Birds of a feather, the beginning

23 01 2010

Η Ivory γεννήθηκε το 1805 στο Leicester της Αγγλίας, σε μια κάποτε πλούσια αλλά ξεπεσμένη αρχοντική οικογένεια. Στα 15 της παντρεύτηκε τον Λόρδο Constantine Wrenn, ευκατάστατο αριστοκράτη 60 ετών. Παρ’ όλη τη διαφορά ηλικίας τους, ο Λόρδος –ένας άκληρος χήρος που αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί για ν’ αποκτήσει κληρονόμους– της φέρθηκε στοργικά και η μετάβαση από την εφηβεία στην ωριμότητα έγινε λιγότερο τραυματικά απ’ όσο θα περίμενε κανείς.

Το 1822, ο Λόρδος, επηρεασμένος από το κύμα φιλελληνισμού που διέπνεε τα σαλόνια της Ευρώπης, αποφάσισε να κατέβει στην Ελλάδα για να συμβάλλει έμπρακτα στον εκεί αγώνα. Η Ivory τον ακολούθησε, βλέποντας το εγχείρημα περισσότερο σαν εκδρομή παρά σαν υπηρεσία ενός δίκαιου σκοπού. Άλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι, αν και είχε αναλάβει πλήρως το ρόλο της Λαίδης και της συζύγου, ήταν μονάχα 17 χρονών.

Οι μήνες έγιναν χρόνια και η αρχική αποστροφή της Ivory για την «απολίτιστη χώρα» που κατέληξαν, μετατράπηκε σε αγάπη και ειλικρινές ενδιαφέρον για τον τόπο και τους ανθρώπους του. Μιας και ο Λόρδος έλειπε από το σπίτι σχεδόν συνέχεια, η Ivory περνούσε τον περισσότερο καιρό μόνη της. Αυτό την ώθησε να ξεπεράσει τις προκαταλήψεις της και να αποκτήσει, με τον καιρό, στενή σχέση με το υπηρετικό προσωπικό του σπιτιού τους. Έμαθε ελληνικά, διάβασε ιστορία και μελέτησε την κουλτούρα του τόπου. Τα βράδια που επέστρεφε ο Λόρδος, της μιλούσε με ενθουσιασμό για τον αγώνα των Ελλήνων ενάντια στη σκλαβιά. Αυτό, μαζί με τις διηγήσεις των υπηρετών και τις φήμες που ακούγονταν κάθε μέρα, έδωσαν στην Ivory ένα νέο ιδανικό, ένα ιδανικό που μέσα στη φλεγματική και αποστειρωμένη από τυπικότητα Αγγλική κοινωνία δεν είχε δει ποτέ της. Την έννοια της ενότητας και της αλληλεγγύης, και για πρώτη φορά κατάλαβε τι ήθελαν να πουν οι ομοεθνείς της με την παροιμία “Birds of a feather flock together”.

Το 1829 πέθανε ο μοναχογιός της, σε ηλικία τριών ετών. Αυτό τσάκισε την Ivory. Για μήνες αρνιόταν να βγει από το σπίτι και είχε γίνει σκιά του εαυτού της. Οι σχέσεις της με τον Λόρδο χειροτέρευαν μέρα με την ημέρα. Εκείνος πίστευε πως ο καλύτερος τρόπος για να ξεπεράσουν την απώλεια θα ήταν να κάνουν άλλο παιδί. Όμως η Ivory δεν άντεχε ούτε το άγγιγμά του. Το μόνο που την κράτησε απ’ το να χάσει τα λογικά της ήταν οι φίλες που στο μεταξύ είχε αποκτήσει, γυναίκες απλοϊκές, χωριάτισσες, που όμως είχαν χάσει κι εκείνες παιδιά και συσπειρώθηκαν γύρω της, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι τι περνούσε.

Ένα χρόνο μετά, ο Λόρδος αρρώστησε και πέθανε. Στις τελευταίες του στιγμές πρόλαβε να πει στην Ivory ότι την αγαπούσε, να ακούσει τη συγγνώμη της για τον τελευταίο χρόνο, να τη δεχτεί κι έπειτα να ξεψυχήσει ήρεμος. Εκείνη του έκλεισε τα μάτια και έγειρε στην καρέκλα κλαίγοντας. Τους λυγμούς της όμως διέκοψε ένας ήχος –σαν κάποιος να περπατούσε έξω από το περβάζι. Κοίταξε τον ιερέα και τον γιατρό που στέκονταν δίπλα στον νεκρό, αλλά κανείς δεν φάνηκε να είχε ακούσει τίποτα. Προς στιγμή αναστατώθηκε –γιατί ο ήχος δεν της ήταν ξένος. Αντίθετα, έμοιαζε υπερβολικά οικείος. Λες και τον είχε ξανακούσει πολλές φορές, σε κάθε περβάζι του σπιτιού. Με ένα βλέμμα όμως στον νεκρό άντρα της ξέχασε κάθε παρόμοια σκέψη και η θλίψη την παρέλυσε, για μια ακόμη φορά.

Τις επόμενες μέρες πλήθος κόσμου πέρασε από το σπίτι, Έλληνες και ξένοι. Ο Λόρδος ήταν αγαπητός σε πολλούς και πολλοί ήταν εκείνοι που θρήνησαν ειλικρινά τον θάνατό του. Ένας από τους επισκέπτες ήταν και ο Δούκας Tristan. Η Ivory τον είχε ξαναδεί κάποιες φορές στο σπίτι, περισσότερο τα χρόνια όπου ο άντρας της κανόνιζε οικονομικές βοήθειες ή εισαγωγή προμηθειών, και τους είχε ακούσει πολλές φορές να μιλούν δυνατά από τη βιβλιοθήκη. Την είχε παραξενέψει αυτό τότε, γιατί ο Λόρδος δεν φώναζε σχεδόν ποτέ. Όμως δεν άργησε να εντυπωσιαστεί από τον Δούκα και να νιώσει μια παράξενη έλξη προς το πρόσωπό του. Κι αν όχι ακριβώς έλξη, τότε σεβασμό –κάτι που η Ivory είχε νιώσει ελάχιστες φορές μέχρι τότε.

Μετά την κηδεία, η Ivory αποφάσισε ότι δεν υπήρχε λόγος να μείνει στην Ελλάδα. Άλλωστε, η περιουσία του συζύγου της στην Αγγλία χρειαζόταν έλεγχο από κοντά. Θα μπορούσε πάντα να στέλνει βοήθεια από εκεί στην Ελλάδα, εάν χρειαζόταν. Λίγες μέρες προτού εγκαταλείψει για πάντα τη χώρα στην οποία έμαθε τι σημαίνει ζωή, ο Tristan ήρθε να την επισκεφτεί. Ήταν το βράδυ όπου το υπηρετικό προσωπικό είχε άδεια και η καμαριέρα της βρισκόταν στο κρεβάτι με πυρετό, οπότε απολογήθηκε στον Δούκα για την κακή φιλοξενία και έτρεξε να φτιάξει τσάι.

«Κάθισε, Ivory», της είπε τότε, κι εκείνη ένιωσε ότι δεν μπορούσε παρά να υπακούσει.

«Με έχεις εντυπωσιάσει αρκετά, ξέρεις. Αυτή η ικανότητα προσαρμογής σου στις καταστάσεις… ω, είναι σίγουρα σπάνια»

Η Ivory κοκκίνισε. «Δεν είναι..» ξεκίνησε να λέει.

