδία άρχισαν να γίνονται άσχημα με τους Άγγλους από τη μία και τον IRA από την άλλη. Έχοντας χάσει όλη του την οικογένεια και μην αντέχοντας να βλέπει την καταστροφή και το θάνατο παντού γύρω του, ζήτησε τη βοήθεια ενός φίλου για να τον φυγαδεύσει με ασφάλεια στην Ελλάδα. Στα είκοσι οχτώ του, με κάτι λιγοστές γνώσεις ελληνικών, έφτασε στη Ρόδο. Εκεί γνώρισε και τη μάνα μου, Μαρίνα Δεληγιάννη, του γυάλισε και την παντρεύτηκε με συνοπτικές διαδικασίες. Μετά την καταστροφή της Σμύρνης όμως η κατάσταση στην Ελλάδα ήταν χειρότερη από ποτέ και το ευτυχές ζεύγος αποφάσισε να γυρίσει στην Ιρλανδία. Βρήκαν σπίτι στο Belfast, το οποίο μετά τη συνθηκολόγηση με τους Άγγλους πέρασε στην κυριαρχία της Αγγλίας, μαζί με όλη τη βόρεια Ιρλανδία. Οι γονείς μου προσπαθούσαν καιρό να κάνουν παιδί, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η μάνα μου είχε τη μία αποβολή μετά την άλλη κι ο πατέρας μου άρχισε να δουλεύει μέχρι αργά και να πίνει, για να μην αναγκάζεται να γυρνάει σπίτι και να τη βλέπει. Ώσπου τον Μάιο του 1924 συνειδητοποίησαν ότι ήταν πάλι έγκυος κι αυτή τη φορά το μυξιάρικο ρίζωσε στη μήτρα και μερικούς μήνες αργότερα ούρλιαζα σαν δαιμονισμένη στην πρώτη μου επαφή με το φως και τον αέρα. Με βάφτισαν Catein, χάρη σε μια πολεμίστρια θεά της κελτικής μυθολογίας.  Μετά απ’ αυτό, η μάνα μου βυθίστηκε στην κατάθλιψη και ποτέ δεν κατάφερε να συνέρθει τελείως. Ο πατέρας μου, φυσικά, δεν σταμάτησε να πίνει. Τα πρώτα παιδικά μου χρόνια δεν τα θυμάμαι. Γενικά, πάντως, δεν πρέπει να ήταν ιδιαίτερα τραγικά. Αν ήταν θα το θυμόμουν. Τα κακά πάντα τα θυμάμαι. Για παράδειγμα θυμάμαι πολύ καθαρά εκείνο το βράδυ,όταν ήμουν ακόμα έξι χρονών, που ο μπαμπάς ήρθε στο κρεβάτι μου για πρώτη φορά, όπως θυμάμαι και κάθε βράδυ μετά απ’αυτό…για δέκα χρόνια. Από τη μητέρα μου δεν έχω και πολλές αναμνήσεις. Ο μόνος λόγος που ασχολιόταν μαζί μου ήταν για να’χει κάποιον να μιλάει στη γλώσσα της. Ήταν τόσο βυθισμένη στην κατάθλιψή της που δεν έπαιρνε χαμπάρι τι γινόταν γύρω της. Και, γύρω στα δεκατρία μου, αυτοκτόνησε. Αναμενόμενο. Ουσιαστικά, μεγάλωσα με την ανύπαντρη γειτόνισσά μας, την οποία πολύ γρήγορα έμαθα να αποκαλώ «θεία Alma». Εκείνη δεν ήταν τόσο τυφλή σ’αυτά που μου έκανε ο πατέρας μου (και είχε έμπνευση, ειδικά όταν ήταν μεθυσμένος)…αλλά πίστευε πως δεν ήταν δική της δουλειά και δεν ανακατευόταν. Με λυπόταν, το έβλεπα στα μάτια της, όμως η λύπη δεν ήταν αρκετή για να με σώσει. Τίποτα δεν ήταν αρκετό. Όμως, το ήξερα, κάπου μέσα μου…μια μέρα θα ήμουν αρκετά δυνατή και θα μπορούσα να προστατεύσω μόνη μου τον εαυτό μου.

Ένα βράδυ, ένας απ’τους τύπους που έκανε παρέα τον κουβάλησε μισολιπόθυμο στο σπίτι. Φυσικά, αυτό δεν τον είχε εμποδίσει ποτέ στο παρελθόν. Μου έσκισε τα ρούχα και με ακινητοποίησε. Μετά από τόσα χρόνια, είχα πάψει πλέον να αντιστέκομαι και να ουρλιάζω από τον πόνο. Γι’αυτό είχε αρχίσει σταδιακά να χρησιμοποιεί άλλες μεθόδους προκειμένου να ακούει τις φωνές μου. Εκείνη τη νύχτα είχε πιει περισσότερο από ποτέ…δεν τον είχα ξαναδεί έτσι. Ακόμη και το βλέμμα του ήταν διαφορετικό. Εκεί που συνήθως υπήρχε αρρωστημένος πόθος, τώρα το μόνο που έβλεπα ήταν κακία. Κακία, καθώς πλησίαζε τη μασιά από το τζάκι ανάμεσα στα πόδια μου. Όταν κατάλαβα τι πήγαινε να κάνει τρομοκρατήθηκα. Δέκα χρόνια είχα να τρομάξω τόσο πολύ…από τότε που άρχισε ο εφιάλτης. Όμως εκείνη τη στιγμή το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν ότι αυτός ο παλιομαλάκας είχε καταστρέψει τη ζωή μου, δεν θα τον άφηνα να καταστρέψει και τη δυνατότητά μου να κάνω παιδιά. Λίγο ειρωνικό βέβαια, αν σκεφτεί κανείς ότι ούτως ή άλλως την έχασα αυτή τη δυνατότητα, όχι πολύ αργότερα…όμως θα φτάσω πιο μετά σ’αυτό. Τι έκανα; Τον σκότωσα, φυσικά. Τι άλλο μπορούσα να κάνω; Το επόμενο κιόλας πρωί η θεία Alma με έβαζε σ’ένα πλοίο για Αγγλία. Εκεί υποτίθεται πως θα συναντούσα κάποιον γνωστό της που θα μου έβρισκε σπίτι και θα με προμήθευε πλαστά χαρτιά. Δεν τον συνάντησα ποτέ και μέχρι σήμερα δεν έχω μάθει τι συνέβη. Περίμενα με τις ώρες στο λιμάνι, αλλά δεν ήρθε κανείς. Είχα απειροελάχιστα χρήματα μαζί μου, αλλά δεν δυσκολεύτηκα να βρω κάποιον να με πάει τσάμπα μέχρι το Λονδίνο. Στο κάτω-κάτω ήμουν επαρκώς ωραία κοπέλα. Με τη δουλειά ήταν πιο δύσκολα τα πράγματα, δεδομένου ότι ήμουν – και φαινόμουν – ανήλικη.

