Burning Underworld

18 11 2007

Σάββατο βράδυ και στο Underworld γινόταν ο κακός χαμός. Το μαγαζί ήταν γεμάτο kindred που δεν είχε ξαναδεί. Η Blythe δούλευε πίσω από τη μπάρα σε εξωφρενικές ταχύτητες. Η Catein κοίταξε γύρω της και είδε μερικά γνώριμα πρόσωπα μέσα σ’όλο το χαμό. Πλησίασε προς τη μπάρα όπου καθόταν ήδη ο Cedric, ο πρώην primogen των Gangrel που είχε κάνει το ολέθριο λάθος να τσαντίσει Malkavians. Η Blythe άφησε κάποιον στο πόδι της και ήρθε δίπλα τους. Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ένας πανέμορφος τύπος που, για μια στιγμή, έστειλε τα σαγόνια όλων τους να κάνουν μια βόλτα στο πάτωμα. Βέβαια, ήταν μόνο για μια στιγμή, γιατί μετά κατάλαβαν ότι δεν ήταν άλλος από τον γνωστό σε όλους τους Nosferatu, Σπηντ. Ο θαυμασμός αντικαταστάθηκε από αηδία καθώς η μπόχα των υπονόμων έφτασε στα ρουθούνια τους. Η πόρτα άνοιξε για δεύτερη φορά και μια πολύ γνώριμη μορφή εμφανίστηκε. Για κάποιον εντελώς απροσδιόριστο λόγο, ο πανικός στο μαγαζί εντάθηκε. Θνητοί άρχισαν να σκοντάφτουν ο ένας πάνω στον άλλο και σε μια γωνιά άρχισαν να παίζονται μέχρι και μπουνιές. Για λίγο, η Catein σκέφτηκε πολύ σοβαρά το ενδεχόμενο να τους «βοηθήσει». Σε κάτι τέτοιες φάσεις ήταν που ένιωθε το αίμα των Brujah να μιλάει μέσα της πιο έντονα από ποτέ. Παρόλα αυτά συγκρατήθηκε και η ομαδική έξαρση ατσουμπαλοσύνης που είχε ξεσπάσει κόπηκε απότομα, καθώς ο Sir William Anderson μπήκε στο Underworld. Η Catein ένιωσε μια απίστευτη παγωνιά να απλώνεται μέσα της. Δεν ήταν μόνο ότι άρχιζαν να μαζεύονται επικίνδυνα πολλοί μη-Brujah εκεί γύρω. Ήταν, κυρίως, ότι δεν εμπιστευόταν τον Ventrue. Γενικότερα, δηλαδή, δεν εμπιστευόταν κανέναν, όμως ο Sir William ήταν ειδική περίπτωση. Αν για ένα πράγμα χαιρόταν η Catein, αυτό ήταν που οι Ventrue είχαν αλλάξει primogen. Δεν ξεχνούσε τις οικειότητες του sir William με τον Βοσκώφ, ούτε τις απελπισμένες προσπάθειές του να τους πείσει να καθαρίσουν τον Τηλέμαχο. Και η Catein μπορεί να ήταν πολλά πράγματα, όμως ηλίθια δεν ήταν σίγουρα. Κι ένας Ventrue που είχε οποιουδήποτε είδους σχέσεις με το Sabbat έκανε εκατομμύρια καμπανάκια κινδύνου να χτυπάνε μέσα στο κεφάλι της. Εκτός αυτό ήταν και το σπαθί. Εντυπωσιακό όπλο, αναμφίβολα, όμως κάτι πολύ παράξενο έτρεχε μαζί του. Δεν είχε διαφύγει της προσοχής της ότι ο Sir William ήταν λίγο διαφορετικός μετά την πιο πρόσφατη συνάντηση του σπαθιού του με κεφάλι vampire. Ούτε είχε ξεχάσει ότι εκείνος ο Malkavian – που ήταν τόσο Malkavian όσο εκείνη κατείχε γνώσεις savoir vivre – τον είχε αποκαλέσει «elder». Αν η υπόθεσή της ήταν σωστή, το συγκεκριμένο σπαθί μάλλον είχε την ιδιότητα να περνάει στον ιδιοκτήτη του τη vitae του θύματός του. Κι αυτό ήταν bad news απ’ όποια πλευρά κι αν το έβλεπε κανείς. Ήταν bad news και λεγόταν diablerie. Κι ήταν το χειρότερο έγκλημα που μπορούσε να διαπράξει ένα kindred. Η Catein δεν ήταν σίγουρη για το κατά πόσο ο prince θα εκτιμούσε αυτά τα νέα. Από την άλλη, βέβαια, δεν ήταν δική της δουλειά.

Εκείνο που την έβγαλε από τις σκέψεις της ήταν η άφιξη των Malkavians. Η Έρι, η Εκάτη και ο Luca ήρθαν σχεδόν ταυτόχρονα. Η Έρι έπεσε πάνω σ’έναν τεράστιο τύπο με τρομαχτική φάτσα που όλοι τους αναγνώρισαν άμεσα ως thin-blooded. Δεκάτης πέμπτης γενεάς. Φρίκη. Έριξε μια ματιά γύρω της και είδε τα μισά kindred στο Underworld να κοιτάνε με εχθρικές διαθέσεις αυτόν και τους όμοιους του. Ωστόσο, υπήρχαν θνητοί μέσα στο κλαμπ και δεν ήταν πολύ σοφή κίνηση να αρχίσουν τις μπουνιές μεταξύ τους. Μάλλον το κατάλαβαν κι οι άλλοι αυτό γιατί δεν έκαναν καμιά επιθετική κίνηση προς το μέρος του τύπου.

Λίγο αργότερα τους πλησίασε μια ακόμη γνωστή μούρη. Ο Αλέξανδρος Παπαδόπουλος που το τελευταίο Elysium ήταν ghoul…πλέον δεν ήταν. Αντ’ αυτού, τους συστήθηκε ως childe της Ρόζας. Και παρήγγειλε μπύρα. Την όποια όχι απλώς παρήγγειλε, αλλά ήπιε κιόλας. Ευτυχώς, η Catein είχε καλά αντανακλαστικά και πρόλαβε να κρύψει έγκαιρα την έκπληξή της, προτού καταστρέψει μια για πάντα τη φήμη της ατάραχης που είχε αποκτήσει.

- Καλησπέρα σας, ακούστηκε μια φωνή από δίπλα τους.

Ο τύπος ήταν ντυμένος στα δερμάτινα από την κορυφή μέχρι τα νύχια και απελπιστικά χλωμός. Δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ, αλλά απέπνεε ολόκληρος μια αύρα «είμαι νεκρός και μ’αρέσει». Ο Toreador καρφώθηκε πάνω του και το βλέμμα του άλλαξε απότομα. Το πρόσωπό του μεταμορφώθηκε σε μια φοβισμένη μάσκα.

- Δεν νομίζω πως γνωριζόμαστε, κύριε…;ανέλαβε τη συζήτηση ο Ventrue.

- Ντραγκοσάνι, απάντησε κοφτά ο άλλος.

- Ενδιαφέρον όνομα. Από πού μας έρχεστε;

- Ρουμανία.

Η Catein σκέφτηκε πως του ταίριαζε. Ο τύπος έμοιαζε με τριτοξάδερφο του Δράκουλα. Όχι τον πραγματικό, αυτόν της ταινίας.

- Sir William Anderson, συστήθηκε ο Ventrue φουσκώνοντας με περηφάνια. Της clan Ventrue. Εσείς;

- Tzimisce.

Όλοι έβγαλαν το σκασμό αυτομάτως. Εκτός, φυσικά, από τον Gangrel. Πήγε δίπλα στον Sir William και ήταν καταφανώς έτοιμος να βγάλει νύχια.

- Tzimisce; Αυτό σημαίνει Sabbat, είπε επιθετικά.

Ο άλλος τον κοίταξε σαν να ήταν ποταπότερος κι από το πιο ποταπό σκουλήκι.

- Ναι. Sabbat. Γνωρίζετε, φυσικά, ότι εδώ είναι ουδέτερο έδαφος.

Κανείς δεν μίλησε. Αλλά ήταν προφανές ότι το μέρος ήταν γεμάτο θνητούς. Ο Σπηντ κι ο Cedric άρχισαν κάτι να ψιθυρίζουν μεταξύ τους. Η Catein ένιωσε την ξαφνική παρόρμηση να χτυπήσει το κεφάλι της στον τοίχο. Για ποιον ακριβώς λόγο πίστευαν οι ηλίθιοι ότι ο Tzimisce δεν θα τους άκουγε; Εδώ τους άκουγε αυτή. Κι ο τύπος μόλις έλεγε στον Ventrue ότι κατείχε τρομαχτικά υψηλόβαθμη θέση στο Sabbat. Μήπως να κοπανούσε τα δικά τους κεφάλια αντί για το δικό της; Όταν ο Cedric την πλησίασε και της είπε το σχέδιο, του έριξε ένα βλέμμα που έλεγε ότι ήθελε να τον δείρει, αλλά δεν είπε τίποτα. Ο Gangrel δεν πήρε χαμπάρι. Προφανώς δεν μιλούσε τη γλώσσα των Brujah.

- Θα ήθελα να συζητήσουμε κάποια θέματα, έλεγε ο Sir William.

Ο Tzimisce ανασήκωσε τα φρύδια του ερωτηματικά.

- Νομίζω πως θα μπορούσαμε να κάνουμε μια ανακωχή. Για το καλό όλων μας.