«Πάντα σεμνή και πάντα συγκροτημένη. Ναι, ο αγαπητός Constantine δε θα μπορούσε να είχε διαλέξει καλύτερη σύντροφο. Άλλες, καλή μου, δε θα άντεχαν ούτε δυο μήνες εδώ. Ενώ εσύ –έχασες το παιδί σου, τον άντρα σου, έχασες ο,τι ήξερες σαν ζωή.. κι όμως επέμεινες. Κι επιπλέον», συνέχισε, «έμαθες μια απ’ τις βασικές αλήθειες που κινούν τον κόσμο μας. Ότι όλα –όλα– είναι αντιθέσεις, και όσο πιο έντονες είναι αυτές, τόσο καλύτερα μπορούμε να δούμε τι κρύβεται από πίσω τους.. τι πραγματικά κρύβεται από πίσω τους…»

Τον κοίταξε ερωτηματικά κι ευχήθηκε να είχε λίγο τσάι μπροστά της, κάτι για να σπάσει την αμηχανία που της προκαλούσαν τα λόγια του.

«Μην εκπλήσσεσαι. Σου λέω απλά την αλήθεια, μ’ έναν τρόπο που ίσως δεν σου την έχει πει κανείς ποτέ. Τον σύζυγό σου δεν τον διάλεξες. Στην αρχή ούτε που τον ήθελες. Πόσο ήταν τότε –είχε την ίδια ηλικία με τον παππού σου, νομίζω»

«Ήταν μεγαλύτερος» ψιθύρισε η Ivory

«Κι όμως τον αγάπησες και στάθηκες πλάι του. Όπως έκανες και με τους Έλληνες και τη χώρα τους –τους απολίτιστους, τους βουτηγμένους στο φολκλόρ και τις δεισιδαιμονίες. Δέθηκες και με τον άγριο σκοπό τους για ελευθερία -εσύ, η Λαίδη Ρεν του Λέστερ, που προσευχόσουν πρώτα στο στέμμα και μετά στο Θεό.»

Τα λόγια του την έκαναν να παγώσει στη θέση της. Προσπάθησε να πάρει το βλέμμα της από το σκαμμένο του πρόσωπο και τα μάτια που έμοιαζαν να λάμπουν στο σκοτάδι –προσπάθησε, αλλά δεν τα κατάφερε. Κι εκείνος συνέχισε, χαμογελώντας ολοένα και περισσότερο πλατιά. Ολοένα και περισσότερο αινιγματικά.

“You, my dear, managed to read between the lines. Isn’t that a saying worth living for?”

Μόλις ο Tristan ξεστόμισε τη λέξη «παροιμία», στο μυαλό της ήρθε μια άλλη. Αυτή που την έκανε να καταλάβει και να σεβαστεί έναν αγώνα που δεν ήταν δικός της.

“Birds of a feather flock together…” άρθρωσε χωρίς να το καταλάβει.

«Εξαίσια, αγαπητή μου. Εξαίσια. Όμως αρκετά μιλήσαμε. Τώρα, σε παρακαλώ, θέλω να σκεφτείς τον γιό σου, που κοιμάται και ονειρεύεται τη ζεστή αγκαλιά της μητέρας που τόσο νωρίς στερήθηκε. Τον γιό σου που είναι ευτυχισμένος εκεί που βρίσκεται, γιατί τίποτα δεν μπορεί να τον ξυπνήσει. Σκέψου τον καλά και προσπάθησε να μείνεις σιωπηλή. Γιατί, καλή μου Ivory, αν φωνάξεις τώρα, η κραυγή σου θα είναι τόσο δυνατή που θα περάσει το φράγμα των ζωντανών και θα ξυπνήσει το γιό σου από τον ύπνο του. Γι’ αυτό προσπάθησε. Για κείνον και για σένα –για να μην γκρεμίσεις ο,τι έφτιαξες με τόσο κόπο»

Η Ivory δεν πρόλαβε να απορήσει. Απλά υπάκουσε και μάζεψε όλες της τις δυνάμεις, καθώς ο Tristan απέναντί της μεταλλασσόταν σε κάτι που δεν έβρισκε λόγια να περιγράψει. Δάγκωσε τα χείλη της κι ένιωσε το στομάχι της ν’ ανακατεύεται. Κατάπιε νευρικά και συνέχισε να τον κοιτάζει. Όχι, δεν θα φώναζε. Δεν ήταν –μόνο– η σκέψη του γιου της που της έδινε θάρρος, αλλά η πίστη που κατάφεραν να ξυπνήσουν μέσα της τα λόγια του Tristan –πως κάθε τι έχει πολλές όψεις, κι αν δεν δει κανείς τις περισσότερο ακραίες και διαφορετικές, τότε δεν πρόκειται να δει και όσα κρύβονται πίσω απ’ αυτές.

Το πλάσμα που κάποτε ήταν ο Tristan χαμογέλασε.

“My fair lady… are you ready to live forever?”

Η Ivory ένευσε καταφατικά, έπιασε το χέρι του και το δωμάτιο σκοτείνιασε και γέμισε λάμψεις ταυτόχρονα. Πως ήταν αυτό δυνατό, δεν μπορούσε να ξέρει. Ήξερε όμως ότι σύμβαινε –γιατί το ίδιο ακριβώς συναίσθημα γέμιζε κι εκείνη.

Φως και σκοτάδι. Αποστροφή και έλξη. Ζωή και θάνατος. Κρυμμένα νοήματα ενός ακόμα κόσμου. Ενός τελείως διαφορετικού κόσμου.

Ναι. Οτιδήποτε κι αν ερχόταν –τώρα πια, ήταν έτοιμη.





Dead Girl’s Lovesong

18 01 2010

20 Οκτωβρίου, Φιλοθέη

Αθήνα

Πίσω στην Αθήνα, λοιπόν. Πίσω στην Αθήνα και το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να επισκεφθώ το haven μου για να ανακαλύψω τι σχεδίαζε ο Rahko και ποιος ήταν ο σκοπός του. Δεν ήταν εκεί. Τον περίμενα. Τον είδα με το Stone. Ήταν στο White Rabbit. Τον είδα να φεύγει και να έρχεται προς τα εδώ. Δεν είχε περάσει πολλή ώρα όταν μπήκε μέσα στο σπίτι. Το περιεργαζόταν. Στεκόμουν πίσω του, κρυμμένη στις σκιές.

- Γεια σου, Rahko. Με έψαχνες.

Στράφηκε προς το μέρος μου. Ήταν σε άσχημη κατάσταση.

- Ναι. Και σε βρήκα. Το ήξερα ότι θα έρθεις. Ένα θέλω να μου πεις…για ποιο λόγο με δημιούργησες; Ήθελες να παίξεις;

Ένα τρίτο μάτι άνοιξε στο μέτωπό του. Αυτό με τάραξε λίγο, αλλά κατάφερα να το κρύψω.

- Speak, God damn you!

Κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά, κοιτώντας τον με κάποια θλίψη.

- Δεν παίζω με τους άλλους…ποτέ. Έπρεπε να δημιουργηθείς. Έπρεπε να έχω κάποιον μέσα στο Sabbat. Και…μη με κατηγορείς για τίποτα, Rahko…εγώ ήμουν εδώ και δεν είχα κανένα σκοπό να σε αφήσω να πορευτείς μόνος σου στη νύχτα…εσύ σηκώθηκες και πήγες στη Θεσσαλονίκη. Δεν περιμένω να καταλάβεις, αλλά…η Alice δεν ήταν ψεύτικη…ήταν η εσωτερική μου φωνή, αν αυτό σου λέει κάτι. Και είχε αρχίσει να παίρνει τον έλεγχο.

- Και τελικά με παράτησες…δεν με έψαξες..