Μετά από μερικές μέρες στο Λονδίνο είχα αρχίσει να λυσσάω της πείνας και, επιπλέον, δεν είχα πού να μείνω. Δεν είχα πρόβλημα να κλέβω. Τα πράγματα ήταν πολύ απλά για μένα. Οι άλλοι είχαν κι εγώ όχι. Και παρόλο που ποτέ δεν ήμουν της θρησκείας, ασπαζόμουν απόλυτα το «ο έχων δύο χιτώνες να δίνει τον έναν». Ειδικά όταν ήταν προς συμφέρον δικό μου και όχι των άλλων. Οι μαγαζάτορες και οι περαστικοί που ξαλάφρωνα καταλάβαιναν τη ληστεία όταν εγώ ήμουν πια πολύ μακριά για να με πιάσουν. Είχα βρει κι ένα υπόγειο κι έμενα κι όλα ήταν μια χαρά.

Το 1942 έπεσα «τυχαία» πάνω σ’έναν μαυροντυμένο τύπο, μόνο και μόνο για να βρεθώ κολλημένη στον τοίχο και μ’ ένα χέρι να σφίγγει σαν τανάλια τον καρπό μου, κάνοντας το πορτοφόλι που είχα επιχειρήσει να κλέψω να γλιστρήσει από τα δάχτυλά μου. Αυτή ήταν η πρώτη μου γνωριμία με τον Michael. Ο οποίος τελικά αποδείχτηκε πολύ εντάξει τύπος. Μόλις συνειδητοποίησε ότι δεν ήμουν παρά ένα ηλίθιο πιτσιρίκι που περνιόταν για έξυπνο, με άφησε να αναπνεύσω και προσφέρθηκε να με κεράσει και φαϊ. Με τις πείνες που είχα τότε, σιγά μην έλεγα όχι. Εξάλλου, η μητέρα μου ποτέ δεν μου είχε πει να μην πηγαίνω με αγνώστους.

Πριν περάσει πολύς καιρός, δούλευα γι’αυτόν. Αρχίσαμε να πηδιόμαστε κιόλας. Δεν ήταν άσχημα. Ήταν τρυφερός μαζί μου και, τώρα, μετά από τόσα χρόνια, υποπτεύομαι πως μάλλον μ’αγαπούσε. Εγώ όχι. Δεν μπορούσα ν’αγαπήσω κανέναν τότε. Όμως ήταν μια ευχάριστη αλλαγή μετά απ’όλη αυτή τη βία που είχα υποστεί. Και μου έμαθε πως το σεξ, τελικά, δεν ήταν και τόσο κακό. Φυσικά, στην αρχή του έκανε μεγάλη εντύπωση το πόσο φοβισμένη ήμουν…στο συγκεκριμένο θέμα. Ειδικά εφόσον σ’όλα τα υπόλοιπα, μάλλον κυνηγούσα τον κίνδυνο παρά τον απέφευγα. Ποτέ δεν του είπα την ιστορία μου, αν και ίσως κάτι να υποψιάστηκε. Σίγουρα όχι την αλήθεια…αυτή ήταν υπερβολικά φριχτή για να την υποψιαστεί κανείς…ακόμη κι αυτός, που τόσα είχαν δει τα μάτια του. Τελοσπάντων. Ο Michael ήταν και γαμώ τα άτομα.  Αλλά πάντα μου έκανε εντύπωση το πόσα λεφτά ξόδευε. Θέλω να πω…δεν ήταν κανένας μορφωμένος τύπος και τι δουλειά έκανε; Μια κωλοπαμπ της κακιάς ώρας είχε στην οποία δεν πάταγε και σχεδόν ποτέ. Μέχρι που ένα βράδυ τον είδα επί το έργον. Είχα κλειδώσει την παμπ κι ετοιμαζόμουν να πάω σπίτι όταν κάποιος προσπάθησε να με κλέψει. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα τότε ήταν ότι ήταν πολύ αδέξιο κλεφτρόνι κι ότι εγώ θα τα κατάφερνα καλύτερα και με πολύ λιγότερο σαματά. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι εκείνος είχε μαχαίρι κι εγώ όχι. Ετοιμαζόμουν να του χώσω μια κλοτσιά στ’αρχίδια, όταν ξαφνικά είδα να εμφανίζονται δυο χέρια από το πουθενά και το κεφάλι του τύπου έκανε στροφή 360 μοιρών – τέλειο κύκλο – μπροστά στα μάτια μου. Κάπως έτσι έμαθα ότι ο Michael ήταν στην πραγματικότητα επαγγελματίας δολοφόνος κι ότι το μαγαζί το είχε απλώς για κάλυψη.

Δεν ξέρω τι φαντάζεστε για μένα απ’ αυτά που έχω γράψει μέχρι τώρα. Το θέμα είναι ότι δεν είμαι καλή. Ποτέ δεν ήμουν. Ούτε τότε…ούτε τώρα. Και στο επάγγελμα του Michael, εκεί που άλλοι θα άρχιζαν να τρέχουν, εγώ είδα το μέλλον μου. Όχι λεφτά και μαλακίες. Δεν το’κανα μόνο για τα λεφτά. Το έκανα κυρίως γιατί ήταν αυτό που γούσταρα να κάνω. Είχα σκοτώσει εκείνον τον πούστη (το να τον αποκαλώ «πατέρα» μου προκαλεί αναγούλα ακόμα και τώρα) και δεν είχα νιώσει τύψεις, μόνο χαρά. Είχα κλέψει άπειρα πράγματα από άπειρο κόσμο και δεν είχα λυπηθεί κανέναν τους. Απλά, έτσι ήμουν. Δεν ένιωθα. Εκείνος ήταν αλλιώς. Πιο ευαίσθητος. Γι’αυτό με είχε περιμαζέψει. Εγώ στη θέση του θα με είχα σαπίσει στο ξύλο και θα με είχα αφήσει να ψοφήσω στην άκρη του δρόμου. Για τον ίδιο λόγο, δεν ήθελε να το κάνω. Στην αρχή. Γιατί μετά τον έπεισα. Τότε, βέβαια, δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα γινόμουν.