- Θέλετε δηλαδή να φύγουμε από την Αθήνα;

- Ναι.

Χαμογέλασε και το χαμόγελό του ήταν από τα πιο τρομαχτικά που είχε δει στη ζωή της.

- Η αλήθεια είναι πως σκεφτόμασταν πράγματι να φύγουμε, μέχρι που μερικοί από σας κάνατε μαλακία. Σκοτώσατε έναν δικό μας.

Η προσοχή της Catein αποσπάστηκε και το βλέμμα της πήγε στον Toreador που κοίταζε επίμονα και τρομοκρατημένα έναν τύπο στο μπαρ. Δεν μπορούσε να καταλάβει κάτι ιδιαίτερο από την όψη του, εκτός, φυσικά, από το γεγονός ότι δεν ήταν vampire.

Εκείνη τη στιγμή ήταν που άρχισε να γίνεται της πουτάνας. Ο Zappatera όρμησε σ’έναν θνητό, τον κομμάτιασε και άρχισε να τον πίνει. Το αντικείμενο της προσοχής του Toreador εκτοξεύτηκε στον τοίχο όπου και γραπώθηκε, μεταμορφωμένο σε μια γιγάντια και εξαιρετικά τρομαχτική τριχόμπαλα. Ο Tzimisce κάτι έκανε κι όλοι οι θνητοί μέσα στο Underworld σωριάστηκαν νεκροί. Κι έπειτα το πιο παράξενο πράγμα συνέβη. Ο werewolf όρμησε στον τοίχο και άρχισε να του επιτίθεται κατ’ επανάληψη. Πάνω από τα μισά vampires εκεί μέσα άρχισαν να κάνουν λίγο-πολύ το ίδιο. Και δίπλα τους εμφανίστηκε ο prince, καταφανώς τσαντισμένος. Μια σφήνα εκτοξεύτηκε προς το μέρος του Zappatera, ο οποίος έμεινε ακίνητος.

Το Underworld έδειχνε πιο πουτάνα από ποτέ.

- Θέλατε να μου εξηγήσετε για ποιο λόγο κάθεστε εδώ και συζητάτε με Sabbat και το διασκεδάζετε κιόλας;

- Πρίγκιπά μου, αν μου επιτρέπετε, πετάχτηκε ο Gangrel, εγώ με προτροπή του Speed ετοίμασα ένα σχέδιο επίθεσης.

Η Catein σκέφτηκε πως δεν θα ήθελε ποτέ να την κοιτάξει ο prince μ’αυτόν τον τρόπο.

- Μπροστά του;

- Όχι, πρίγκιπά μου, έπιανα έναν-έναν ξεχωριστά και τους μιλούσα.

- Και πιστεύεις ότι δεν σε άκουγε; Εγώ πάντως ήμουν έξω και σε άκουγα.

Ο Cedric το βούλωσε. Εκείνη τη στιγμή μπούκαρε μέσα ο Andrew Ragg, με τα μάτια κατακόκκινα και τα νύχια έξω. Ο prince στράφηκε προς το μέρος του.

- Δεν σου είπα να με περιμένεις έξω;είπε ο prince τονίζοντας μία-μία τις λέξεις.

Γύρισε προς το μέρος τους και τα μάτια του καρφώθηκαν στον sir William Anderson. Βλέπω ότι πολλά πράγματα έχουν αλλάξει από την τελευταία φορά που σας συνάντησα. Και για ορισμένα από αυτά θα ήθελα εξηγήσεις.

- Ξέρετε, πρίγκιπά μου, άρχισε διστακτικά ο Ventrue, ήρθαμε αντιμέτωποι με έναν δαίμονα και…

- Δεν ήταν δαίμονας, είπε ήρεμα η Catein.

Ο prince στράφηκε προς το μέρος της.

- Και τι ήταν;

- Vampire.

- Και ήταν και ιερέας του Saitan, πετάχτηκε ο αιώνιος Gangrel.

Το βλέμμα του prince άρχισε να τους περιεργάζεται έναν προς έναν κι έδειχνε, πραγματικά, σαν να του είχαν σπάσει τ’αρχίδια.

- Κανένας άλλος; Κάποιος να μου πει ότι ήταν παγωτατζής, για παράδειγμα;

- Αυτό θα μπορούσα να το πω εγώ…,άρχισε να λέει ο Zappatera, που προφανώς κάποιος τον είχε ξεπαλουκώσει.

Ο prince γύρισε προς το μέρος του Andrew.

- Όταν τελειώσουμε από δω, πάρτον και παλούκωσέ τον για μια βδομάδα. Κι εσείς βγείτε έξω. Τώρα.

Υπήρχε κάτι στον τόνο της φωνής του που δεν σήκωνε αντίρρηση. Βγαίνοντας έξω, ο τόπος ήταν γεμάτος πτώματα. Ο διάδρομος, ο δρόμος έξω από το μαγαζί…τα πάντα. Ο prince δεν άργησε να εμφανιστεί.

- Μήπως θα έπρεπε να κάνουμε κάτι για τα πτώματα;είπε η Catein.

Ο prince την κοίταξε.

- Πάρτε τα πτώματα και πετάξτε τα μέσα. Andrew και Cedric, όποιος τολμήσει να πλησιάσει σκοτώστε τον εν ψυχρώ.

Όταν όλα τα πτώματα είχαν μαζευτεί και πεταχτεί μέσα, ο prince πλησίασε την πόρτα.

- Creo ignem,τον άκουσαν να φωνάζει και το Underworld έγινε παρανάλωμα του πυρός.

Η Catein ένιωσε έναν οξύ πόνο μπροστά στο θέαμα. Το Underworld μόλις είχε σβηστεί από το χάρτη.





The Night Starts Here

28 10 2007

Το ραδιόφωνο του ταξί έπαιζε Ντέρτι FM στο τέρμα.

Καρ-διο-πααααθειες… απ’ τις πολλές συμπααααθειες
και εμ-φράγματαααα… απ’ τα πολλά σου σφάλματααααα

“Γεράσιμε, έχεις πάθει ποτέ σου έμφραγμα;” ρώτησε η εκθαμβωτικά όμορφη γυναίκα με το φουλάρι απ’ τη θέση του συνοδηγού.

“Εεε.. όχι..” ψέλλισε ο ταρίφας.

“Θα ήθελες μήπως;” συνέχισε ατάραχη.

“Εεε.. όχι..” επανέλαβε εκείνος, φανερά αγχωμένος. “Θέλετε να το κλείσω;”

“Ναι. Και θέλω την επόμενη φορά να χρειαστεί μονάχα ένα βλέμμα για να το καταλάβεις και όχι μια ανούσια στιχομυθία.”

Ο ταξιτζής άλλαξε σταθμό χωρίς να μιλήσει και απ’ τα ηχεία ξεχύθηκε μια παράξενη μελωδία. Βιολιά και κιθάρες και δυο τύποι να ουρλιάζουν εναλλάξ κομματιασμένους στίχους.

Friday – Friday – Friday – Friday

“Πολύ καλύτερα τώρα. Σ’ ευχαριστώ Γεράσιμε.” είπε η γυναίκα και τύλιξε σφιχτότερα το φουλάρι γύρω απ’ το λαιμό της.

“Σας το είπα και πριν.. αλλά..”

“Ναι;”

“Είστε πολύ όμορφη απόψε. Δηλαδή.. εννοώ.. σας πάει αυτό το καινούριο.. το καινούριο..”

“Ήταν ξεχωριστή βραδιά η αποψινή. I had to appear accordingly”

“Είχαμε κάποια εξέλιξη;”

“Πολλές. Ω, πολλές. Αυτά όμως θα τα πούμε αύριο. Ίδια ώρα, στο δεύτερο υπόγειο. Φέρε και τον Λεωνίδα.”

“Μάλιστα κυρία”

Το ταξί σταμάτησε σε ένα σκοτεινό αδιέξοδο. Από κάπου κοντά ακούστηκε μια σειρήνα ασθενοφόρου.

“Το Τζάνειο εφημερεύει απόψε. Βιάσου, σε περιμένει αρκετή δουλειά.”

Ο ταρίφας ένευσε καταφατικά και αφού της άνοιξε την πόρτα κι έκανε μια μικρή υπόκλιση, μπήκε ξανά στο αμάξι και χάθηκε μ’ ένα στρίγκλισμα των φρένων. Εκείνη σήκωσε με ευκολία το καπάκι του υπονόμου και πήδηξε μέσα. Κρεμασμένη με το ένα χέρι από μια, σχεδόν αόρατη με γυμνό μάτι, προεξοχή, μαντάλωσε τη σχάρα κι έπειτα άφησε απότομα τη λαβή της. Έπεσε πίσω. Το φουλάρι γλίστρησε απ’ το λαιμό της και βυθίστηκε στα λασπόνερα. Λίγα δευτερόλεπτα πριν σκάσει στα πλακάκια τίναξε τα χέρια της προς τα κάτω. Η πτώση έγινε προσγείωση και με μια γρήγορη κίνηση στάθηκε ξανά στα πόδια της. Έγειρε το κεφάλι της στο πλάι καθώς έσπαγε τη μεταμόρφωση και, ταυτόχρονα, άφηνε ένα δυνατό, χορταστικό γέλιο να βγει από μέσα της -ένα γέλιο που έπνιγε και έκρυβε εδώ και ώρες.