- Επέλεξες έναν δρόμο, Rahko…ήμουν εδώ. Έφυγες. Δεν μπορούσα να σε αναζητήσω, μου συνέβησαν πολύ άσχημα πράγματα…και δεν μπορούσα να πάρω το ρίσκο να μάθει η Camarilla ότι η Alice κι εγώ είμαστε το ίδιο πρόσωπο. Ποτέ δεν σε παράτησα…μη με κατηγορείς άδικα. Μόνος σου έφυγες. Κι εγώ δεν κράτησα ποτέ κανέναν κοντά μου παρά τη θέλησή του. Ο δρόμος που διάλεξες…το ότι είσαι εδώ τώρα…το αν θα μείνεις ή αν θα φύγεις…αυτά εξαρτώνται από σένα. Εγώ είμαι εδώ. τι θέλεις να κάνεις μαζί μου, λοιπόν;

- Να σε σκοτώσω.

Κάγχασα.

- Αν το ήθελες αυτό θα το είχες προσπαθήσει ήδη. Πες μου πως απέκτησες το τρίτο σου μάτι.

- Ένας από την Camarilla ήρθε ένα βράδυ και μου έδειξε το λαιμό του. Δεν έγινε μάχη, δεν έγινε τίποτα. Απλά ήταν εκεί. Και τον δάγκωσα.

Παραπάτησα ελαφρά και τον κοίταξα σοκαρισμένη, προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυα που ήταν έτοιμα να ξεχυθούν.

- Πώς έμοιαζε;

- Με άγγελο…και με δαίμονα συγχρόνως.

- Όχι τον Nebula…όχι τον Nebula

- Ναι…αυτό ήταν το όνομά του.

Έπεσα στα γόνατα κι έκρυψα το πρόσωπό μου στα χέρια μου. Δάκρυα κυλούσαν ανάμεσα στα δάχτυλά μου και για πρώτη φορά μπορούσα να αισθανθώ ότι ήταν φτιαγμένα από αίμα.

- Όχι τον Nebula…όχι τον Nebula, συνέχισα να μουρμουρίζω σαν χαμένη.

- Δεν νομίζω να σε ενδιαφέρει πια αυτός. Δεν βρίσκεται πια μαζί μας. Εκτός…

Έκανε μια μικρή παύση.

- Catein…μικρή μου…Catein

Ανασήκωσα το βλέμμα μου και τον κοίταξα έκπληκτη.

- Είμαι εδώ και δεν είμαι, Catein, σ’έναν αέναο κύκλο στο μυαλό του…κι έτσι θα συνεχίσω..

- Γιατί το έκανες αυτό;

Σηκώθηκα κι έκανα μερικά βήματα προς το μέρος του. Ήθελα τόσο πολύ να τον αγκαλιάσω.

- Γιατί;ψιθύρισα σπαραχτικά.

- Μην τον πλησιάζεις.

Ένιωσα ένα ισχυρό χτύπημα να με στέλνει πίσω. Ευτυχώς ήμουν συνηθισμένη και είχα καλή αίσθηση ισορροπίας.

- Αυτός το έκανε;

- Ο Rahko δεν έχασε τίποτα απ’αυτό που ήταν. Απλά ελέγχω το Beast του. Και έπρεπε να γίνει. Είχε έρθει η ώρα μου.

Του χαμογέλασα.

- Απ’ότι φαίνεται είμαι καταραμένη να μπλέκω με άντρες που κάνουν αυτά που «πρέπει»…κρίμα που σπάνια αυτά που «πρέπει» συμβαδίζουν μ’αυτά που θα ήθελα. Γιατί μου έδωσες το Stone;

- Έπρεπε με κάποιον τρόπο να το φυλάξω…κι ένιωθα ασφάλεια κοντά σου…έτσι στο έδωσα.

- Σ’αγαπούσα τόσο πολύ…γιατί με έκανες να πιστέψω όλα τα λάθος πράγματα για σένα; Γιατί μου προκάλεσες τόσο πόνο;

- Δεν γινόταν αλλιώς. Για να φτάσω εδώ που έφτασα, έπρεπε να αποδεσμευτώ από τα πάντα. Και από σένα, Catein…

Ένα πικρόχολο γέλιο μου ξέφυγε.

- Δεν μπορώ να πιστέψω ότι είμαστε τυφλά όργανα σ’ένα πεπρωμένο που δεν ορίζουμε. Ό,τι κι αν λέτε εσύ κι ο Βόρχιων κι ο Ιωνάς…είναι πολύ θλιβερή σκέψη για να ζει κανείς μ’αυτήν…κάποιοι ελέγχουν το πεπρωμένο. Ο Lucius για παράδειγμα.

- Ο Lucius; The Black;

- Αυτός. Αν ήταν άρρωστος, σαδιστής και σκουλήκι, τότε μιλάμε για το ίδιο άτομο.

- Ναι, ήταν αυτός. Ένας από τους «κακούς» της φυλής μου.

- Πλήρωνε τον πατέρα μου.

- Ω, θεέ μου. Ήταν κάθαρμα.

- Ναι, ήταν…αλλά τι σημασία έχει τώρα πια; Δεν υπάρχει δικαιοσύνη πουθενά για μένα…γιατί τα πράγματα «πρέπει» να γίνονται…εσύ έπρεπε να αποδεσμευτείς από μένα, ο Ιωνάς έπρεπε να μ’αφήσει γιατί ήταν καταραμένος κι ο Βόρχιων…αν έχει δει μέσα στο μυαλό του ότι πρέπει να με εγκαταλείψει…ό,τι κι αν λέει τώρα…θα το κάνει…τελικά, ούτε καν η αγάπη δεν είναι αρκετή.

- Όντως. Εσύ όμως τι νιώθεις για μένα, Catein;

- Μου έμαθες να αγαπάω…και όλον αυτόν τον καιρό…παρόλα τα στοιχεία που έδειχναν το αντίθετο…προσπαθούσα να αποδείξω την αθωότητά σου. Ποτέ δεν σ’εγκατέλειψα…ήσουν πάντα μέσα μου…όμως υποθέτω πως αυτό που ένιωθες εσύ δεν ήταν τόσο δυνατό ώστε να σε κρατήσει κοντά μου.

- Ναι. Μίλησε το αίμα. Και ήταν αργά. Πολύ αργά.

- Και τότε, λοιπόν, τι ήμουν; Μια τελευταία περιπέτεια πριν μιλήσει το αίμα σου; Κι απ’όλα τα πράγματα της νύχτας έπρεπε να πας σ’αυτόν για να σε πιει; Τουλάχιστον δεν μπορούσες να βρεις κάποιον που να μη θέλει να με σκοτώσει; Ούτε να σε πλησιάσω δεν μπορώ πια…

- Είναι ακόμη στα αρχικά στάδια. Κάποια στιγμή θα γίνει δικός μου.

- Και τότε τι;

- Θα γίνεις δική μου. Δεν θες; Όπως τότε;

- Με άφησες. Με πλήγωσες με τον πιο σκληρό τρόπο…μ’έκανες να χάσω ο,τι ανθρωπιά μου είχε απομείνει…δεν μπορείς να γυρίσεις το χρόνο πίσω κι εγώ δεν ξέρω αν μπορώ να υπομείνω άλλο πόνο για χάρη σου…ο Βόρχιων έμεινε όταν εσύ έφυγες…τον αγαπώ. Πώς μπορείς να εμφανίζεσαι στη ζωή μου όποτε το επιθυμείς και να πιστεύεις ότι θα είμαι πάντα εκεί; Αν δεν με είχες κάνει να τα πιστέψω όλα αυτά για σένα, θα ήμουν ακόμη δική σου…θα είχα μείνει πιστή σε σένα, το ξέρεις…αλλά μου φέρθηκες τόσο άσχημα που…μου ήταν πολύ δύσκολο να ελέγξω τον εαυτό μου ακόμη κι όταν απλώς άκουγα το όνομά σου να αναφέρεται.