Άρχισε λοιπόν να με παίρνει μαζί του σε δουλειές, να μου μαθαίνει τα μυστικά του επαγγέλματος και να με εκπαιδεύει – κάθε μέρα, μέχρι τελικής πτώσεως. Δεν ήμουν πολύ πάνω απ’τα δεκαοχτώ όταν έκλεισα την πρώτη αποκλειστικά δική μου δουλειά. Οι στόχοι ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα. Παντρεμένοι. Μάλλον. Δεκάρα δεν έδινα. Όταν τέλειωσα μαζί τους, το μόνο που αισθανόμουν ήταν μια άγρια χαρά που ήμουν ζωντανή. Το γεγονός μαθεύτηκε στον υπόκοσμο. Δεν άργησα να αποκτήσω τη φήμη της αδίστακτης, ψυχρής δολοφόνου. Όχι ότι μου άρεσε ο χαρακτηρισμός, αλλά στην τελική δεν ήταν και ψέμα. Δεν ξέρω κι εγώ πόσο κόσμο σκότωσα μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Πολύ. Στην αρχή τους μετρούσα. Μετά τους τριαντατεσσεράμιση – το μισό ήταν ένας νάνος που είχε μόλις σχολάσει απ’τη δουλειά του στο τσίρκο και που είχε την ατυχία να βρεθεί στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή – σταμάτησα το μέτρημα.

Όλα αυτά, φυσικά, δεν άφησαν ανέπαφη την εξωτερική μου εμφάνιση. Η πανκ δεν είχε ακόμα γεννηθεί, όμως, τι να πω. Μάλλον ήμουν μπροστά από την εποχή μου. Ναι, γύρω στα τριάντα χρόνια μπροστά. Στην πραγματικότητα ήμουν απλώς ένα απίστευτα τσαντισμένο δεκαοχτάχρονο που σκότωνε ανθρώπους για να ζήσει. Φυσικά θα μπορούσα να ξεσπάσω στα θύματά μου. Αλλά δεν ήμουν τόσο ηλίθια. Οπότε ξέσπασα στο σώμα μου. Έκοψα τα μαλλιά μου με ξυραφάκι. Με το ολέθριο αποτέλεσμα να είναι εντελώς κοντά στη μία πλευρά του κεφαλιού και να καταλήγουν πάνω από τον ώμο στην άλλη. Κι έβαψα και τη φράντζα μου μπλε. Ακόμη και σήμερα πάντως, μες στη μόδα είμαι. Κι ας το έκανα για άλλους λόγους. Τι σημασία έχει; Τώρα καταφέρνω να περνάω περισσότερο απαρατήρητη απ’ ότι τότε. Άλλωστε, το κίνημα της πανκ με δικαίωσε τελικά. Φαίνομαι εξίσου συνηθισμένη με οποιοδήποτε φρικιό. Και, στην πραγματικότητα, αυτό είναι το μόνο που μετράει. Απέκτησα και κωδικό όνομα στην πιάτσα. Orchid. Ναι, ξέρω. Δεν μου ταιριάζει. Σήμερα, οι περισσότεροι νομίζουν ότι είναι λόγω της ομορφιάς μου. Δεν είναι. Κι οι λίγοι που ξέρουν πού οφείλεται δεν το χρησιμοποιούν τόσο εύκολα. Έχετε δει ποτέ ανθρώπινο κεφάλι ανοιγμένο στα δύο; Όχι τελείως αλλά αρκετά ώστε να ξεχειλίζουν από μέσα τα μυαλά. Ε, τώρα καταλαβαίνετε γιατί με λένε Orchid. Πρέπει να παραδεχτείτε ότι κάποιος μπάτσος εκεί στην Αγγλία είχε πολύ μεγάλη φαντασία. Αν και οι ηλίθιοι ποτέ δεν φαντάστηκαν ότι ο Orchid θα μπορούσε να είναι γυναίκα. Όχι ότι φταίνε. Ποτέ δεν άφηνα μάρτυρες. Και γι’αυτό, κάποιοι στον υπόκοσμο άρχισαν να με αποκαλούν μεταξύ τους με άλλα ονόματα, χειρότερα και λιγότερο κολακευτικά.

Βέβαια, τώρα που το σκέφτομαι, το ότι περνούσα απαρατήρητη δεν είναι αλήθεια. Όχι ακριβώς, τουλάχιστον. Γιατί κάποιος με πρόσεξε. Άνοιξη του ’44, είχα κλείσει μια πολύ δύσκολη δουλειά, θυμάμαι. Ο τύπος που έπρεπε να «φάω» ήταν πανέξυπνος και με κάποιο μυστήριο τρόπο κατάφερνε διαρκώς να μου ξεφεύγει.  Τον κυνηγούσα τρεις μέρες, περισσότερο χρόνο απ’ ότι είχα ξοδέψει για οποιονδήποτε άλλο στόχο στο παρελθόν. Τελικά, φάνηκα πιο έξυπνη και πιο γρήγορη απ’ αυτόν. Ο Michael είχε κάνει καλή δουλειά μαζί μου. Τόσο καλή που δεν άργησα να αντιληφθώ την παρουσία μιας σκιάς κουρνιασμένης στην ταράτσα του σπιτιού πίσω μου. Άρχισα να βρίζω από μέσα μου. Το μόνο που μου έλειπε για να χάσω κι άλλο την ώρα μου ήταν ένας αυτόπτης μάρτυρας. Σκαρφάλωσα από τη σκάλα κινδύνου στο διπλανό σπίτι και πήδηξα απέναντι. Αλλά όταν έφτασα δεν υπήρχε κανείς εκεί. Στην αρχή σκέφτηκα πως ήταν ιδέα μου. Όμως, αυτό συνεχίστηκε τις επόμενες μέρες. Δεν μπορούσα παρά να το παραδεχτώ. Δεν ήμουν τόσο καλή όσο νόμιζα. Κάποιος με είχε βρει και πολύ σύντομα θα ήμουν είτε μέσα είτε νεκρή. Θα στοιχημάτιζα στο πρώτο, αλλά τελικά συνέβη το δεύτερο. Τότε, βέβαια, δεν ήξερα ούτε ποιος ούτε τι ήταν αυτό που με είχε βάλει στο μάτι. Κι έτσι, δεν μπορούσα να ξέρω ότι ακόμη κι αν ήμουν εξυπνότερη, γρηγορότερη, πιο δυνατή, πιο οτιδήποτε…δεν θα μπορούσα να έχω ξεφύγει. Το πολύ-πολύ να είχα καταλήξει λίγο πιο πτώμα. Και, πιστέψτε με…πιο πτώμα από τώρα, θα ήταν πολύ πτώμα.