Τόσο πετυχημένο Carousel είχε να δει δεκαετίες ολόκληρες. Αλογάκια να γυρίζουν γύρω-γύρω, νομίζοντας οτι θα φτάσουν κάπου… αλλά στην πραγματικότητα η απόσταση να μη μειώνεται ποτέ και η διαδρομή να μένει πάντα η ίδια. Κι αυτό στο μόλις δεύτερο “κανονικό” Elysium της Αθήνας!!! Ένα δεύτερο κύμα γέλιου τη συντάραξε και δε σταμάτησε να γελάει ακόμα κι όταν άρχισε να τρέχει προς το καταφύγιό της.

Λίγο πριν κλείσει τα μάτια της και υποδεχτεί τη λήθη του ξημερώματος που πλησίαζε, σκέφτηκε εκείνον τον θνητό και τις αντιδράσεις κάποιων Ομόαιμων όταν τον ανέφερε. Ναι, δε σταμάτησε ποτέ να τον θαυμάζει και τα ιδανικά που της εμφύσησε θα έμεναν πάντα χαραγμένα μέσα της. Αλλά αυτός δεν ήταν ο μόνος λόγος που άφησε -φαινομενικά τυχαία- το όνομά του να ξεφύγει απ’ τα χείλια της.

“Ο Τίοντορ… θνητός, ναι, αλλά λαμπρός κι εξαίρετος. Αν δεν είχε κι αυτό το παράξενο επίθετο.. Κολ.. Κοτρώνης.. αλήθεια, τον είχατε γνωρίσει;”

Η αντίδρασή τους ήταν αυτό ακριβώς που περίμενε. Γιατί όσο κι αν η Ivory μισούσε το name-dropping μέχρι και την τελευταία της φολίδα, ήταν χρήσιμο που και που να θυμίζει στους νεοσσούς οτι κάποιοι τριγυρνούσαν στους δρόμους αυτής της πόλης περισσότερο καιρό απ’ όσο άφηναν να φανεί.





An ordinary day in an ordinary world (Catein Carlahan)

25 10 2007

Η Catein ήταν κουρνιασμένη σε μια σκεπή κάπου στα Εξάρχεια όταν χτύπησε το κινητό της. Το σήκωσε, εκνευρισμένη που κάποιος έσπαγε την τέλεια ησυχία της νύχτας.

- Παρακαλώ;είπε απότομα και λίγο βαριεστημένα.

Ήταν ακόμα νωρίς, δεν είχε ώρα που είχε σηκωθεί και πάντα ένιωθε ελαφρώς νωχελική στην αρχή της νύχτας.

- Catein;

Η φωνή δεν ήταν άγνωστη, αν και δεν μπορούσε να θυμηθεί πού διάολο την είχε ξανακούσει.

- Ποιος;ρώτησε κι η φωνή της βγήκε περισσότερο τσιτωμένη απ’όσο θα’θελε.

- Α, ναι, συγγνώμη. Jonathan Brower Jr, προσωρινός primogen των Malkavian.

Άρχισε να παίρνει στροφές. Θυμόταν τώρα. Όχι μόνο τη χαρωπή φωνή αλλά και την υπερβολικά-ευτυχισμένη-για-τα-γούστα-της φάτσα. Αναρωτήθηκε τι μπορεί να την ήθελε. Από την άλλη βέβαια, Malkavian δεν ήταν; Κάτι τρελό, σίγουρα.

- Θυμάμαι, είπε κοφτά. Και τι θέλετε;

Ο πληθυντικός κόλλαγε στο λαιμό της, αλλά η Αθήνα αυτή την περίοδο δεν ήταν καλό μέρος για να είναι κανείς αγενής.

- Να, ξέρεις, χάσαμε το μπαμπά και αναρωτιόμουν μήπως ήθελες να με βοηθήσεις να τον βρούμε.

- Για ποιο λόγο;

Παρόλα αυτά είχε ήδη σηκωθεί όρθια κι ετοιμαζόταν να πηδήξει από τη στέγη.

- Για βόλτα, θα τον ψάξουμε λίγο κι άμα δεν τον βρούμε σε δύο ώρες, πάμε για κανένα ποτό, χαχάνισε η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής. Με την καλή την έννοια.

- Υπάρχει καλή έννοια;

- Έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις;

No, not really, σκέφτηκε κι ήταν μια ανακούφιση ν’ακούει τη γλώσσα της μετά από τόσον καιρό…ακόμη κι αν ήταν μόνο στο κεφάλι της. Κοίταξε προσεκτικά το δρόμο κάτω. Νέκρα. Χαμογέλασε μόνη της. Πάντα είχε μια ροπή προς το black humor. Πήδηξε στην άσφαλτο.

- Δεν θα το’λεγα.

- Ωραία, λοιπόν, έρχεσαι;

- Πού;

- Στο Δαφνί.

- Φυσικά, αναστέναξε παραιτημένη. Πού αλλού;

Με τη μηχανή οι αποστάσεις δεν ήταν τίποτα. Και μπορούσε να τρέχει όσο γούσταρε, χωρίς να τη νοιάζει αν θα τη χτύπαγε κανείς. Μια από τις καλές πλευρές αυτού που είχε γίνει. Η sire της, άλλωστε, πάντα της έλεγε ότι ήθελε να τη μετατρέψει σε κάτι ανώτερο απ’ αυτό που ήταν. Φυσικά και τα είχε καταφέρει.

Είδε τη γνώριμη φιγούρα του Jonathan μπροστά στη στάση του λεωφορείου. Έχωσε τη μηχανή ανάμεσα σε δυο αυτοκίνητα με μια άτσαλη κίνηση. Ευτυχώς όχι πολύ άτσαλη. Δεν την έπαιρνε να χαλάσει και δεύτερη μηχανή σε τόσο λίγο διάστημα. Ο Jonathan κούνησε το χέρι του πρόσχαρα. Όσο τον πλησίαζε, τόσο πιο καθαρά τον θυμόταν από το τελευταίο primogen counsel.

- Jonathan, ένευσε κοφτά.

- Πώς είστε αγαπητή;ρώτησε ο νεαρός με το μόνιμα βιδωμένο χαμόγελο στα χείλη.

Στο primogen counsel δεν το είχε πάρει χαμπάρι γιατί ήταν καθιστοί, αλλά τώρα πρόσεξε ότι της έριχνε τουλάχιστον ένα κεφάλι. Η Catein δεν ήταν κομπλεξική, αλλά ήταν κάπως δύσκολο να το παίζεις σκληρή γκόμενα όταν ήσουν αναγκασμένη να σηκώσεις το κεφάλι σου για να κοιτάξεις τους άλλους στα μάτια. Ήταν αταίριαστο. Not to mention, σπαστικό.

- Σκατά, σφύριξε μέσα απ’ τα δόντια της.

Το χαμόγελο του Malkavian, ως αναμενόταν, δεν έσβησε.

- Αυτό, είπε δείχνοντας το ψυχιατρείο, είναι το haven του μπαμπά. Θα σε πείραζε να αρχίσουμε από δω;

Έλεος πια με τα ρημαδο-havens των ρημαδο-elders. Είχε αρχίσει να την κουράζει η όλη ιστορία. Παρόλα αυτά. Τον ακολούθησε αμίλητη. Ποτέ δεν έλεγε πολλά ούτως η άλλως. Ο Malkavian ευτυχώς δεν ήταν η χειρότερη συντροφιά που θα μπορούσε να έχει μια νύχτα όπως αυτή. Κι έπρεπε να παραδεχτεί ότι ήταν συμπαθής και δεν της έσπαγε τα νεύρα. Προς το παρόν, τουλάχιστον.

Ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε σε ψυχιατρείο. Ήταν μεγάλο. Δεν πρόλαβε να παρατηρήσει και πολύ καλά το χώρο, γιατί την προσοχή τους τράβηξε ένα παράξενο δρώμενο στη ρεσεψιόν. Μια πανέμορφη τύπισσα που έμοιαζε με ghoul κι ένας ψηλός άντρας στα σαρανταφεύγα του, διαπληκτίζονταν έντονα.

- Μα σας λέω, δεν είμαι από δω, δεν ξέρω τι κάνω εδώ, έλεγε στα αγγλικά ο άντρας.

Η προφορά της ήταν γνώριμη. Αγγλοσαξονική. Κάτι ξεκλείδωσε μέσα της κι ένιωσε μια παράξενη ανακούφιση να απλώνεται στα μέλη της. Αν ήταν πιο ζωντανή, ίσως να το αντιλαμβανόταν ως θερμότητα.

- Τίλα, είπε ο Jonathan στο ghoul, τι συμβαίνει;

- Ο κύριος εδώ εμφανίστηκε από το πουθενά και δεν έχει φάκελο στο ίδρυμά μας, κύριε.

Ο τρόπος που αναστέναξε ο Jonathan δεν άφηνε κανένα περιθώριο παρεξήγησης. Ήξερε πολύ καλά τι συνέβαινε. Η Catein πάλι, άρχιζε να αισθάνεται ηλίθια. Κι αυτό την έκανε περισσότερο νευρική απ’ το συνηθισμένο.

- Τίλα, μου επιτρέπεις να αναλάβω εγώ τον κύριο;ρώτησε γλυκά-γλυκά ο Malkavian.

- Φυσικά, κύριε.

- Πώς σε λένε, φίλε μου;

Ο άντρας τον κοίταζε σαν να ερχόταν από άλλον πλανήτη. Κι έδειχνε φοβισμένος. Ξαναδοκίμασε, αυτή τη φορά στα αγγλικά.