- Και γι’αυτόν τον λόγο δεν θες να γυρίσω κοντά σου;

- Nebula…τον αγαπάω. Κι εσύ έστησες μια ολόκληρη πλεκτάνη για να με διώξεις από κοντά σου. Μακάρι να μπορούσα να σας έχω και τους δύο…μακάρι. Αλλά δεν μπορώ. Κι αν πρέπει να διαλέξω κάποιον, θα διαλέξω αυτόν που ήταν πάντοτε δίπλα μου. Ήσουν ο πρώτος μου εραστής…ο πρώτος που διάλεξα, τουλάχιστον…σου είχα πει πως θα σ’ακολουθούσα ακόμη και στην Κόλαση…μ’έκανες να πιστέψω πως άξιζα καλύτερα πράγματα…και μετά τα πήρες όλα πίσω και μ’άφησες πιο μόνη από ποτέ. Θες να γυρίσεις; Σε πόσο; Σε δέκα χρόνια; Σε δέκα αιώνες; Κι εγώ; Δεν μετράω καθόλου; Δεν μετρούσα ποτέ στη ζωή σου;

- Μετρούσες.

- Απλά όχι αρκετά…το αίμα σου μίλησε, λοιπόν…μόνο που το αίμα δεν σε κρατάει ζεστό τα βράδια, Nebula. Εγώ κράτησα το δικό μου μέρος της συμφωνίας. Σε ακολούθησα. Σε προστάτευσα. Δεν πρόδωσα σε κανέναν τα μυστικά σου κι ούτε πρόκειται να το κάνω…αυτά θα πεθάνουν μαζί με μένα. Εσύ υποσχέθηκες ότι θα έμενες μαζί μου για πάντα…μάλιστα, είχες πει ότι δεν σου ήταν καθόλου δύσκολο. Δεν ξέρω τι να σου πω, Nebula. Τον αγαπάω τον Βόρχιων. Πολύ. Εσύ είσαι κάτι άλλο. Και καταφέρνεις να με μπερδεύεις πάντα, όποτε εμφανίζεσαι…γιατί είναι τόσο δύσκολο να σου αντισταθώ…όμως…αν μ’αγαπάς στ’αλήθεια…δεν θέλεις να είμαι ευτυχισμένη;

- Ναι…ναι, το θέλω. Είσαι ευτυχισμένη, λοιπόν;

Έμεινα να το σκέφτομαι για λίγο.

- Έγιναν κάποια πράγματα…έμαθα κάποια πράγματα…που μ’έκαναν να αναρωτηθώ πολλά…δεν ξέρω αν είμαι ευτυχισμένη…αλλά ξέρω πως ο Βόρχιων προσπαθεί πολύ σοβαρά να με κάνει.

- Οπότε δεν με χρειάζεσαι άλλο. Ελπίζω να συνεχίσεις να νιώθεις κάτι για μένα, Catein…και να θυμάσαι όσα περάσαμε.

Του χαμογέλασα θλιμμένα και λίγο συνομωτικά.

- Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημά μου, Nebula. Πάντα σε χρειάζομαι…πάντα μου λείπεις…και πάντα νιώθω κάτι για σένα. Αυτό…είναι το μόνο πράγμα που κανείς άντρας δεν κατάφερε να αλλάξει.

- Ίσως οι ψυχές μας είναι δεμένες μεταξύ τους…δεν ξέρω.

- Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι πως ό,τι είναι να γίνει θα γίνει…κι αν ο Βόρχιων έχει δει στο μέλλον ότι θα τον προδώσω και παρόλα αυτά επέλεξε να είναι μαζί μου…τότε το φορτίο που κουβαλάει είναι πολύ βαρύτερο απ’όσο νόμιζα…Τώρα πες μου…γιατί λάμπει το Stone; Όταν το είχες εσύ δεν έλαμπε. Το είδα.

- Έχω την ικανότητα να ελέγχω τέτοια αντικείμενα.

- Άρα οφείλεται στο ότι δεν μπορώ να το ελέγξω; Γιατί μέχρι στιγμής μια χαρά φάνηκε να λειτουργεί.

- Στα δικά σου χέρια. Στα δικά μου λειτουργούσε διαφορετικά. Εδώ δεν είσαι στον κόσμο σου…μην το ξεχνάς αυτό. Στο είπε ο Βόρχιων, έτσι δεν είναι;

- Όχι..δεν μου το είπε ο Βόρχιων. Ο Dragon ήταν που μου έδωσε πίσω τις αναμνήσεις μου.

- Ω.

- Ήταν τυφλός. Του έδωσα ένα μάτι, μου έδωσε τη μνήμη μου. Κρίμα, βέβαια…είχα αρχίσει να την αναπτύσσω τη discipline…αλλά τι να γίνει .Υποθέτω πως δεν ήταν για μένα.

- Ήταν γραφτό. Η μοίρα παίζει άσχημο παιχνίδι μερικές φορές, Catein. Τώρα τι θα κάνεις που ξέρεις τι μου συμβαίνει;

- Δεν ξέρω…δεν είμαι σίγουρη. Εσύ τι θες να κάνω;

- Να αφήσεις τα πάντα να κινηθούν όπως πρέπει και την ύστατη στιγμή να βάλεις το ξίφος σου βαθιά μέσα στο μάτι. Κι εσύ θα καταλάβεις την ώρα. Μόνο εσύ.

Τον κοίταξα σαστισμένη και ανίκανη να αποδεχτώ αυτό που μόλις είχα ακούσει.

- Θέλεις να σε σκοτώσω;

- Όχι το δικό μου μάτι. Του αδηφάγου των ψυχών. Του ύστατου Salubri. Του Balor.

Τον κοίταξα για λίγο διερευνητικά. Κι έπειτα ανασήκωσα τους ώμους, μ’ένα μικρό χαμόγελο.

- Είτε ο Θάνατος, είτε ο Κρεμασμένος, απ’ ότι φαίνεται το δικό μου μέλλον είναι προδιαγεγραμμένο. Ας είναι, λοιπόν.

- Δεν θα πεθάνεις. Εγώ έχω το μέλλον μου κατεστραμμένο. Είμαι το καμένο χαρτί στην Ταρό. Ο ηλίθιος.

Δεν ήξερα πώς να απαντήσω σ’αυτό χωρίς να αρχίσω πάλι τα κλάμματα σαν καμιά ανόητη χαζογκόμενα. Ξαφνικά πέρασε κάτι από το μυαλό μου κι ένιωσα τα φρύδια μου να σμίγουν αυθόρμητα.

- Γιατί μόνο εγώ θα το καταλάβω; Nebula…γιατί όλοι προσπαθούσαν να με κρατήσουν μακριά απ’αυτή τη μάχη; Και ο Balor και ο Voskov…δεν τους ένοιαζε αν θα ζούσα ή όχι…απλά…να μην είμαι εκεί.

- Δεν θέλουν να είσαι εκεί. Αλλά έχουν ένα πρόβλημα. Νομίζουν ότι είμαι νεκρός.

Ένευσα καταφατικά.

- Κι όσο εξαρτάται από μένα, θα συνεχίσουν να το νομίζουν. Τώρα πες μου…για ποιο λόγο δεν με θέλουν εκεί;

- Για να μη δώσεις το καίριο χτύπημα, όπως είναι γραφτό ότι μια assassin θα δώσει.

Ξαφνικά έμοιαζαν όλα πιο ξεκάθαρα και πολλά πράγματα άρχισαν να βγάζουν άκρη…πράγματα που με απασχολούσαν από καιρό.

- Καταλαβαίνω. Επιτέλους πρώτη φορά κάποιος μου λέει πράγματα. Υπάρχει κάτι άλλο…κάτι τελευταίο που θέλω να σε ρωτήσω. Για το vicissitude. Μου είχες πει ότι ήξερες…πώς μπορούσα να το χάσω.