Μια βδομάδα αργότερα και αφού είχα ξοδέψει πολλή φαιά ουσία προσπαθώντας να καταλάβω τους σκοπούς αυτού που με παρακολουθούσε, αποφάσισα ότι είχα κουραστεί αρκετά κι είχε έρθει η ώρα να παίξουμε με τους δικούς μου όρους. Ένα βράδυ, λοιπόν, έφυγα από το σπίτι κανονικά, όπως κάθε μέρα. Για να δουλέψω. Υποτίθεται. Άρχισα να περπατάω και να περπατάω και να περπατάω. Είχα την ελπίδα ότι αυτό ίσως και να κούραζε τη μυστηριώδη σκιά πίσω μου. Για τον εαυτό μου δεν ανησυχούσα. Ήμουν είκοσι. Και ήμουν σε άριστη φυσική κατάσταση. Μπορούσα να αντέξω λίγο περπάτημα. Οδήγησα τη σκιά σε αδιέξοδο. Και περίμενα. Αυτό που είδα…ε, ας πούμε πως ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενα. Για μια στιγμή, μέχρι που μπήκα σε πειρασμό να βάλω το μαχαίρι μου πίσω στη θήκη του. Γιατί το άτομο που μπήκε στο μικρό στενάκι ήταν γυναίκα. Φυσικά, μετά συνειδητοποίησα δύο πράγματα. Το πρώτο: κι εγώ το ίδιο, αλλά αυτό δεν με έκανε λιγότερο επικίνδυνη. Και το δεύτερο: αυτή η γυναίκα, με κάποιον τρόπο που δεν μπορούσα να προσδιορίσω…μου έμοιαζε. Όχι εμφανισιακά. Παρόλο που κι αυτή φορούσε αντρικά ρούχα, όπως κι εγώ. Όμως δεν ήταν αυτό. Ήταν κάτι άλλο. Σ’εκείνο το πλάσμα…μπορούσα να δω κάτι απ’ τον εαυτό μου.

Πλάσμα είπα; Το γάμησα τώρα, ε; Δεν γίνεται να το πάρω πίσω. Κι ήθελα να έχει μια κάποια αγωνία η ιστορία. Τελοσπάντων. Σταθήκαμε για λίγο η μία απέναντι στην άλλη. Είχε πολύ μακριά, μαύρα μαλλιά και ψηλά ζυγωματικά. Έμοιαζε ελαφρώς με τσιγγάνα. Δεν ήταν ακριβώς όμορφη. Δηλαδή ήταν, αλλά μ’ έναν παράξενο τρόπο. Άγριο. Και τότε, άρχισε ο ήχος. Ήταν σαν να ερχόταν κατευθείαν από τις σκιές. Ανατρίχιασα. Ήταν χαμηλόφωνος και παράξενα μελωδικός. Μου πήρε μερικά δευτερόλεπτα να συνειδητοποιήσω ότι ήταν γέλιο. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με οδήγησε τελικά στην έκρηξη. Το ότι όλη τη βδομάδα μου είχε σπάσει τα νεύρα ή το ότι φαινόταν να το διασκεδάζει τόσο πολύ. Πάντως, της επιτέθηκα.

Υπό κανονικές συνθήκες, δεν υπήρχε περίπτωση να αστοχήσω από τόσο κοντινή απόσταση. Αλλά αστόχησα. Η αντίπαλός μου ήταν εντυπωσιακά γρήγορη. Φυσικά, αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εξαγριωθώ ακόμη περισσότερο και να επιτεθώ ξανά. Το μαχαίρι μου βρήκε σε κάτι σκληρό και άκαμπτο. Όταν κοίταξα, είδα ότι ήταν χέρι. Το δικό της χέρι. Που εκείνη τη στιγμή λύγιζε τη λεπίδα του αγαπημένου μου όπλου. Αυτό ήταν. Εκεί έχασα τον έλεγχο. Ούτε στιγμή δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι κατά πάσα πιθανότητα δεν θα μπορούσα να τα βάλω με κάποιον που λύγιζε μέταλλα με τόση ευκολία. Απλά έχασα κάθε επαφή. Δεν είχα πάρει άλλα όπλα μαζί μου, στο παρελθόν το ένα ήταν πάντα αρκετό. Παρόλα αυτά, επιτέθηκα για τρίτη φορά. Αλλά τότε εκείνη αποφάσισε ότι αρκετά με είχε αφήσει να παίξω και είχε έρθει η ώρα να σοβαρέψουν τα πράγματα. Το να πω ότι με σάπισε στο ξύλο θα ήταν ευφημισμός. Αν δεν ήταν τόσο προσεκτική, πιθανότατα θα είχα πεθάνει εκεί, στο σοκάκι. Δεν πέθανα. Σε ημιλιπόθυμη κατάσταση, την ένιωσα να με σηκώνει στα χέρια της με απίστευτη ευκολία. Κι έπειτα το πιο παράξενο πράγμα συνέβη. Από το δρόμο, βρεθήκαμε ξαφνικά σε μια στέγη. Κι από κει σε μια άλλη. Και μετά σε άλλη. Μέχρι που έχασα τις αισθήσεις μου. Κι όμως, ακόμα θυμάμαι να την κοιτάω και να παραλύω από φόβο. Γιατί ακριβώς εκείνη τη στιγμή ήταν που κατάλαβα ότι δεν ήταν άνθρωπος.