- Peter, απάντησε ο άντρας.

Μέσα σε λίγα λεπτά είχαν μάθει ότι ήταν φύλακας σ’ ένα κάστρο, ότι σκοπό είχε να προστατεύσει την πόλη του από τους so called “Dragons”, κι ότι αρχηγός του ήταν ένας κάποιος Mayor Braxton. Α, ναι. Και κατά πώς έδειχναν τα πράγματα, μόλις είχε φτάσει από το 1380. Η Catein άρχιζε να έχει σοβαρές αμφιβολίες για τη νοημοσύνη της και την πνευματική της υγεία. Ήταν στο Δαφνί, παρέα μ’έναν Malkavian κι έναν Peter από το 1380. Φυσικά. Έβγαζε τεράστιο νόημα. Το μόνο πρόβλημα ήταν πως εκείνη αδυνατούσε να το δει. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Jonathan είχε αρχίσει να της λέει κάτι πετυχημένα για πύλες που οδηγούσαν στο παρελθόν και άλλα τέτοια όμορφα.

Κι έπειτα, ξαφνικά, περπατούσαν στο διάδρομο του ψυχιατρείου κι η Catein ήταν τόσο μπερδεμένη που σχεδόν περίμενε να πεταχτεί κάποιος από τη γωνία και να της φορέσει την άσπρη μπλουζίτσα και να της πει πως ήταν μια σχιζοφρενής που πίστευε ότι ήταν βρικόλακας. Τίποτα τέτοιο δεν συνέβη, βέβαια. Αυτό που συνέβη ήταν ακόμη πιο παράλογο και τραβηγμένο απ’ τα μαλλιά. Ο Jonathan άνοιξε μια πόρτα και η Catein συνειδητοποίησε πως ο,τι κι αν έπαιζε εκεί πέρα, βρισκόταν μίλια μακριά απ’ αυτό που στην πατρίδα της αποκαλούσαν “sanity”. Γιατί πίσω από την πόρτα δεν βρισκόταν ένα δωμάτιο, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά ένα δάσος. Μάλιστα, δάσος. Ο μόνος που έδειχνε χαρούμενος γι’αυτό ήταν ο Peter. Ο οποίος χωρίς να ρίξει ούτε ένα βλέμμα πίσω του, μπούκαρε στο δάσος κι εξαφανίστηκε. Ο Jonathan πήγε να πει κάτι, αλλά τον πρόλαβε το ghoul.

- Δεν ξέρω τι σκοπεύετε να κάνετε εσείς, εγώ πάντως θα πάω να βρω τον κύριό μου.

Και πέρασε κι αυτή την πόρτα. Λίγο αργότερα, στο έδαφος μπροστά τους – αλλά μακριά τους, παρόλα αυτά – έσκασε μια τεράστια πύρινη σφαίρα. Από τον ουρανό. Malkavian, τύπος από το 1380, πύλη στο παρελθόν, μπάλες φωτιάς. Γινόταν όλο και καλύτερο. Αναρωτήθηκε τι φαρμακευτική αγωγή έδιναν σ’αυτές τις περιπτώσεις.

- Catein, νομίζω πως η δουλειά μας εδώ τέλειωσε, λέω να φεύγουμε.

Και παρόλο που αυτό ήταν το μόνο λογικό πράγμα που είχε ακούσει την τελευταία μισή ώρα, πήγε κι απάντησε ο,τι πιο βλακώδες της κατέβηκε στο κεφάλι. Και ήξερε ότι θα το μετάνιωνε ήδη από τη στιγμή που το ξεστόμισε.

- Και ο πατέρας σου;

Ο Jonathan φάνηκε να κολλάει εκεί. Κι έπειτα πήγε παραδίπλα να κάνει μερικά τηλέφωνα. Η Catein ήταν στην τσίτα. Όχι ιδιαίτερα παράδοξο, δεδομένου ότι πάντα ήταν στην τσίτα, αλλά αυτή τη φορά ήταν διαφορετικό. Ακόμη κι αν όλα αυτά δεν ήταν παρά ένα παραλήρημα, σίγουρα ήταν ένα παραλήρημα που έστελνε την αδρεναλίνη της στα ύψη. Και σ’όλα τα χρόνια που είχε περάσει στο μάταιο τούτο κόσμο, είχε μάθει να το εκτιμάει αυτό.

- Catein, νομίζω πως ήρθε η ώρα να πάμε να βρούμε τον μπαμπά.

Και κάπως έτσι πέρασαν την πύλη. Και η Catein ένιωσε κάτι να έχει αλλάξει στις κινήσεις της. Καταρχήν, ένιωθε πιο βαριά. Όχι με δυσάρεστο τρόπο, στην πραγματικότητα ακόμα κι αυτό το βάρος δεν ήταν τίποτα για κείνη. Αλλά η διαφορά σε σχέση με το πριν ήταν μεγάλη. Το δεύτερο που είχε αλλάξει, δεν το αντιλήφθηκε αμέσως. Θα το είχε αντιληφθεί σε περίπτωση που ανέπνεε, μόνο που δεν ανέπνεε. Αν ήταν θνητή όμως, θα συνειδητοποιούσε πολύ γρήγορα ότι τώρα μπορούσε να μιλήσει χωρίς να κόβεται η φωνή της εξαιτίας της υπερβολικά εφαρμοστής φόρμας που φόραγε συνήθως. Αυτό όμως που την έκανε να καταλάβει ότι κάτι ήταν πολύ λάθος ήταν ότι δεν ένιωθε τον αέρα στο πρόσωπό της.

Τοκ, τοκ, άκουσε το χτύπημα κάπου δίπλα στο κρανίο της. Ο Malkavian. Της ήρθε να ουρλιάξει. Τα νεύρα της δεν ήταν καλά. Μούγκρισε. Ο ήχος ακούστηκε υπόκωφος μέσα στην πανοπλία.

- Για πείτε μου, αγαπητή, πώς αισθάνεστε που βρίσκεστε μέσα σ’ένα πλυντήριο;

- Κλειστοφοβική, γρύλισε η Catein στο κουκουλοφόρο πλάσμα με τη μαύρη κάπα και το τόξο με τα μαύρα βέλη στο οποίο είχε μεταμορφωθεί ο Jonathan.

Κι έπειτα μια ακόμα πύρινη σφαίρα έσκασε κάπου μακριά τους κι η Catein ήξερε ξαφνικά ότι, παραλήρημα ή όχι, τα προβλήματά τους δεν είχαν ακόμα αρχίσει.





Birds of a Feather, present day (Lady Ivory Wrenn)

21 10 2007

Η σχάρα του υπονόμου έκλεισε με θόρυβο και το λιπόσαρκο κορμί εξαφανίστηκε στις σκιές. Μετά από λίγο μια καγκελόπορτα ξεκλείδωσε και το αμυδρό φως της λάμπας γέμισε το δωμάτιο.

“Home sweet home” μονολόγησε η Ivory καθώς κλείδωνε ξανά την πόρτα πίσω της. Επιθεώρησε τον υπολογιστή και τους δέκτες -ναι, συνέχιζε να πιάνει οποιοδήποτε σήμα βρισκόταν σε εμβέλεια… χμμ, ας πούμε αρκετά μεγαλύτερη απ’ όσο ήθελε να νομίζουν οι ομόαιμοί της. Τράβηξε μια καρέκλα αλλά πριν προλάβει να ελέγξει τις καταγραφές που έγιναν κατά την απουσία της, χτύπησε το τηλέφωνο. Ο Ελούνο. Ο Scourge της πόλης. Που επικοινωνούσε μόνο όταν υπήρχε σοβαρός λόγος -κι αυτό αν σε εκτιμούσε. Αλλιώς μιλούσες κατευθείαν με τις γροθιές του. Και μετά από αυτό που έκανε η Ivory… που ξαφνικά, χωρίς καμία προειδοποίηση, έφυγε απ’ τη χώρα δίχως να πει σε κανέναν -ούτε στον prince- τίποτα… εντάξει, μπορεί να μη σήκωνε blood hunt αλλά ουδόλως θα την εξέπληττε αν ο Πρίγκηπας είχε αμολήσει παλουκοφόρους με τη φάτσα της σε χαρτάκι επικύρηξης.

“Παρακαλώ;”

“Lady Ivory. Επέστρεψες.”

“Ναι Ελούνο. Είναι μεγάλη ιστορία και…”

“Α, είμαι σίγουρος. Όσο σίγουρος είμαι οτι δε θέλω να την ακούσω -τουλάχιστον όχι τώρα. Συμβαίνουν πολλά.. γενικότερα.. και απόψε”

“Δηλαδή;”

“Απόψε συγκεντρώνεται μια strike team για να εντοπίσει το familiar των Μάγων που κυκλοφορεί στην Αθήνα. Ξέρεις..”

“Ναι. Τη γυναίκα με τα έξι χέρια.”

“Ακριβώς. Το αποφάσισε το primogen council”

“To..”

“Και μαντεύεις ποιος είναι ο primogen των Nosferatu?”

“Ποιος-”

“Ο Σπηντ”

Το τηλέφωνο έπεσε απ’ τα χέρια της Ivory και το ξανάπιασε πριν φτάσει στο πάτωμα. Μηχανικά. Παγωμένα. Με μια παράξενη αίσθηση που είχε καιρό να νιώσει, να θεριεύει μέσα της και να ακυρώνει τις κινήσεις της. Θυμός; Χα! Αυτό δεν ήταν θυμός. In fact, μακάρι να ήταν.