- Ναι. Αλλά θα πονέσει. Ένα πράγμα δεν αντέχει το vicissitude.

- Και ποιο είναι αυτό;

- Κοίτα κατάματα τον ήλιο. Και την τελευταία στιγμή να φύγεις και να κρυφτείς. Είναι δύσκολο.

Γέλασα.

- Όλα τα πράγματα που έχουν αξία είναι δύσκολα. Αυτό…τώρα…εμείς οι δύο αυτή τη στιγμή; Αυτό ήταν δύσκολο. Όμως έγινε. Θα το κάνω.

- Καλή τύχη, Catein. Έχεις άτομα να μιλήσεις και να σε βοηθήσουν. Και ξέρεις και mages, οπότε δεν αμφιβάλλω γι’αυτό.

- Μακάρι να μπορούσα να σ’αγγίξω…αλλά δεν μπορώ…σε παρακαλώ…δώσε του να καταλάβει ότι δεν είχα σκοπό να τον αφήσω στην τύχη του…είναι ένα χαμένο παιδί…κι αυτό τον κάνει επικίνδυνο…έχω βρεθεί εκεί και ξέρω. Δεν είμαι σίγουρη αν με παρηγορεί ή αν με πονάει το γεγονός ότι υπάρχεις πια μόνο μέσα απ’αυτόν.

- Είναι αρκετά τρελός για να με βοηθήσει όπως θέλω.

- Ελπίζω κάποια μέρα να μπορέσω να σ’αγκαλιάσω ξανά…έστω, για λίγο.

Μου χαμογέλασε.

- Να προσέχεις τον εαυτό σου, Nebula…δεν θέλω να σε χάσω για άλλη μια φορά.

- Ούτε κι εγώ θέλω να σε χάσω, Cateinso long, beautiful.

Γύρισα να φύγω. Κι εκεί, στην πόρτα, ξέροντας πως τα μάτια του ήταν ακόμη καρφωμένα επάνω μου, στράφηκα.

- Goodnight, my love…I offered you the world.





Preludes And Nocturnes [Cathain Carlahan background]

18 01 2010

[Όπου η ηρωίδα μας αφηγείται την ιστορία της από την ημέρα που γεννήθηκε μέχρι την επιστροφή της στις ρίζες της μητέρας της, στην Ελλάδα. Όλα αρχίζουν εδώ κι οι δυνατότητες μοιάζουν ακόμη απεριόριστες.]

Με λένε…όχι, άκυρο. Σκατά. Ας το πιάσουμε αλλιώς. Γεννήθηκα στο Belfast της Ιρλανδίας, 27 Δεκεμβρίου του 1924. Ο πατέρας μου, Gilroy Carlahan, ήταν ειρηνικός άνθρωπος στα νιάτα του. Δικηγόρος. Όχι ιδιαίτερα πλούσιος, αλλά ούτε και φτωχός. Αυτό μέχρι τα 1919 που τα πράγματα στην Ιρλανδία άρχισαν να γίνονται άσχημα με τους Άγγλους από τη μία και τον IRA από την άλλη. Έχοντας χάσει όλη του την οικογένεια και μην αντέχοντας να βλέπει την καταστροφή και το θάνατο παντού γύρω του, ζήτησε τη βοήθεια ενός φίλου για να τον φυγαδεύσει με ασφάλεια στην Ελλάδα. Στα είκοσι οχτώ του, με κάτι λιγοστές γνώσεις ελληνικών, έφτασε στη Ρόδο. Εκεί γνώρισε και τη μάνα μου, Μαρίνα Δεληγιάννη, του γυάλισε και την παντρεύτηκε με συνοπτικές διαδικασίες. Μετά την καταστροφή της Σμύρνης όμως η κατάσταση στην Ελλάδα ήταν χειρότερη από ποτέ και το ευτυχές ζεύγος αποφάσισε να γυρίσει στην Ιρλανδία. Βρήκαν σπίτι στο Belfast, το οποίο μετά τη συνθηκολόγηση με τους Άγγλους πέρασε στην κυριαρχία της Αγγλίας, μαζί με όλη τη βόρεια Ιρλανδία. Οι γονείς μου προσπαθούσαν καιρό να κάνουν παιδί, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η μάνα μου είχε τη μία αποβολή μετά την άλλη κι ο πατέρας μου άρχισε να δουλεύει μέχρι αργά και να πίνει, για να μην αναγκάζεται να γυρνάει σπίτι και να τη βλέπει. Ώσπου τον Μάιο του 1924 συνειδητοποίησαν ότι ήταν πάλι έγκυος κι αυτή τη φορά το μυξιάρικο ρίζωσε στη μήτρα και μερικούς μήνες αργότερα ούρλιαζα σαν δαιμονισμένη στην πρώτη μου επαφή με το φως και τον αέρα. Με βάφτισαν Catein, χάρη σε μια πολεμίστρια θεά της κελτικής μυθολογίας.  Μετά απ’ αυτό, η μάνα μου βυθίστηκε στην κατάθλιψη και ποτέ δεν κατάφερε να συνέρθει τελείως. Ο πατέρας μου, φυσικά, δεν σταμάτησε να πίνει. Τα πρώτα παιδικά μου χρόνια δεν τα θυμάμαι. Γενικά, πάντως, δεν πρέπει να ήταν ιδιαίτερα τραγικά. Αν ήταν θα το θυμόμουν. Τα κακά πάντα τα θυμάμαι. Για παράδειγμα θυμάμαι πολύ καθαρά εκείνο το βράδυ,όταν ήμουν ακόμα έξι χρονών, που ο μπαμπάς ήρθε στο κρεβάτι μου για πρώτη φορά, όπως θυμάμαι και κάθε βράδυ μετά απ’αυτό…για δέκα χρόνια. Από τη μητέρα μου δεν έχω και πολλές αναμνήσεις. Ο μόνος λόγος που ασχολιόταν μαζί μου ήταν για να’χει κάποιον να μιλάει στη γλώσσα της. Ήταν τόσο βυθισμένη στην κατάθλιψή της που δεν έπαιρνε χαμπάρι τι γινόταν γύρω της. Και, γύρω στα δεκατρία μου, αυτοκτόνησε. Αναμενόμενο. Ουσιαστικά, μεγάλωσα με την ανύπαντρη γειτόνισσά μας, την οποία πολύ γρήγορα έμαθα να αποκαλώ «θεία Alma». Εκείνη δεν ήταν τόσο τυφλή σ’αυτά που μου έκανε ο πατέρας μου (και είχε έμπνευση, ειδικά όταν ήταν μεθυσμένος)…αλλά πίστευε πως δεν ήταν δική της δουλειά και δεν ανακατευόταν. Με λυπόταν, το έβλεπα στα μάτια της, όμως η λύπη δεν ήταν αρκετή για να με σώσει. Τίποτα δεν ήταν αρκετό. Όμως, το ήξερα, κάπου μέσα μου…μια μέρα θα ήμουν αρκετά δυνατή και θα μπορούσα να προστατεύσω μόνη μου τον εαυτό μου.