Όταν ξύπνησα, βρισκόμουν σ’ένα άγνωστο δωμάτιο. Ήταν μικρό και ελεεινά ακατάστατο. Ούτε το υπόγειό μου δεν ήταν τόσο μπουρδέλο. Πονούσα αφόρητα. Αλλά όταν είδα ότι εκείνη ήταν εκεί, καθισμένη σε μια καρέκλα απέναντί μου, τινάχτηκα και με εντυπωσιακή ταχύτητα κόλλησα στον τοίχο. Γέλασε. «Σε παρακολουθώ καιρό τώρα και νομίζω πως έκανα σωστή επιλογή» είπε τελικά. Παρόλο που δεν ήθελα να το παραδεχτώ, μου άρεσε η φωνή της. Είχε κάτι το υπνωτιστικό. «Τι στο διάολο θες από μένα;» τη ρώτησα επιθετικά, προσπαθώντας να αγνοήσω τις έντονες σουβλιές στην κάτω γνάθο μου. Εκείνη σηκώθηκε και προχώρησε αργά προς το μέρος μου. Ανασήκωσε το πρόσωπό μου και με ανάγκασε να την κοιτάξω. Χαμογελούσε και το χαμόγελό της δεν ήταν καθόλου καλό. «Σ’έχω δει» ψιθύρισε. «Είσαι κυνηγός. Σαν εμάς. Για την ακρίβεια…είναι η πρώτη φορά που βλέπω κάποιον θνητό που να μας μοιάζει τόσο. Το θέμα είναι…στη δουλειά σου, γλύκα, υπάρχει ημερομηνία λήξης. Δεν θα είσαι πάντα τόσο νέα ούτε τόσο ευκίνητη. Δεν θα είσαι τόσο δυνατή. Και κάποια στιγμή οι ιστορίες των θυμάτων σου θ’ αρχίσουν να σε αγγίζουν. Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι καταδικασμένη στη μετριότητα, βλέπεις. Αυτό που σου προσφέρω…όχι…αυτό που θέλω είναι να σε κάνω κάτι άλλο. Κάτι πιο δυνατό. Πιο σπουδαίο. Κάτι που θα γίνεται ισχυρότερο με το πέρασμα του χρόνου αντί για πιο αδύναμο.» Πήγα να πω κάτι. Δεν με άφησε. Έσκυψε πιο κοντά. «Άλλωστε, πρέπει να το ξέρεις ήδη. Δεν είσαι άνθρωπος. Μπορεί να είσαι θνητή…αλλά άνθρωπος δεν είσαι. Πες μου, πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσες οτιδήποτε;» Δεν μίλησα. Εκείνη συνέχισε. Τα μάτια της έλαμπαν και από αυτή την απόσταση συνειδητοποίησα ότι το χρώμα τους έμοιαζε σχεδόν ψεύτικο. « Το μόνο που σου αρέσει να κάνεις είναι να σκοτώνεις. Γι’αυτό ζεις. Είναι η μόνη στιγμή που νιώθεις πως υπάρχεις, πως έχεις κάποια θέση ανάμεσα σ’ όλον τον υπόλοιπο πληθυσμό του πλανήτη. Μπορώ να το κάνω να κρατήσει για πάντα αυτό. Και, πίστεψέ με, θα το απολαμβάνεις πολύ περισσότερο απ’ ότι τώρα. Και θα έχεις βρει ένα μέρος στο οποίο θα ανήκεις.» Την κοίταξα για λίγη ώρα χωρίς να μιλάω. «Έχω δυνατότητα επιλογής;» ρώτησα. Χαμογέλασε αργά. «Όχι, όχι στ’αλήθεια.»

Κι έπειτα, ξαφνικά, προτού καν το καταλάβω, βρισκόμουν στα χέρια της κι ήταν δυο χέρια τόσο παγωμένα και τόσο άκαμπτα που έμοιαζαν με χέρια πτώματος. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα, βέβαια, θυμήθηκα ότι αυτό ακριβώς ήταν στην πραγματικότητα. Οι κυνόδοντές της τρύπησαν το δέρμα μου κι ένιωσα έναν στιγμιαίο πόνο, αλλά πολύ σύντομα τον ξέχασα εντελώς, καθώς όλες μου οι αισθήσεις συντονίστηκαν σε μια έκσταση χωρίς προηγούμενο. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που ένιωθα κάτι τέτοιο. Η όρασή μου είχε θολώσει και δυσκολευόμουν τρομερά να κρατήσω ανοιχτά τα μάτια μου. Ήταν σαν να επέπλεα μέσα σ’ ένα κατακόκκινο όνειρο γεμάτο εκρήξεις φωτός και πυροτεχνήματα φτιαγμένα από το πιο μαύρο σκοτάδι. Ήταν πολύ καλύτερο από το σεξ. Διάολε, ήταν καλύτερο ακόμη κι από το να σκοτώνεις. Δεν νομίζω ότι είχα ξανακούσει ποτέ τόσο έντονα τους χτύπους της καρδιάς μου. Όλο και λιγόστευαν, όλο και γίνονταν πιο αργοί, όμως από ένα σημείο κι έπειτα…απλά…έπαψε να με νοιάζει. Και τότε ήμουν σίγουρη πως θα πέθαινα. Δεν ήξερα, τότε, όσα ξέρω σήμερα και μ’ έπιασε άγχος στην ιδέα ότι θα έπρεπε να θαφτώ και να σκάψω δεν ξέρω κι εγώ  πόσα μέτρα χώμα το επόμενο βράδυ για να βγω από τον τάφο μου και να τραφώ. Δεν είχα ιδέα ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά μονάχα παραμύθια, μύθοι και θρύλοι που είχαν εφεύρει αδαείς άνθρωποι. Κάποιους από αυτούς τους είχαμε διαδώσει ή συντηρήσει εμείς οι ίδιοι γιατί έτσι μας συνέφερε. Αλλά αυτό το έμαθα πιο μετά.

Το επόμενο πράγμα που αισθάνθηκα ήταν κάτι να στάζει στο στόμα μου κι άνοιξα αυθόρμητα τα χείλη μου, γιατί ένιωθα απίστευτα αφυδατωμένη. Λογικό, θα μου πεις. Τα μάτια μου άνοιξαν απότομα, σαν να είχαν δική τους θέληση και είδα ότι εκείνη κρατούσε τον καρπό της πιεσμένο στο πρόσωπό μου κι από τον καρπό της κυλούσε το πιο σκούρο, το πιο κόκκινο αίμα που είχα δει ποτέ. Και πιστέψτε με όταν λέω ότι είχα δει αρκετό στη ζωή μου για να μπορώ να κρίνω. Έπιασα το χέρι της κι άρχισα να πίνω πιο άπληστα. Με κοίταζε χαμογελώντας και το χαμόγελό της ήταν ανεξιχνίαστο. Ώσπου κάποια στιγμή με έσπρωξε από πάνω της. Και τότε ήρθε ο πόνος. Μου ξέφυγε μια άναρθρη κραυγή. Ένιωθα σαν να σκίζονταν τα σωθικά μου στα δύο. «Τι…τι μου συμβαίνει;» κατάφερα να ψελλίσω πανικόβλητη. «Πεθαίνεις. Αλλά μην ανησυχείς. Αυτός είναι μόνο ο θνητός σου θάνατος και κρατάει λιγότερο απ’ όσο φαντάζεσαι». Δεν μου έλεγε ψέματα. Πολύ σύντομα ο πόνος σταμάτησε και συνειδητοποίησα ότι στεκόμουν στα πόδια μου, κοιτάζοντας τριγύρω.