“Πες μου τι πρέπει να κάνω” είπε με μια φωνή που ούτε η ίδια αναγνώρισε. Άκουσε τις εντολές του Ελούνο κι έπειτα έκλεισε το τηλέφωνο σαν υπνωτισμένη. Το ακούμπησε, εξίσου μηχανικά, πάνω στο τραπέζι, κι έπειτα με αστραπιαία ταχύτητα έριξε μια γροθιά στην καγκελόπορτα. Τα σίδερα λύγισαν και η κλειδαριά παραμορφώθηκε, σαν κομμάτι σουρεαλιστικού πίνακα.

“My childe…” γρύλισε. Τα λόγια της έσταζαν οργή και τα μάτια της αιμάτινα δάκρυα. “Εγώ σου έμαθα το σεβασμό! Σε αντιμετώπισα ισότιμα απ’ την αρχή ως το τέλος! Στάθηκα ενάντια.. ενάντια στο δικό μου sire όταν εκείνος..” Τίναξε μπροστά τα χέρια της και η φωνή της έσπασε μαζί με τη σιδεριά που είχε απομείνει.

“Λένε πως κάθε σκυλί μοιάζει στον αφέντη του. Αλλά εγώ δε σε δίδαξα έτσι, Σπήντ. Εμείς ήμασταν σύντροφοι. Τα σκυλιά και οι αφέντες ήταν για τους άλλους. Και πάνω απ’ όλα -όλα, που να πάρει η ευχή- είσαι Nosferatu!”

Οι λέξεις της έσβησαν καθώς έσφιγγε και χαλάρωνε τις γροθιές της σε μια φανερή προσπάθεια να συγκρατήσει την οργή που έβραζε μέσα της.

“Θα σ’ ακούσω, ναι. Και θα σου δείξω σεβασμό… primogen” ψιθύρισε χωρίς να μπορέσει να πνίξει ένα υγρό γέλιο. “Αν όμως πας να γίνεις σκυλί κακού αφέντη, παλιό μου ghoul, θα με βρεις μπροστά σου. Κι αν φτάσουμε εκεί, ίσως να μετανιώσεις που σου φέρθηκα καλά όλα αυτά τα χρόνια. Γιατί αλλιώτικα μπορεί και να ήξερες μέχρι που είμαι διατεθειμένη να φτάσω..”

Μισή ώρα αργότερα, οι σκιές πύκνωσαν σε μια γωνία του ηλεκτρικού. Έκλεισε το τηλέφωνο κι έβαλε το γράμμα στην τσέπη της. Στην πόλη είχαν φτάσει δυο νέα Kindred. “Φανταστικά. Λες και δεν είχαμε αρκετά προβλήματα με τα ήδη υπάρχοντα..” σκέφτηκε η Ivory πριν πηδήξει στην οροφή του βαγονιού που μόλις ξεκινούσε για κέντρο.





Lace and Losses, the prelude (Claudia Pazolini)

17 09 2007

Sicily, 1898

«Η θέση της γυναίκας είναι στο σπίτι!» φώναξε ο γκριζομάλλης μεσήλικας, χτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι. Έπειτα γύρισε προς τον ηλικιωμένο άντρα που καθόταν στην άλλη άκρη του δωματίου και παρατηρούσε, δήθεν αδιάφορα, τα παραθυρόφυλλα που έτρεμαν από τον φθινοπωρινό αέρα.

«Σε σέβομαι και το ξέρεις. Από τη μέρα που γεννήθηκα δε σε παράκουσα στιγμή. Όμως εδώ είναι το σπίτι μου, Άντζελο, κι εδώ αποφασίζω εγώ. Η θέση της κόρης μου είναι εδώ. Δίπλα στην οικογένειά της, στον πατέρα και τη μάνα της, στον άνδρα που θα τη ζητήσει σε γάμο και στα παιδιά που θ’ αποκτήσει -κι αυτή η μέρα δεν είναι μακριά. Ήδη ο δούκας του Ταβιάνι έστειλε-»

Ο γέρος σηκώθηκε απότομα τη στιγμή που τα πατζούρια έσκασαν με έναν εκκωφαντικό κρότο πάνω στα τζάμια. Ο μεσήλικας αυτόματα σιώπησε και πισωπάτησε διστακτικά. Η φωνή του γέρου, παράξενα στεντόρεια για την ηλικία του, γέμισε το δωμάτιο.

«Η θέση της γυναίκας είναι εκεί που τη χρειάζεται η φαμίλια! Θα τολμήσεις να εναντιωθείς και σ’ αυτό, Μάρκο;»

Εκείνος ξαφνικά χλώμιασε, τράβηξε μια καρέκλα και σωριάστηκε πάνω της. Ο γέρος τον πλησίασε.

«Ξέρεις ότι το μόνο που σκέφτομαι είναι η ευημερία μας, αδερφέ μου» του είπε με καθησυχαστική φωνή. «Ο Θεός σε ευλόγησε με δυο παιδιά -ικανά παιδιά, άξια να φέρουν το όνομα Παζολίνι. Άφησέ τα να αποδείξουν την αξία τους λοιπόν. Άφησέ τα να ανοίξουν τα φτερά τους. Γιατί στο λεω με σιγουριά -αν τώρα επιμείνεις και κλείσεις την Κλαούντια σε μια κουζίνα, καταπώς πιστεύεις πως πρέπει να γίνει, τόσο υπογράφεις και την πτώση του Λεονάρντο. Δεν είναι έτοιμος να φύγει μόνος, αδερφέ μου, κι αν το κάνει δεν πρόκειται να μάθει τίποτα. Χρειάζεται ένα χέρι να τον συγκρατεί όταν προσπαθεί να περάσει όρια που δε θα έπρεπε να αψηφήσει. Κι όσο για την Κλαούντια… έχει πολλά να μάθει ακόμα, πολλά που σίγουρα δε θα βρει μόνη της και σίγουρα δε θα βρει εδώ..» είπε ο γέρος τονίζοντας μια-μια τις λέξεις του, ενώ ο συνομιλητής του απέστρεφε το βλέμμα.

«Μάλιστα. Να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον λοιπόν. Ας είναι. Αν λες ότι αυτό, πραγματικά, θα είναι η καλύτερη λύση…» Τα λόγια του διέκοψε ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα και ο ηλικιωμένος χαμογέλασε.

«Πέρασε μέσα Κλαούντια. Μόλις συζητούσαμε με τον πατέρα σου για σένα…»

———————————————————————-

Oxford, 1800

«Δεν απάντησες στην ερώτησή μου, Κλαούντια» είπε ο λεπτοκαμωμένος άντρας ενώ γέμιζε με αργές κινήσεις την πίπα του. «Αν ήσουν εσύ στη θέση του συμβουλάτορα, τι θα έκανες;»

«Με όλο το σεβασμό Πάολο..» ξεκίνησε εκείνη διστακτικά. Ο Πάολο της έκανε νόημα να συνεχίσει, ακόμα αφοσιωμένος στο γέμισμα του καπνού.

«Με έχει μπερδέψει λίγο η τροπή που έχουν πάρει τα μαθήματά μας. Τα βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέροντα -μέχρι και τα Ελληνικά, που στην αρχή είχα αντιπαθήσει- όμως η αλήθεια είναι πως δεν καταλαβαίνω σε τι αποσκοπούν.»

Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα λιπόσαρκα χείλη του άντρα. «Πάντα ανυπόμονη, πάντα έτοιμη να φτάσεις στο τέλος του βιβλίου χωρίς να έχεις διαβάσει τον πρόλογο! Γιατί δεν αφήνεις τον εαυτό σου να αφοσιωθεί στη διαδικασία, Κλαούντια; Ο τρόπος που χτίζεται ο κόσμος μας είναι μάθημα χωρίς γραμματική και λεξικό. Αλλάζει κάθε μέρα, κάθε λεπτό που περνάει. Άφησε λοιπόν και τον εαυτό σου να αλλάξει. Δε λύνονται όλες οι εξισώσεις με τον ίδιο τύπο, άλλωστε..»

Η Κλαούντια χαμήλωσε το βλέμμα της. «Καταλαβαίνω. Αλλά δυσκολεύομαι. Γιατί, Πάολο, όσο κι αν με συναρπάζουν αυτά που μου λες, ξέρω κατά βάθος ότι δεν είναι για μένα. Τέτοιες γνώσεις και ικανότητες προορίζονται για τον Λεονάρντο και όσους γεννήθηκαν για να είναι στη θέση αυτού που διοικεί. Εγώ -για πόσα χρόνια θα τον βοηθάω στους υπολογισμούς; Δυο; Τρία; Ήδη θεωρούμαι γεροντοκόρη -και πιθανότατα είμαι. Γιατί λοιπόν τα μάθω όλα αυτά; Έτσι κι αλλιώς σε λίγους μήνες ο Λεονάρντο αποφοιτεί και θα γυρίσω στην Ιταλία μαζί του. Όπως μου είπε και ο πατέρας-»

Ο Πάολο τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά και φύσηξε τον καπνό προς το μέρος της τόσο γρήγορα κι απότομα, που την έπιασε στη μέση της φράσης της και άρχισε να βήχει.