Ένα βράδυ, ένας απ’τους τύπους που έκανε παρέα τον κουβάλησε μισολιπόθυμο στο σπίτι. Φυσικά, αυτό δεν τον είχε εμποδίσει ποτέ στο παρελθόν. Μου έσκισε τα ρούχα και με ακινητοποίησε. Μετά από τόσα χρόνια, είχα πάψει πλέον να αντιστέκομαι και να ουρλιάζω από τον πόνο. Γι’αυτό είχε αρχίσει σταδιακά να χρησιμοποιεί άλλες μεθόδους προκειμένου να ακούει τις φωνές μου. Εκείνη τη νύχτα είχε πιει περισσότερο από ποτέ…δεν τον είχα ξαναδεί έτσι. Ακόμη και το βλέμμα του ήταν διαφορετικό. Εκεί που συνήθως υπήρχε αρρωστημένος πόθος, τώρα το μόνο που έβλεπα ήταν κακία. Κακία, καθώς πλησίαζε τη μασιά από το τζάκι ανάμεσα στα πόδια μου. Όταν κατάλαβα τι πήγαινε να κάνει τρομοκρατήθηκα. Δέκα χρόνια είχα να τρομάξω τόσο πολύ…από τότε που άρχισε ο εφιάλτης. Όμως εκείνη τη στιγμή το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν ότι αυτός ο παλιομαλάκας είχε καταστρέψει τη ζωή μου, δεν θα τον άφηνα να καταστρέψει και τη δυνατότητά μου να κάνω παιδιά. Λίγο ειρωνικό βέβαια, αν σκεφτεί κανείς ότι ούτως ή άλλως την έχασα αυτή τη δυνατότητα, όχι πολύ αργότερα…όμως θα φτάσω πιο μετά σ’αυτό. Τι έκανα; Τον σκότωσα, φυσικά. Τι άλλο μπορούσα να κάνω; Το επόμενο κιόλας πρωί η θεία Alma με έβαζε σ’ένα πλοίο για Αγγλία. Εκεί υποτίθεται πως θα συναντούσα κάποιον γνωστό της που θα μου έβρισκε σπίτι και θα με προμήθευε πλαστά χαρτιά. Δεν τον συνάντησα ποτέ και μέχρι σήμερα δεν έχω μάθει τι συνέβη. Περίμενα με τις ώρες στο λιμάνι, αλλά δεν ήρθε κανείς. Είχα απειροελάχιστα χρήματα μαζί μου, αλλά δεν δυσκολεύτηκα να βρω κάποιον να με πάει τσάμπα μέχρι το Λονδίνο. Στο κάτω-κάτω ήμουν επαρκώς ωραία κοπέλα. Με τη δουλειά ήταν πιο δύσκολα τα πράγματα, δεδομένου ότι ήμουν – και φαινόμουν – ανήλικη.

Μετά από μερικές μέρες στο Λονδίνο είχα αρχίσει να λυσσάω της πείνας και, επιπλέον, δεν είχα πού να μείνω. Δεν είχα πρόβλημα να κλέβω. Τα πράγματα ήταν πολύ απλά για μένα. Οι άλλοι είχαν κι εγώ όχι. Και παρόλο που ποτέ δεν ήμουν της θρησκείας, ασπαζόμουν απόλυτα το «ο έχων δύο χιτώνες να δίνει τον έναν». Ειδικά όταν ήταν προς συμφέρον δικό μου και όχι των άλλων. Οι μαγαζάτορες και οι περαστικοί που ξαλάφρωνα καταλάβαιναν τη ληστεία όταν εγώ ήμουν πια πολύ μακριά για να με πιάσουν. Είχα βρει κι ένα υπόγειο κι έμενα κι όλα ήταν μια χαρά.

Το 1942 έπεσα «τυχαία» πάνω σ’έναν μαυροντυμένο τύπο, μόνο και μόνο για να βρεθώ κολλημένη στον τοίχο και μ’ ένα χέρι να σφίγγει σαν τανάλια τον καρπό μου, κάνοντας το πορτοφόλι που είχα επιχειρήσει να κλέψω να γλιστρήσει από τα δάχτυλά μου. Αυτή ήταν η πρώτη μου γνωριμία με τον Michael. Ο οποίος τελικά αποδείχτηκε πολύ εντάξει τύπος. Μόλις συνειδητοποίησε ότι δεν ήμουν παρά ένα ηλίθιο πιτσιρίκι που περνιόταν για έξυπνο, με άφησε να αναπνεύσω και προσφέρθηκε να με κεράσει και φαϊ. Με τις πείνες που είχα τότε, σιγά μην έλεγα όχι. Εξάλλου, η μητέρα μου ποτέ δεν μου είχε πει να μην πηγαίνω με αγνώστους.

Πριν περάσει πολύς καιρός, δούλευα γι’αυτόν. Αρχίσαμε να πηδιόμαστε κιόλας. Δεν ήταν άσχημα. Ήταν τρυφερός μαζί μου και, τώρα, μετά από τόσα χρόνια, υποπτεύομαι πως μάλλον μ’αγαπούσε. Εγώ όχι. Δεν μπορούσα ν’αγαπήσω κανέναν τότε. Όμως ήταν μια ευχάριστη αλλαγή μετά απ’όλη αυτή τη βία που είχα υποστεί. Και μου έμαθε πως το σεξ, τελικά, δεν ήταν και τόσο κακό. Φυσικά, στην αρχή του έκανε μεγάλη εντύπωση το πόσο φοβισμένη ήμουν…στο συγκεκριμένο θέμα. Ειδικά εφόσον σ’όλα τα υπόλοιπα, μάλλον κυνηγούσα τον κίνδυνο παρά τον απέφευγα. Ποτέ δεν του είπα την ιστορία μου, αν και ίσως κάτι να υποψιάστηκε. Σίγουρα όχι την αλήθεια…αυτή ήταν υπερβολικά φριχτή για να την υποψιαστεί κανείς…ακόμη κι αυτός, που τόσα είχαν δει τα μάτια του. Τελοσπάντων. Ο Michael ήταν και γαμώ τα άτομα.  Αλλά πάντα μου έκανε εντύπωση το πόσα λεφτά ξόδευε. Θέλω να πω…δεν ήταν κανένας μορφωμένος τύπος και τι δουλειά έκανε; Μια κωλοπαμπ της κακιάς ώρας είχε στην οποία δεν πάταγε και σχεδόν ποτέ. Μέχρι που ένα βράδυ τον είδα επί το έργον. Είχα κλειδώσει την παμπ κι ετοιμαζόμουν να πάω σπίτι όταν κάποιος προσπάθησε να με κλέψει. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα τότε ήταν ότι ήταν πολύ αδέξιο κλεφτρόνι κι ότι εγώ θα τα κατάφερνα καλύτερα και με πολύ λιγότερο σαματά. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι εκείνος είχε μαχαίρι κι εγώ όχι. Ετοιμαζόμουν να του χώσω μια κλοτσιά στ’αρχίδια, όταν ξαφνικά είδα να εμφανίζονται δυο χέρια από το πουθενά και το κεφάλι του τύπου έκανε στροφή 360 μοιρών – τέλειο κύκλο – μπροστά στα μάτια μου. Κάπως έτσι έμαθα ότι ο Michael ήταν στην πραγματικότητα επαγγελματίας δολοφόνος κι ότι το μαγαζί το είχε απλώς για κάλυψη.

Δεν ξέρω τι φαντάζεστε για μένα απ’ αυτά που έχω γράψει μέχρι τώρα. Το θέμα είναι ότι δεν είμαι καλή. Ποτέ δεν ήμουν. Ούτε τότε…ούτε τώρα. Και στο επάγγελμα του Michael, εκεί που άλλοι θα άρχιζαν να τρέχουν, εγώ είδα το μέλλον μου. Όχι λεφτά και μαλακίες. Δεν το’κανα μόνο για τα λεφτά. Το έκανα κυρίως γιατί ήταν αυτό που γούσταρα να κάνω. Είχα σκοτώσει εκείνον τον πούστη (το να τον αποκαλώ «πατέρα» μου προκαλεί αναγούλα ακόμα και τώρα) και δεν είχα νιώσει τύψεις, μόνο χαρά. Είχα κλέψει άπειρα πράγματα από άπειρο κόσμο και δεν είχα λυπηθεί κανέναν τους. Απλά, έτσι ήμουν. Δεν ένιωθα. Εκείνος ήταν αλλιώς. Πιο ευαίσθητος. Γι’αυτό με είχε περιμαζέψει. Εγώ στη θέση του θα με είχα σαπίσει στο ξύλο και θα με είχα αφήσει να ψοφήσω στην άκρη του δρόμου. Για τον ίδιο λόγο, δεν ήθελε να το κάνω. Στην αρχή. Γιατί μετά τον έπεισα. Τότε, βέβαια, δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα γινόμουν.