Και μόνο το να κοιτάζεις μ’ αυτά τα καινούρια μάτια ήταν διαφορετικό. Όλα ήταν τα ίδια κι όμως τίποτα δεν ήταν ακριβώς το ίδιο. Και το σώμα μου το ένιωθα αλλιώτικο. Πιο νεκρό, ναι, αλλά πιο γεμάτο από πιθανότητες. Με κάποιον τρόπο ήξερα πως τώρα θα μπορούσα να κάνω ένα σωρό πράγματα που μου ήταν αδύνατα όσο ήμουν άνθρωπος. Ήμουν χαρούμενη. Όχι, λάθος. Δεν ήμουν χαρούμενη. Ήμουν ευτυχισμένη. Μέχρι που εντόπισα κάτι άλλο, κάτι σκοτεινό και απροσδιόριστο, μια ανάγκη βίαιη και επιτακτική που έμοιαζε να πηγάζει από πολύ βαθιά μέσα μου. Την κοίταξα ανήσυχα. «Μην ανησυχείς, δεν είναι τίποτα. Μονάχα η Πείνα.» Δεν ήμουν χαζή, κατάλαβα αμέσως σε τι αναφερόταν. Παρόλα αυτά, την κοίταξα ερωτηματικά. «Έλα» μου είπε. «Πάμε μια βόλτα. Απόψε θα σε μάθω να κυνηγάς».

Όντως μου έμαθε. Όπως κι ένα σωρό άλλα πράγματα. Η Mireille δεν ήταν ποτέ φειδωλή με τις πληροφορίες που μου έδινε, αν και της άρεσε εξίσου να με βλέπει να ανακαλύπτω πράγματα μόνη μου. Μου μίλησε για την Camarilla και για τη Μεταμφίεση, για τις διάφορες φυλές – αντίθετα απ’ ο,τι πίστευα μέχρι τότε, δεν υπήρχε μόνο μία – και για τους νόμους της κοινωνίας μας. Δεν είχα πρόβλημα με τους κανόνες και τις ιεραρχίες. Πράγμα που ήταν πολύ παράδοξο, δεδομένου ότι η Mireille, όπως κι οι περισσότεροι άλλοι Brujah που γνώρισα από τότε, ήταν…πώς να το πω; Επαναστάτες. Η δικιά μου φιλοσοφία ήταν απλή: αν κάτι δεν σ’ εμποδίζει στη δουλειά σου και σε συμφέρει, μην του αντιστέκεσαι. Κάποια στιγμή, παρουσιάστηκα και στον Πρίγκιπα. Τίποτα το πολύ ιδιαίτερο σχετικά μ’αυτό. Δεν τον συμπάθησα, αλλά κέρδισε αμέσως το σεβασμό μου. Κι αυτό ήταν ένα μεγάλο βήμα από μόνο του, δεδομένου ότι τον σεβασμό μου δεν τον μοίραζα απλόχερα. Οπότε δεν είχα ιδιαίτερα προβλήματα ως νεογεννηθέν βαμπίρ και κάτω από την προστασία της Mireille. Η οποία, όπως δεν άργησα να ανακαλύψω, είχε μεγάλη επιρροή στην πόλη. Όλα καλά λοιπόν.

Ή μάλλον όχι εντελώς. Είχα ένα μικρό πρόβλημα με το θέμα της τροφής. Η Mireille το έβρισκε εξαιρετικά αξιοπερίεργο και συχνά με δούλευε γι’ αυτό. Είχαμε κάνει και μερικούς επικούς καυγάδες πάνω στο ζήτημα. Αυτό συμβαίνει όταν δύο τρομαχτικά οξύθυμα άτομα – εν προκειμένω όχι και τόσο άτομα -  βρίσκονται εγκλωβισμένα στον ίδιο χώρο και διαφωνούν. Το πρόβλημά μου, το παραδέχομαι κι εγώ η ίδια, ήταν επιεικώς ηλίθιο. Ενώ δεν είχα απολύτως κανένα θέμα να σκοτώνω με άλλα μέσα, δεν μπορούσα να χρησιμοποιήσω τους κυνόδοντές μου με την ίδια ευκολία. Δεν ξέρω γιατί. Πολλές φορές άφηνα τον εαυτό μου νηστικό για μέρες, μέχρι να μην αντέχω πια άλλο και μόνο τότε έβγαινα για κυνήγι. Τη δουλειά μου όμως δεν την είχα σταματήσει. Θέλω να πω…δεν είναι ότι ένιωθα τύψεις. Ποτέ δεν ήμουν υπέρ των τύψεων ούτως ή άλλως. Σε κρατούσαν πίσω. Σε έκαναν αδύναμο. Σε τράβαγαν στον πάτο, αν τις άφηνες. Και ποιος ο λόγος να τις αφήσεις να κάνουν κάτι τέτοιο, στην τελική; Οι τύψεις ήταν κάτι που ποτέ δεν κατάλαβα. Έτσι όπως το έβλεπα εγώ, καθένας έκανε ο,τι χρειαζόταν για να επιβιώσει και να κρατηθεί στην επιφάνεια. Πολύ πριν αλλάξω, ήμουν περισσότερο αποκομμένη από τα ανθρώπινα συναισθήματα απ’ ότι πολλοί του είδους μου. Ίσως απλά δεν μπορούσα να συνηθίσω. Ή ίσως να ήθελα απεγνωσμένα να κρατηθώ στα τελευταία υπολείμματα της θνητότητάς μου. Δεν ξέρω. Από την άλλη, δεν με απασχόλησε ποτέ ιδιαίτερα. Τα υπαρξιακά ερωτήματα δεν ήταν η ειδικότητά μου. Ήμουν απλό πλάσμα. Όχι απλοϊκό, αλλά απλό. Γιατί να δυσκολεύεις τη ζωή σου όταν μπορείς να κρατάς τα πράγματα απλά; Φυσικά, όπως ήταν αναμενόμενο, τελικά συνήθισα. Η Πείνα πάντα κερδίζει, αυτό είναι κάτι που έμαθα με τον επώδυνο τρόπο.