«Ένας καλός γάμος λοιπόν… αυτό πραγματικά θέλεις από τη ζωή σου Κλαούντια; Αυτό θα ήθελε ο θείος σου;»

Εκείνη κράτησε το βλέμμα της χαμηλωμένο. «Όχι» ψιθύρισε. «Όχι. Αλλά τι μπορώ να κάνω;»

Με άλλες δυο γρήγορες εκπνοές, το μικρό μελετητήριο είχε γεμίσει με αρωματικό Ολλανδικό καπνό. Ο Πάολο έκλεισε τα χέρια της στα δικά του και τραβώντας την απαλά κοντά του, την ανάγκασε να τον κοιτάξει.

«Ο δρόμος που σου αναλογεί είναι μεγαλύτερος απ’ όσο νομίζεις. Ο θείος σου μου είχε μιλήσει για σένα απ’ όταν ήσουνα παιδί. Σε περίμενα, και η αναμονή άξιζε τον κόπο»

Οι λέξεις του ηχούσαν μαγευτικά ενώ πλησίαζε το κορμί του στο δικό της ολοένα και περισσότερο. Η πίπα αφέθηκε να σιγοκαίει στο αλαβάστρινο τασάκι όσο τα χείλη του άγγιζαν το λαιμό της και τα χέρια του έβρισκαν το δρόμο για το αμαρτωλό σημείο ανάμεσα στα πόδια της, κάτω απ’ τη δαντελένια της φούστα. Η καρδιά της Κλαούντια πήγαινε να σπάσει, αλλά δεν αντιστάθηκε. Κάπου βαθιά μέσα της ήξερε ότι αυτό που έκανε ήταν λάθος -αλλά δεν την ένοιαζε. Το ήθελε, τον ήθελε όσο τίποτα άλλο. Κι έτσι τον άφησε να τη γδύσει και να την ξαπλώσει στην απαλή μοκέτα. Τα χείλη του ταξίδεψαν στο κορμί της, απ’ άκρη σ’ άκρη, και ξαφνικά, με μια κίνηση κι ένα συναίσθημα που όμοιό του δεν είχε φανταστεί καν ότι υπήρχε, ένιωσε να εκρήγνυται σε χίλια κομμάτια και ν’ ανασυντίθεται ξανά. Αυτό όμως ήταν μόνο η αρχή, γιατί τη στιγμή που μπήκε μέσα της, γεύση και αφή έγιναν ένα, μια ολοκληρωτική αίσθηση που την τύλιξε ολόκληρη κι έκανε το χρόνο να χάσει το νόημά του.

Την κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του όταν τα χείλη του επέστρεψαν στο λαιμό της. «Τώρα, όμως, η αναμονή τελείωσε. Και είναι καιρός να δεις αυτό για το οποίο πραγματικά προορίζεσαι.»

Η κραυγή βγήκε δυνατή από το μισάνοιχτο στόμα της -μαζί με την ανάσα που κρατούσε τόση ώρα μέσα της από αγωνία και προσμονή.

Την ανάσα που έμελλε να είναι και η τελευταία της.

——————————————————————-

Στον ανθισμένο κήπο ενός σιτσιλιάνικου αρχοντικού, ένα ποτήρι γεμάτο κόκκινο κρασί υψώθηκε γιορταστικά στο φεγγαρόφωτο.

«Απόψε λοιπόν»

«Απόψε, πραγματικά» είπε ο ηλικιωμένος που κρατούσε το ποτήρι. «Δε θα αργήσει και η δική του μέρα πάντως -μην ανησυχείς»

Ο άντρας δίπλα του αναστέναξε. «Αναρωτιέμαι, αδερφέ μου, αν έπρεπε να έρθουν έτσι τα πράγματα»

Το ποτήρι του γέρου άδειασε κι εκείνος έσπευσε να το ξαναγεμίσει.

«Είχες 20 χρόνια για να συνηθίσεις στην ιδέα, Μάρκο -και πήγες κόντρα στη φαμίλια μέχρι εκεί που μπόρεσες. Τώρα δεν είναι πια στα χέρια σου», είπε ο γέρος και σηκώθηκε απότομα επάνω, με υπερβολικά πολλή ζωντάνια για την ηλικία του. Σχεδόν μη-ανθρώπινη, θα έλεγε κάποιος τρίτος αν τον έβλεπε.

Κι αν αυτός ο τρίτος κοιτούσε προσεκτικότερα και τα ποτήρια, ίσως και να σκεφτόταν πως αυτό το υγρό φαινόταν πολύ σκούρο για να ‘ναι κρασί…

——————————————————————

Date: May 10th, 2007

To: VPalaiologos
From: CPazolini
Subject: Greetings

Victor,

Long time no see. I heard that the Kindreds of Athens screwed up big time –and I only hope you had no part in this. However, I’m glad you survived and you have my deepest sympathy for your loss. Your sire was a well respected Cainite that will surely be missed on the days to come. Gone he might be, though, empty his place is not. He left behind a progeny worthy of his legacy, Victor, and it’s high time you realized the position you’re in. The news is indeed grim –Camarilla in Athens is virtually non-existent, no more than a handful of Kindred headless and scattered. And I’m sure future will be even grimmer, but that’s something we must be prepared to face. Yes Victor, “we”. Not a random plural, not even a “lapsus linguae” as my Latin teacher used to say. A mere fact that last week’s massacre brought closer than I originally planned.

I’m coming to Athens in two nights time. I can’t tell you for how long I am going to stay, but I shan’t leave until we cement Camarilla in Athens. You have my word on that.

Oh, and Victor you should feel grateful that padrone decided to send over me instead of anyone else.

We will meet soon

Claudia Pazolini





Straight To You (Emmanuel La Croix)

2 07 2007

Ο Εμμάνουελ κοίταξε διστακτικά το είδωλό του στον καθρέφτη. Παρά τη σκοτεινή του φύση, είχε καταφέρει να ακολουθήσει πιστά τις αρχές του, τον κώδικα τιμής ενός πραγματικού Ιππότη και ποτέ δεν αμφέβαλλε γι’ αυτό. Η πραγματικότητα όμως, μαζί με τις πράξεις του, είχε έρθει τώρα για να τον διαψεύσει. Έσφιξε τα δόντια και τίναξε μπροστά τη γροθιά του, που όμως σταμάτησε απότομα λίγο πριν πέσει με δύναμη πάνω στη γυάλινη επιφάνεια.

Ένας Ιππότης δεν κρύβεται ούτε δειλιάζει, και πάνω απ’ όλα δεν ξεχνάει. Εκείνος όμως είχε αλλάξει πρόσωπο, όνομα, τόπο… είχε κρυφτεί από το μίσος των εχθρών του και από την αγάπη της μοναδικής γυναίκας που τον έκανε να νιώθει διαφορετικός. Έπρεπε να φτάσει η αυγή της μάχης για να το καταλάβει; Έπρεπε να του χτυπήσει την πόρτα ο κίνδυνος για να πάψει να κρύβεται πίσω από μια μάσκα; Έπρεπε να νιώσει τον πόθο στα χέρια μιας άλλης γυναίκας για να θυμηθεί εκείνη που δεν έπρεπε ποτέ του να λησμονήσει;

Όλη του η σιγουριά και η μεγαλοπρέπεια κατέρρευσαν σε ένα άηχο κλάμα με ματωμένα δάκρυα. Κάπου στην άκρη του δωματίου, ένας πίνακας σαν να κινήθηκε ελαφρά.. και η ζωγραφισμένη μορφή φάνηκε να θρηνεί μαζί του.

«Αυτό, λοιπόν, είναι το πρόσωπο ενός δειλού?», μουρμούρισε καθώς προσπαθούσε να συγκρατήσει την οργή του. Έκλεισε τα μάτια και άγγιξε τα βλέφαρά του με δάχτυλα που έτρεμαν. Ήξερε. Δεν έφταιγε ο καθρέφτης αλλά το είδωλο. “I, Emmanuel La Croix, shall hide no more”, φώναξε καθώς χάραζε αργά το πρόσωπό του με τα νύχια του, αφήνοντας το αίμα να κυλήσει στην ακριβή μοκέτα.

.