Άρχισε λοιπόν να με παίρνει μαζί του σε δουλειές, να μου μαθαίνει τα μυστικά του επαγγέλματος και να με εκπαιδεύει – κάθε μέρα, μέχρι τελικής πτώσεως. Δεν ήμουν πολύ πάνω απ’τα δεκαοχτώ όταν έκλεισα την πρώτη αποκλειστικά δική μου δουλειά. Οι στόχοι ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα. Παντρεμένοι. Μάλλον. Δεκάρα δεν έδινα. Όταν τέλειωσα μαζί τους, το μόνο που αισθανόμουν ήταν μια άγρια χαρά που ήμουν ζωντανή. Το γεγονός μαθεύτηκε στον υπόκοσμο. Δεν άργησα να αποκτήσω τη φήμη της αδίστακτης, ψυχρής δολοφόνου. Όχι ότι μου άρεσε ο χαρακτηρισμός, αλλά στην τελική δεν ήταν και ψέμα. Δεν ξέρω κι εγώ πόσο κόσμο σκότωσα μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Πολύ. Στην αρχή τους μετρούσα. Μετά τους τριαντατεσσεράμιση – το μισό ήταν ένας νάνος που είχε μόλις σχολάσει απ’τη δουλειά του στο τσίρκο και που είχε την ατυχία να βρεθεί στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή – σταμάτησα το μέτρημα.

Όλα αυτά, φυσικά, δεν άφησαν ανέπαφη την εξωτερική μου εμφάνιση. Η πανκ δεν είχε ακόμα γεννηθεί, όμως, τι να πω. Μάλλον ήμουν μπροστά από την εποχή μου. Ναι, γύρω στα τριάντα χρόνια μπροστά. Στην πραγματικότητα ήμουν απλώς ένα απίστευτα τσαντισμένο δεκαοχτάχρονο που σκότωνε ανθρώπους για να ζήσει. Φυσικά θα μπορούσα να ξεσπάσω στα θύματά μου. Αλλά δεν ήμουν τόσο ηλίθια. Οπότε ξέσπασα στο σώμα μου. Έκοψα τα μαλλιά μου με ξυραφάκι. Με το ολέθριο αποτέλεσμα να είναι εντελώς κοντά στη μία πλευρά του κεφαλιού και να καταλήγουν πάνω από τον ώμο στην άλλη. Κι έβαψα και τη φράντζα μου μπλε. Ακόμη και σήμερα πάντως, μες στη μόδα είμαι. Κι ας το έκανα για άλλους λόγους. Τι σημασία έχει; Τώρα καταφέρνω να περνάω περισσότερο απαρατήρητη απ’ ότι τότε. Άλλωστε, το κίνημα της πανκ με δικαίωσε τελικά. Φαίνομαι εξίσου συνηθισμένη με οποιοδήποτε φρικιό. Και, στην πραγματικότητα, αυτό είναι το μόνο που μετράει. Απέκτησα και κωδικό όνομα στην πιάτσα. Orchid. Ναι, ξέρω. Δεν μου ταιριάζει. Σήμερα, οι περισσότεροι νομίζουν ότι είναι λόγω της ομορφιάς μου. Δεν είναι. Κι οι λίγοι που ξέρουν πού οφείλεται δεν το χρησιμοποιούν τόσο εύκολα. Έχετε δει ποτέ ανθρώπινο κεφάλι ανοιγμένο στα δύο; Όχι τελείως αλλά αρκετά ώστε να ξεχειλίζουν από μέσα τα μυαλά. Ε, τώρα καταλαβαίνετε γιατί με λένε Orchid. Πρέπει να παραδεχτείτε ότι κάποιος μπάτσος εκεί στην Αγγλία είχε πολύ μεγάλη φαντασία. Αν και οι ηλίθιοι ποτέ δεν φαντάστηκαν ότι ο Orchid θα μπορούσε να είναι γυναίκα. Όχι ότι φταίνε. Ποτέ δεν άφηνα μάρτυρες. Και γι’αυτό, κάποιοι στον υπόκοσμο άρχισαν να με αποκαλούν μεταξύ τους με άλλα ονόματα, χειρότερα και λιγότερο κολακευτικά.

Βέβαια, τώρα που το σκέφτομαι, το ότι περνούσα απαρατήρητη δεν είναι αλήθεια. Όχι ακριβώς, τουλάχιστον. Γιατί κάποιος με πρόσεξε. Άνοιξη του ’44, είχα κλείσει μια πολύ δύσκολη δουλειά, θυμάμαι. Ο τύπος που έπρεπε να «φάω» ήταν πανέξυπνος και με κάποιο μυστήριο τρόπο κατάφερνε διαρκώς να μου ξεφεύγει.  Τον κυνηγούσα τρεις μέρες, περισσότερο χρόνο απ’ ότι είχα ξοδέψει για οποιονδήποτε άλλο στόχο στο παρελθόν. Τελικά, φάνηκα πιο έξυπνη και πιο γρήγορη απ’ αυτόν. Ο Michael είχε κάνει καλή δουλειά μαζί μου. Τόσο καλή που δεν άργησα να αντιληφθώ την παρουσία μιας σκιάς κουρνιασμένης στην ταράτσα του σπιτιού πίσω μου. Άρχισα να βρίζω από μέσα μου. Το μόνο που μου έλειπε για να χάσω κι άλλο την ώρα μου ήταν ένας αυτόπτης μάρτυρας. Σκαρφάλωσα από τη σκάλα κινδύνου στο διπλανό σπίτι και πήδηξα απέναντι. Αλλά όταν έφτασα δεν υπήρχε κανείς εκεί. Στην αρχή σκέφτηκα πως ήταν ιδέα μου. Όμως, αυτό συνεχίστηκε τις επόμενες μέρες. Δεν μπορούσα παρά να το παραδεχτώ. Δεν ήμουν τόσο καλή όσο νόμιζα. Κάποιος με είχε βρει και πολύ σύντομα θα ήμουν είτε μέσα είτε νεκρή. Θα στοιχημάτιζα στο πρώτο, αλλά τελικά συνέβη το δεύτερο. Τότε, βέβαια, δεν ήξερα ούτε ποιος ούτε τι ήταν αυτό που με είχε βάλει στο μάτι. Κι έτσι, δεν μπορούσα να ξέρω ότι ακόμη κι αν ήμουν εξυπνότερη, γρηγορότερη, πιο δυνατή, πιο οτιδήποτε…δεν θα μπορούσα να έχω ξεφύγει. Το πολύ-πολύ να είχα καταλήξει λίγο πιο πτώμα. Και, πιστέψτε με…πιο πτώμα από τώρα, θα ήταν πολύ πτώμα.