Έμεινα καιρό με τη Mireille. Δεν ήταν εύκολη συγκατοίκηση, κυρίως εξαιτίας του ευέξαπτου χαρακτήρα και των δυο μας. Πολλές φορές πλακωνόμασταν στο ξύλο και συνήθως ήμουν εγώ αυτή που κατέληγε με χειρότερα τραύματα. Όμως την αγαπούσα. Κι αυτή το ίδιο. Νομίζω. Με τη  Mireille ήταν πάντα δύσκολο να καταλάβεις. Και τουλάχιστον έμαθα να ελέγχω κάπως τα νεύρα μου, πράγμα που αποδείχτηκε ιδιαίτερα χρήσιμο αργότερα. Πέρασε καιρός. Ο χρόνος, βέβαια, για μας δεν σημαίνει και πολλά. Αλλά ήταν καιρός. Εξήντα χρόνια σχεδόν. Μέχρι που κάποια στιγμή η Mireille αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να με αφήσει. Όλα αυτά τα χρόνια, αλλά και πριν, είχα δημιουργήσει μια διόλου ευκαταφρόνητη περιουσία. Στο Λονδίνο είχα επαφές, ήξερα κόσμο και μπορούσα να βρω εύκολα δουλειά. Όμως, είχα κουραστεί. Κάθε βράδυ ήταν το ίδιο με το προηγούμενο και σπάνια γινόταν κάτι διαφορετικό ή ενδιαφέρον. Επιπλέον, δεν ήξερα κατά πόσο ήθελα να βρίσκομαι στην ίδια πόλη με τη Mireille. Ήξερα πως έπρεπε να συνηθίσω να είμαι μόνη μου και η παρουσία της εκεί δεν θα βοηθούσε. Υπήρχαν πολλά πράγματα εκεί που δεν είχαν σβήσει ακόμα. Πόθος. Σεβασμός. Ακόμη και τρυφερότητα κάποιες φορές. Και έπρεπε να σβήσουν. Έτσι τα μάζεψα κι έφυγα.

Το να βρω πού θα πήγαινα ήταν δύσκολη απόφαση. Υπήρχαν πολλά μέρη του κόσμου που ήθελα να δω. Όμως, την ώρα της κρίσης – τη στιγμή που έβγαζα εισιτήριο στο αεροδρόμιο, δηλαδή, θυμήθηκα τη μητέρα μου, που είχα να τη σκεφτώ πολύ καιρό. Κι έγινε, λίγο-πολύ, από μόνο του. Ελλάδα λοιπόν. Τη γλώσσα την ήξερα, λεφτά είχα, τα μπλεξίματα προσπαθούσα πάντα να τα αποφεύγω όσο μπορούσα – γιατί δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου όταν κάνεις αυτό το επάγγελμα…λογικά δεν θα είχα πρόβλημα. Ίσως, είπα στον εαυτό μου, ίσως κιόλας να ήταν ευκαιρία για μια νέα αρχή. Έβαλα τους ανθρώπους μου στο Λονδίνο να ψάξουν να μου βρουν σπίτι. Και ξεκίνησα. Τη Mireille δεν την αποχαιρέτησα ποτέ. Δεν είμαι καλή σ’ αυτά. Πολλοί με λένε ψυχρή. Μάλλον έχουν δίκιο. Δεν ξέρω.

Η Αθήνα ήταν μια καινούρια εμπειρία. Διαφορετικό κλίμα, διαφορετικοί άνθρωποι…διαφορετικοί βρικόλακες. Το σπίτι ήταν πολύ ωραίο, μεγάλο και άνετο. Μεγαλύτερο απ’ όσο χρειαζόμουν, ίσως, αλλά μου άρεσαν οι ανοιχτοί χώροι και επιπλέον είχα ανάγκη από άπλα για να εξασκούμαι. Η  Mireille με κορόιδευε και γι’ αυτό, θυμίζοντάς μου συνέχεια πως δεν υπήρχε ανάγκη. Όμως ήταν μια ρουτίνα και κάποιες φορές που επικίνδυνες σκέψεις πήγαιναν να βγουν στην επιφάνεια, με βοηθούσε να ξεχνιέμαι. Δεν παρέλειψα να παρουσιαστώ στον Πρίγκιπα της πόλης, ως προς αυτό η Mireille με είχε δασκαλέψει καλά. Το μότο της ήταν: ποτέ, μα ποτέ, μην τσαντίσεις έναν Πρίγκιπα. Κι αν κάνεις κάτι που πρόκειται να τον τσαντίσει, τουλάχιστον φρόντισε να μην το μάθει ποτέ.

Δεν άργησα να μάθω πού σύχναζαν οι υπόλοιποι που ήταν σαν κι εμένα. Αν και, πρέπει να ομολογήσω, ο αριθμός τους με εξέπληξε. Περίμενα πως θα ήταν λιγότεροι, σε μια μικρή πόλη όπως αυτή. Φυσικά, έκανα λάθος. Ήμασταν πολλοί. Είμαστε πολλοί. Βέβαια, αυτό δεν άλλαξε και πολλά πράγματα. Θέλω να πω, παραμένω εξίσου αντικοινωνική και σιωπηλή όσο ήμουν ως άνθρωπος. Η Mireille πάντα έλεγε πως αυτό δεν θα μου βγει σε καλό. Προσπαθώ να το ξεπεράσω πάντως. Αλήθεια προσπαθώ. Χρήματα έχω αρκετά, τυπικά δεν χρειάζεται να δουλεύω. Αλλά κάτι που δεν άργησα να μάθω ήταν ότι ακόμη κι αν αφήσεις τον υπόκοσμο, ο υπόκοσμος θα γυρίσει πίσω σε σένα. Όχι ότι με χάλασε ιδιαίτερα έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα. Το να σκοτώνω ήταν η δουλειά μου εδώ και χρόνια. Επίσης, ήταν πλέον η φύση μου. Απλά μερικές φορές αναρωτιέμαι πώς θα ήταν τα πράγματα αν είχα προσπαθήσει λίγο περισσότερο. Αν είχα προσπαθήσει να κάνω κάποιο άλλο επάγγελμα. Συνήθως μου περνάνε γρήγορα αυτές οι κρίσεις αυτολύπησης. Τουλάχιστον τώρα έχω την άνεση να αναλαμβάνω μόνο δουλειές που μου κινούν το ενδιαφέρον.