Ο Νικ ξύπνησε απότομα, λουσμένος στον ιδρώτα. Ανοιγόκλεισε για λίγο τα μάτια, ίσα-ίσα για να συνειδητοποιήσει πως είχε ξυπνήσει στ’ αλήθεια, κι έπειτα άναψε το φως. Κοίταξε το ρολόι. Ήταν σχεδόν πέντε το πρωί. Ένιωθε τα μέλη του ακόμα μουδιασμένα από την ένταση του εφιάλτη -δεν υπήρχε περίπτωση να κοιμηθεί ξανά. Πήγε στην κουζίνα και έβαλε ένα ζεστό τσάι με μπόλικο γάλα.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε ένα όνειρο σαν κι αυτό. Ο ψυχαναλυτής του επέμενε πως επρόκειτο για καταπιεσμένες εικόνες του ασυνείδητού του. Εκείνος, πάλι, πίστευε πως ο ψυχαναλυτής του ήταν απλά ηλίθιος. Κρατούσε όμως τέτοιες απόψεις για τον εαυτό του. Στο κάτω-κάτω προσπαθούσε να τον βοηθήσει. «Βέβαια», μονολόγησε σαρκαστικά. «Όταν έχεις λεφτά όλοι προσπαθούν να σε βοηθήσουν». Ναι, ήταν επιτυχημένος και πολλές ψυχαναλυτικές συνεδρίες -μαζί με άλλες, περισσότερο παραισθησιογόνες και λιγότερο politically correct καταστάσεις- αποτελούσαν τα πρώτα υλικά για τη συνταγή της επιτυχίας του. Ιστορίες, στίχοι, μουσική, όλα πήγαζαν από τα βιώματα και την αχαλίνωτη φαντασία του. Και φυσικά από τα όνειρά του. Σκοτεινά, ειδυλλιακά, τρομακτικά ή μελωδικά, ο,τι κι αν έπαιζε κάθε βράδυ το γκροτέσκο σινεμά πίσω από τα κλειστά του βλέφαρα, εκείνος μπορούσε να το πλάσει στη μορφή που επιθυμούσε. Όμως αυτά τα όνειρα είχαν κάτι το διαφορετικό. Ήταν περισσότερο ζωντανά και έντονα, και το καθένα αποτελούσε λογική συνέχεια του προηγούμενου. Σαν να έμπαινε σε μια άλλη πραγματικότητα, σαν να παρατηρούσε κάτι που πραγματικά συνέβη. Όλα είχαν τον ίδιο πρωταγωνιστή, έναν περίεργο τύπο ονόματι Εμμάνουελ που έμοιαζε με βρικόλακα-πολεμιστή. Στην αρχή δεν τον είχαν παραξενέψει -είχε ονειρευτεί και φρικτότερες εικόνες για να τρομάξει από έναν Αναγεννησιακό Κόμη Δράκουλα. Όμως καθώς τα βράδια περνούσαν, αναγκάστηκε να τους δώσει περισσότερη προσοχή. Με τον καιρό η ένταση των ονείρων του κλιμακωνόταν. Το αποψινό ήταν μακράν το πιο δυνατό που είχε δει ποτέ του. Σχεδόν μπορούσε να αισθανθεί τον πόνο και τη ματαίωση αυτού του απέθαντου πλάσματος που είχε αναγκαστεί να αλλάξει πρόσωπο και ταυτότητα για να γλυτώσει από τους εχθρούς του -και στην πορεία, ξέχασε τη μοναδική γυναίκα που τον αγάπησε.

«Βρικόλακας-πολεμιστής? Μου φαίνεται πως έχω αρχίσει να τα χάνω», σκέφτηκε καθώς τελείωνε το τσάι του. «Και δεν θα μπορούσε να με βρίσκει σε χειρότερη στιγμή». Αυτό ήταν εν μέρει αλήθεια και το ήξερε. Ο καινούριος δίσκος του βρισκόταν ήδη στα σκαριά, αλλά η έμπνευσή του έμοιαζε να τον έχει εγκαταλείψει προσωρινά. Σκεπτόμενος όμως το όνειρο ακόμα μια φορά αποφάσισε να κάνει μια τελευταία προσπάθεια. Έσφιξε τη ρόμπα του και κάθισε στο πιάνο του. Καθώς ακουμπούσε τα δάχτυλά του πάνω στα πλήκτρα και ο δυνατός ήχος τους γέμιζε το δωμάτιο, θυμήθηκε πως άγγιζε ο άντρας το πρόσωπό του κι εκείνο αιμορραγούσε ακατάπαυστα. Η ομοιότητα ανάμεσα σε αυτές τις δυο κινήσεις τον έκανε να ανατριχιάσει.

«Ακόμα και ο πιο λαμπερός πύργος μπορεί να καταρρεύσει κάποια στιγμή. Όταν γίνει αυτό, πρέπει να τρέξεις προς τη σωστή κατεύθυνση…» μονολόγησε ο Νικ και συνέχισε να παίζει.

.

Η φλόγα ενός κεριού τρεμόπαιζε στο γείσο του παραθύρου, όταν ο Εμμάνουελ άκουσε το χτύπο της πόρτας. Την άνοιξε και μπροστά του στεκόταν ο υπηρέτης του. «Έχετε επισκέψεις, κύριε», του είπε κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Δεν χρειάστηκε να σχολιάσει την αλλαγή της εμφάνισής του. Ήταν ο πιστός του υπηρέτης, ήταν μαζί του από την αρχή και σίγουρα περίμενε αυτή τη στιγμή σχεδόν όσο και ο Εμμάνουελ.

«Ποιος είναι?»

«Μια γυναίκα, κύριε. Δεν μπόρεσα να διακρίνω τα χαρακτηριστικά της -φοράει μια μαύρη κάπα που σκεπάζει το προσ…»

Ο Εμμάνουελ τον διέκοψε, όντας σίγουρος πως αν είχε ακόμα καρδιά, τώρα θα χτυπούσε με ασύλληπτη ταχύτητα. «Πες της να ανέβει. Αμέσως».

Έπειτα έκλεισε την πόρτα, μπήκε ξανά στο δωμάτιό του και περίμενε. Παρά τις οξυμένες αισθήσεις του, δεν την άκουσε να μπαίνει.

«Ήρθα, αγαπημένε». Η φωνή της ακούστηκε σαν ψίθυρος κι όμως κατάφερε να απλωθεί σε όλο το δωμάτιο.

Γύρισε και την κοίταξε. Ήταν ακριβώς όπως τη θυμόταν, ίσως ακόμα πιο όμορφη. Χλωμή, αέρινη και άσπιλη. Καθώς τύλιγε τα χέρια της γύρω από το κορμί του, τα εβένινα μαλλιά της απλώθηκαν και τους τύλιξαν σαν υγρό μετάξι.

Θεωρητικά είχε όλη την αιωνιότητα μπροστά του. Κάτι όμως του έλεγε πως αυτή η στιγμή ήταν το απόγειο όλης του της ύπαρξης. Όχι οι μάχες, ούτε οι λαμπρές του νίκες. Αυτή και μόνο αυτή η στιγμή συμπύκνωνε το νόημα του κόσμου.

Λίγο πριν ξημερώσει, εκείνη στάθηκε μπροστά του. Τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια κι έπειτα δάκρυσε -με άλικα δάκρυα, που γίνονταν μαύρος καπνός μόλις έπεφταν από το πρόσωπό της. Άγγιξε ένα από αυτά με προσοχή κι έπειτα έκλεισε τη σταγόνα στη χούφτα της. Όταν άνοιξε ξανά το χέρι της, εκεί βρισκόταν ένα κατακόκκινο ρουμπίνι. Το έτεινε προς το μέρος του.

«Αυτό για να θυμάσαι την Κασσιόπεια. Πρέπει να φύγω, αγαπημένε, πρέπει να αναπαυθώ. Το ξέρεις, αυτός ο κόσμος δε με χωράει πια. Και ο μόνος λόγος που βρίσκομαι ακόμα εδώ είσαι εσύ.»

Ο Εμμάνουελ πήρε το ρουμπίνι με τρεμάμενα χέρια. «Πότε θα σε ξαναδώ;» είπε χωρίς να την κοιτάζει.

«Μην κάνει ερωτήσεις των οποίων ξέρεις ήδη την απάντηση, Ιππότη. Αυτό που μοιραζόμαστε είναι πολύ βαθύ για να υπακούσει σε περιορισμούς της σάρκας. Δεν ξέρω αν θα με ξαναδείς. Εγώ όμως θα είμαι για πάντα μαζί σου.»

Καθώς η σκοτεινή μορφή της εξαφανιζόταν μέσα από τις σκιές και ο Εμμάνουελ έπεφτε εξαντλημένος σε λήθαργο, τα λόγια της αντηχούσαν οδυνηρά πανέμορφα στα αυτιά του.

«Να θυμάσαι την Κασσιόπεια……»

.

Αυτή τη φορά ο Νικ δεν άνοιξε τα μάτια του μόλις ξύπνησε. Τα κράτησε σφιχτά κλειστά και άφησε μόνο έναν μικρό αναστεναγμό καθώς εκσπερμάτωνε πάνω στα τσαλακωμένα σεντόνια. Πρόλαβε μόνο να κάνει ένα γρήγορο ντους, σαν υπνωτισμένος, πριν καθίσει ξανά στο πιάνο. Θυμόταν το όνειρο με κάθε λεπτομέρεια. Το κερί που τρεμόσβηνε στο παράθυρο και το πρόσωπο της κοπέλας που τόσο του θύμιζε κάποια που γνώριζε…

Όταν, μετά από μια ώρα, κατάλαβε ότι είχε δακρύσει, πετάχτηκε πάνω και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Δεν είδε τίποτα άλλο παρά το κουρασμένο του πρόσωπο -για ένα λεπτό όμως θα ορκιζόταν ότι έκλαιγε κι εκείνος με ματωμένα δάκρυα.

Η μάχη ήταν σκληρή και ο Εμμάνουελ ήξερε ότι ρίσκαρε πολλά με το να εμφανιστεί έτσι -με το πραγματικό του πρόσωπο και τον υπηρέτη του να κρατά περήφανα το λάβαρο της οικογένειάς του. Όμως τα κατάφεραν. Τα κατάφερε. Και δεν χρειαζόταν να κρύβεται πια. Ήταν ένας Ιππότης και αυτό δεν μπορούσε ποτέ να αλλάξει. Οι καταστάσεις που τον περιέβαλλαν, όμως, μπορούσαν -και το έκαναν, το αμέσως επόμενο βράδυ από τη νύχτα του θριάμβου του.

Η προδοσία και η υπέρτατη προσβολή στην ιπποτική τιμή του τον έπιασαν απροετοίμαστο. Ήρθαν, όπως γίνεται πάντα, από κάποιον που εμπιστεύθηκε, που πολέμησαν πλάι-πλάι. Ο Σεμπαστιάν τον αψήφησε και τον ατίμωσε, κι έπειτα αρνήθηκε να τον αντιμετωπίσει σε μονομαχία. Δεν είχε σημασία αν θα κέρδιζε ή αν θα έχανε. Τίποτα δεν είχε σημασία. Το μόνο που μετρούσε ήταν η ατίμωση. Βαριά και οδυνηρή σαν πυρωμένο μέταλλο, έκανε όλο του τον κόσμο να τιναχτεί στον αέρα. Όχι. Ο Σεμπαστιάν μπορεί να ήταν δειλός και άτιμος, αλλά εκείνος, ο Εμμάνουελ Λα Κρουά, του οίκου των Λα Κρουά, ποτέ δεν ήταν και ποτέ δε θα γινόταν. Πήρε μια γεύση της δειλίας όταν κρύφτηκε πίσω από ένα προσωπείο για να κερδίσει λίγα χρόνια ζωής -και ποιο ήταν το τίμημα; Η προδοσία των ιδανικών του και της γυναίκας που του έδωσε ψυχή.

Η Κασσιόπεια μακριά. Ένα με το χάος, σπρωγμένη σε αυτό από έναν κόσμο που δεν μπορούσε να σηκώσει το βάρος της φυλής της. Κι αυτός; Προσπαθούσε να κρατήσει τον κώδικα τιμής του σε έναν κόσμο που σιγά-σιγά ευτελιζόταν. Αν ήθελε να συνεχίσει να ζει, η μόνη λύση ήταν ο συμβιβασμός. Όχι. Του άξιζε κάτι περισσότερο από αυτό. Η τιμή, η ιπποσύνη, οι όρκοι πίστης σε ιδανικά που οι περισσότεροι θεωρούν ξεχασμένα -αυτά δεν δέχονταν συμβιβασμούς και υποχωρήσεις. Όχι από έναν ευγενή Ναΐτη που -θνητός ακόμα- κατάφερε να σκοτώσει ένα πλάσμα του σκότους με γυμνά χέρια. Όχι από τον αγαπημένο εκείνης.

Με αργές αλλά σταθερές κινήσεις έβγαλε την πανοπλία του, μπροστά στα μάτια των έκπληκτων συντρόφων του. Αποχαιρέτησε τον καθέναν ξεχωριστά και πριν χαθεί μέσα στο σκοτάδι της Σικελίας, ακούμπησε το ρουμπίνι στο στήθος του και έκλεισε για λίγο τα μάτια.

«Μαζί μέχρι το τέλος, αγαπημένη. Το ξημέρωμα δεν είναι μακριά…»

.

Ο Νικ χρειάστηκε αρκετή ώρα για να ξαναβρεί την ανάσα του. Ούτε καν προσπάθησε να ανάψει το φως -δεν είχε το κουράγιο. Μπορεί το όνειρο να είχε τελειώσει, αφήνοντάς του μια γεύση στάχτης στο στόμα, όμως το μυαλό του κατέκλυζαν συναισθήματα που μετατρέπονταν σε εικόνες. Ουράνια τόξα και πεφταστέρια για κάποια ιδανικά του αρχαίου κόσμου που έχασαν έναν ακόμα άξιο μαχητή τους. Καταιγίδες, βροντές και κεραυνοί που ωχριούσαν μπροστά στην οργή και τη δύναμή του. Ναι, οι πόρτες του Παραδείσου θα ήταν πάντα κλειστές για ‘κείνον, έναν πολεμιστή του Θεού που κατέληξε πλάσμα της νύχτας. Αλλά ο Νικ ήταν σίγουρος πως πολλές πύρινες ρομφαίες θα υψώνονταν προς τιμήν εκείνου του Πολεμιστή, ενώ κάποιοι καταραμένοι Άγγελοι θα μεθούσαν για το χαμό του και θα ούρλιαζαν στο ασημένιο φεγγάρι.
Όχι, ο Νικ δεν ήταν Άγγελος. Ένας απλός μουσικός ήταν, που έβλεπε παράξενα όνειρα και πίστευε στον Θεό με έναν κολασμένο τρόπο. Ούτε μπορούσε να ξέρει αν υπήρχε έστω και μια δόση αλήθειας σε όλα όσα ονειρευόταν. Έτσι δεν μπορούσε να ξέρει αν κάποιος Θεός, Δαίμονας, Άγγελος ή έστω περιπλανώμενος βάρδος κατάφερε ποτέ να μεθύσει και να αφηγηθεί την ιστορία αυτού του Ιππότη. Δεν ήξερε και δεν ήθελε να ξέρει, δεν ήθελε και δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά.

«Δεν έφυγες μάταια, Ιππότη», ψιθύρισε ο Νικ αδειάζοντας το ποτήρι του. «Έφυγες για να κρατήσεις ζωντανά αυτά για τα οποία πολέμησες… και για να βρεις εκείνη. Κι εγώ θα τραγουδήσω την ελεγεία σου»





In the mind of the deranged

5 04 2007

O George ανέπνεε αργά, οι τρεις άλλες παρουσίες στο μικρoσκοπικό σκοτεινό δωματίο του προκαλούσαν τρόμο. Δεν μπορούσε να δει τα πρόσωπα τους, όμως οι φωνές τους έλεγαν πιο πολλά πράγματα για αυτούς απο οποιαδήποτε εικόνα

“Εντάξει, έφτασες στην Αθήνα.” είπε η Arianna. “Και τώρα τι? Θα κάτσεις απλά να κοιτάς την Camarila που χτίζεται? Πρέπει να αναλάβεις ενεργό ρόλο σε αυτήν, κουφιοκέφαλε! Δε γίνεται να το παίξεις θεατής, ξέρεις οτι δεν σου πάει καθόλου! Βγες έξω, ψάξε, βοήθησε τον Prince, οδήγησε τα Kindred. Διεκδίκησε όσα σου ανήκουν”

“Καλή μου αδελφή, μην τον τρομάζεις” αποκρίθηκε η Kristina. “Ο αγαπητός George δεν θα προσπάθούσε ποτέ να κάνει κάτι που θα στενοχωρούσε κάποια απο τις τρεις μας, έτσι δεν είναι αγάπη μου?”. O George παρέμεινε σιωπηλός, απλά έγνεψε καταφατικά. “Είδες? Αφού είμαστε όλοι μια καλή παρέα, δεν υπάρχει λόγος να αγχώνεσαι”

“Και όσα κακά παιδάκια δεν μας κάνουν παρέα…θα τα κάνουμε..κονφετί…” συμπλήρωσε μια παρανοϊκή φωνή, πριν βυθιστεί σε υστερικό γέλια.

“Έλα τώρα Jessica, άσε κάτω τα ψαλίδια σου, μπορεί να βγάλεις κανένα μάτι” την μάλωσε η Arianna “Συγνώμη”, απάντησε εκείνη, και ξανασώπασε.

H Arianna ξαναπήρε τον λόγο: “Βλέπεις George, μπορεί να είμαστε λίγο παράξενο συνάφι, αλλά μη ξεχνάς οτι το μόνο που έχουμε είναι ο ένας τον άλλο. Ο κόσμος είναι κακός, είναι σνομπ δεν μας καταλαβαίνει. Εμείς όμως, δεν κρίνουμε, δεν γκρινιάζουμε, δεν διαμαρτυρώμαστε. Και για αυτό ακριβώς αυτό που μας ενώνει είναι πιο δυνατό και απο αίμα”

“Φυσικά George. Είμαστε η ανώμαλη, σχιζοφρενής, αιμομικτική οικογένεια σου, μην το ξεχνάς αυτό…” συμπλήρωσε η Kristina.

“Η οικογένεια αγαπάει τον George…” είπε με έναν αθώο τόνο η Jessica, λίγο πριν 3 στόματα αρχίσουν να απολαμβάνουν το σώμα του George, χαρίζοντας του την υπέρτατη ευχαρίστηση που θα μπορούσε να νιώσει ένα Kindred. “Και εγώ σας αγαπάω” κατάφερε να ψελλίσει, πριν τον συνεπάρει η έκσταση.

Οι εικόνες και τα μυνήματα απο το Network έπεφταν βροχή. Στο τέλος, όταν είχε δει όσα ήθελε να δει, άνοιξε την μικροσκοπική άδεια ντουλάπα στην οποία είχε τρυπώσει και βγήκε έξω. Ναι, είναι σκοτεινά εδω μέσα… αλλά *εμείς* περνάμε καλά στο σκοτάδι.

Story by Shattered Heavens





Εισαγωγή

4 04 2007

Τα φώτα κλείνουν μαζί με την πόρτα του υπογείου. Οι πρώτες λέξεις γλιστράνε απ’ το στόμα του Αφηγητή και κυλάνε στο τραπέζι, δίπλα στα ζάρια, τα μολύβια και τα χέρια που σχεδιάζουν αόρατα κάστρα πάνω σε μουτζουρωμένα χαρτιά.

Το σκοτάδι παίζει με το βλέμμα μας αργά, νωχελικά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Κι όσο η ιστορία ξετυλίγεται, τόσο περισσότερο καταλαβαίνουμε πως κείνο το σφίξιμο στην καρδιά και το αβίαστο γέλιο μέχρι δακρύων, απέχουν μονάχα μια ανάσα.

Μια ανάσα ή μια σκιά -μια κραυγή κι ένα φύσημα του καπνού σε τέλειους, αλαζονικούς κύκλους.

Αυτές είναι οι ιστορίες μας.