Υπάρχει ένας τύπος που με βοηθάει όταν χρειάζεται και που τον γνώρισα μ’ έναν πολύ ενδιαφέροντα τρόπο, τον πρώτο κιόλας μήνα που ήρθα στην Αθήνα. Ακολουθούσα μια κοπέλα που είχα σταμπάρει εδώ και μέρες και που ανυπομονούσα να δοκιμάσω το αίμα της, όταν ένιωσα άλλη μια παρουσία κάπου κοντά. Ήταν στο δρόμο για τη δουλειά της. Ο δρόμος ήταν θεοσκότεινος και ήξερα πως και κάποιος άλλος εκτός από μένα την παρακολουθούσε. Και κάτι μου έλεγε ότι οι προθέσεις του δεν ήταν περισσότερο αγαθές από τις δικές μου. Εκνευρίστηκα. Πολύ. Αν κάποιος ήταν να σκοτώσει εκείνη την κοπέλα, αυτή θα ήμουν εγώ. Τη στιγμή που έφτανε στην πίσω πόρτα του μπαρ όπου δούλευε, ο τύπος της επιτέθηκε. Πήδηξα από τη στέγη μου – δεν έχω καταφέρει να ξεπεράσω την αγάπη μου για τη μοναχικότητα και τη σιωπή που προσφέρουν οι ταράτσες – και του φύτεψα μια σφαίρα στο κρανίο χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Η κοπέλα με κοίταζε με υγρά μάτια, γεμάτα σοκ, τρόμο και ευγνωμοσύνη. Κανονικά, θα τρεφόμουν επιτόπου, αλλά τα πράγματα δεν ήρθαν ακριβώς όπως τα περίμενα. Οι φωνές της κι ο πυροβολισμός ξεσήκωσαν τον κόσμο, με αποτέλεσμα να βγουν στην αλάνα τρεις μπράβοι κι ένας μπασμένος, μεσόκοπος τύπος με κακόγουστο κουστούμι και μαλλιά παστωμένα στο ζελέ. Έμοιαζε με κακέκτυπο μαφιόζου. Και με κοίταζε από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Με καταφανώς καχύποπτο βλέμμα. Τους είχα άνετα, κι αυτόν και τους μπράβους του. Αλλά ήταν πολύ επικίνδυνο και δεν υπήρχε ουσιαστικός λόγος να αφήσω τόσα πτώματα τη στιγμή που θα μπορούσα να το αποφύγω. Την κοπέλα θα την έβρισκα και άλλη μέρα. Οπότε συγκράτησα τα νεύρα και την πείνα μου και του εξήγησα λακωνικά τι συνέβη, αποφεύγοντας το κομμάτι με το πήδημα από τη στέγη. Τα καλά νέα ήταν ότι η κοπέλα ήταν ανιψιά του και η μοναδική του οικογένεια κι ότι θα μου ήταν αιωνίως ευγνώμων. Τα καλύτερα ήταν ότι με συμπάθησε και μου έδωσε κάνα-δυο δουλειές. Του είπα τι έκανα πίσω στην Αγγλία και, για κάποιο λόγο, δεν έδειξε να εντυπωσιάζεται. Υπέθεσα ότι θα γνώριζε κι άλλους του είδους μου. Τελικά με την ανιψιά του αποφάσισα να μην το διακινδυνεύσω. Ριψοκίνδυνη ήμουν, όχι ηλίθια. Και κάπως έτσι γνώρισα το Στέλιο – ή Εξαδάκτυλο, όπως τον αποκαλούν συνηθέστερα -, κάθαρμα πρώτης τάξεως, ντίλερ και ελαφρώς μαφιόζο. Ο,τι έπρεπε, δηλαδή. Πάντα τα πήγαινα καλά με κάτι κουμάσια σαν κι αυτόν. Άλλωστε, δεν χρειάζεται να συμπαθείς κάποιον για να δουλεύεις γι’ αυτόν, έτσι δεν είναι; Βοηθάει, αλλά δεν είναι απαραίτητο.

Μέσω του Εξαδάκτυλου ήταν που γνώρισα και τον Ισκάρ. Όχι, δεν είναι αυτό το πραγματικό του όνομα, απλά…το πραγματικό του όνομα δεν το ξέρει κανείς. Φημολογείται ότι είναι ένας από τους καλύτερους πληροφοριοδότες που κυκλοφορούν στην πιάτσα, ίσως και ο καλύτερος. Κανείς δεν ξέρει πολλά γι’ αυτόν. Ούτε καν ο Εξαδάκτυλος. Για μένα, είναι απλώς μια φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής. Αν και ακούγεται συμπαθητικός τύπος. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί κι αυτός είναι εξίσου μυστήριος με μένα.

Κι αυτή είναι, λίγο-πολύ, όλη μου η ιστορία μέχρι τώρα. Τίποτα το πολύ εξαιρετικό φοβάμαι. Παρόλα αυτά. Δεν νιώθω πως μου λείπει κάτι σημαντικό. Έζησα αρκετά, πέθανα νέα και το πτώμα μου εξακολουθεί να είναι όμορφο. Έχω τη δουλειά μου. Δεν θέλω πολλά. Δεν είμαι ιδιαίτερα φιλόδοξη, στην πραγματικότητα, κι εκτιμώ ιδιαίτερα την ησυχία μου. Βέβαια, τα πράγματα αλλάζουν και ποτέ δεν ξέρεις. Είναι καλό που αλλάζουν και, ευτυχώς για μένα, είμαι αρκετά ευέλικτη για να προσαρμόζομαι στις αλλαγές χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Όμως αυτός είναι ο κόσμος μου και δεν θα ήθελα να τον χάσω. Τι θέλω; Όχι πολλά. Να γίνω όσο καλύτερη μπορώ στη δουλειά μου. Ίσως και η καλύτερη. Υπάρχει ένας τύπος. Δολοφόνος. Ο κορυφαίος στο επάγγελμα ίσως. Οι μπάτσοι τον αποκαλούν Silk. Καταζητείται απ’ όλες τις μυστικές υπηρεσίες του κόσμου και δεν τον έχει δει ποτέ κανείς. Ε, να. Κάπως σαν κι αυτόν θα ήθελα να γίνω. Γιατί όχι, άλλωστε; Μετά, δεν ξέρω, δεν το έχω σκεφτεί πολύ. Δεν είμαι των προγραμματισμών. Αλλά θα μου άρεσε να κάνω κάτι σαν «σχολή» για δολοφόνους. Σήμερα τα κάνουν όλα τόσο ατσούμπαλα, αφήνουν τόνους αίμα πίσω τους και δεν ξέρουν πώς να ξεφεύγουν από τους μπάτσους. Εγώ πάλι, πάντα πίστευα ότι βασικά και πριν απ όλα…ο φόνος είναι τέχνη.


Ενέργειες

Πληροφορίες

Υποβολή σχολίου

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s




Follow

Get every new post delivered to your Inbox.