Μια βδομάδα αργότερα και αφού είχα ξοδέψει πολλή φαιά ουσία προσπαθώντας να καταλάβω τους σκοπούς αυτού που με παρακολουθούσε, αποφάσισα ότι είχα κουραστεί αρκετά κι είχε έρθει η ώρα να παίξουμε με τους δικούς μου όρους. Ένα βράδυ, λοιπόν, έφυγα από το σπίτι κανονικά, όπως κάθε μέρα. Για να δουλέψω. Υποτίθεται. Άρχισα να περπατάω και να περπατάω και να περπατάω. Είχα την ελπίδα ότι αυτό ίσως και να κούραζε τη μυστηριώδη σκιά πίσω μου. Για τον εαυτό μου δεν ανησυχούσα. Ήμουν είκοσι. Και ήμουν σε άριστη φυσική κατάσταση. Μπορούσα να αντέξω λίγο περπάτημα. Οδήγησα τη σκιά σε αδιέξοδο. Και περίμενα. Αυτό που είδα…ε, ας πούμε πως ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενα. Για μια στιγμή, μέχρι που μπήκα σε πειρασμό να βάλω το μαχαίρι μου πίσω στη θήκη του. Γιατί το άτομο που μπήκε στο μικρό στενάκι ήταν γυναίκα. Φυσικά, μετά συνειδητοποίησα δύο πράγματα. Το πρώτο: κι εγώ το ίδιο, αλλά αυτό δεν με έκανε λιγότερο επικίνδυνη. Και το δεύτερο: αυτή η γυναίκα, με κάποιον τρόπο που δεν μπορούσα να προσδιορίσω…μου έμοιαζε. Όχι εμφανισιακά. Παρόλο που κι αυτή φορούσε αντρικά ρούχα, όπως κι εγώ. Όμως δεν ήταν αυτό. Ήταν κάτι άλλο. Σ’εκείνο το πλάσμα…μπορούσα να δω κάτι απ’ τον εαυτό μου.

Πλάσμα είπα; Το γάμησα τώρα, ε; Δεν γίνεται να το πάρω πίσω. Κι ήθελα να έχει μια κάποια αγωνία η ιστορία. Τελοσπάντων. Σταθήκαμε για λίγο η μία απέναντι στην άλλη. Είχε πολύ μακριά, μαύρα μαλλιά και ψηλά ζυγωματικά. Έμοιαζε ελαφρώς με τσιγγάνα. Δεν ήταν ακριβώς όμορφη. Δηλαδή ήταν, αλλά μ’ έναν παράξενο τρόπο. Άγριο. Και τότε, άρχισε ο ήχος. Ήταν σαν να ερχόταν κατευθείαν από τις σκιές. Ανατρίχιασα. Ήταν χαμηλόφωνος και παράξενα μελωδικός. Μου πήρε μερικά δευτερόλεπτα να συνειδητοποιήσω ότι ήταν γέλιο. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με οδήγησε τελικά στην έκρηξη. Το ότι όλη τη βδομάδα μου είχε σπάσει τα νεύρα ή το ότι φαινόταν να το διασκεδάζει τόσο πολύ. Πάντως, της επιτέθηκα.

Υπό κανονικές συνθήκες, δεν υπήρχε περίπτωση να αστοχήσω από τόσο κοντινή απόσταση. Αλλά αστόχησα. Η αντίπαλός μου ήταν εντυπωσιακά γρήγορη. Φυσικά, αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εξαγριωθώ ακόμη περισσότερο και να επιτεθώ ξανά. Το μαχαίρι μου βρήκε σε κάτι σκληρό και άκαμπτο. Όταν κοίταξα, είδα ότι ήταν χέρι. Το δικό της χέρι. Που εκείνη τη στιγμή λύγιζε τη λεπίδα του αγαπημένου μου όπλου. Αυτό ήταν. Εκεί έχασα τον έλεγχο. Ούτε στιγμή δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι κατά πάσα πιθανότητα δεν θα μπορούσα να τα βάλω με κάποιον που λύγιζε μέταλλα με τόση ευκολία. Απλά έχασα κάθε επαφή. Δεν είχα πάρει άλλα όπλα μαζί μου, στο παρελθόν το ένα ήταν πάντα αρκετό. Παρόλα αυτά, επιτέθηκα για τρίτη φορά. Αλλά τότε εκείνη αποφάσισε ότι αρκετά με είχε αφήσει να παίξω και είχε έρθει η ώρα να σοβαρέψουν τα πράγματα. Το να πω ότι με σάπισε στο ξύλο θα ήταν ευφημισμός. Αν δεν ήταν τόσο προσεκτική, πιθανότατα θα είχα πεθάνει εκεί, στο σοκάκι. Δεν πέθανα. Σε ημιλιπόθυμη κατάσταση, την ένιωσα να με σηκώνει στα χέρια της με απίστευτη ευκολία. Κι έπειτα το πιο παράξενο πράγμα συνέβη. Από το δρόμο, βρεθήκαμε ξαφνικά σε μια στέγη. Κι από κει σε μια άλλη. Και μετά σε άλλη. Μέχρι που έχασα τις αισθήσεις μου. Κι όμως, ακόμα θυμάμαι να την κοιτάω και να παραλύω από φόβο. Γιατί ακριβώς εκείνη τη στιγμή ήταν που κατάλαβα ότι δεν ήταν άνθρωπος.

Όταν ξύπνησα, βρισκόμουν σ’ένα άγνωστο δωμάτιο. Ήταν μικρό και ελεεινά ακατάστατο. Ούτε το υπόγειό μου δεν ήταν τόσο μπουρδέλο. Πονούσα αφόρητα. Αλλά όταν είδα ότι εκείνη ήταν εκεί, καθισμένη σε μια καρέκλα απέναντί μου, τινάχτηκα και με εντυπωσιακή ταχύτητα κόλλησα στον τοίχο. Γέλασε. «Σε παρακολουθώ καιρό τώρα και νομίζω πως έκανα σωστή επιλογή» είπε τελικά. Παρόλο που δεν ήθελα να το παραδεχτώ, μου άρεσε η φωνή της. Είχε κάτι το υπνωτιστικό. «Τι στο διάολο θες από μένα;» τη ρώτησα επιθετικά, προσπαθώντας να αγνοήσω τις έντονες σουβλιές στην κάτω γνάθο μου. Εκείνη σηκώθηκε και προχώρησε αργά προς το μέρος μου. Ανασήκωσε το πρόσωπό μου και με ανάγκασε να την κοιτάξω. Χαμογελούσε και το χαμόγελό της δεν ήταν καθόλου καλό. «Σ’έχω δει» ψιθύρισε. «Είσαι κυνηγός. Σαν εμάς. Για την ακρίβεια…είναι η πρώτη φορά που βλέπω κάποιον θνητό που να μας μοιάζει τόσο. Το θέμα είναι…στη δουλειά σου, γλύκα, υπάρχει ημερομηνία λήξης. Δεν θα είσαι πάντα τόσο νέα ούτε τόσο ευκίνητη. Δεν θα είσαι τόσο δυνατή. Και κάποια στιγμή οι ιστορίες των θυμάτων σου θ’ αρχίσουν να σε αγγίζουν. Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι καταδικασμένη στη μετριότητα, βλέπεις. Αυτό που σου προσφέρω…όχι…αυτό που θέλω είναι να σε κάνω κάτι άλλο. Κάτι πιο δυνατό. Πιο σπουδαίο. Κάτι που θα γίνεται ισχυρότερο με το πέρασμα του χρόνου αντί για πιο αδύναμο.» Πήγα να πω κάτι. Δεν με άφησε. Έσκυψε πιο κοντά. «Άλλωστε, πρέπει να το ξέρεις ήδη. Δεν είσαι άνθρωπος. Μπορεί να είσαι θνητή…αλλά άνθρωπος δεν είσαι. Πες μου, πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσες οτιδήποτε;» Δεν μίλησα. Εκείνη συνέχισε. Τα μάτια της έλαμπαν και από αυτή την απόσταση συνειδητοποίησα ότι το χρώμα τους έμοιαζε σχεδόν ψεύτικο. « Το μόνο που σου αρέσει να κάνεις είναι να σκοτώνεις. Γι’αυτό ζεις. Είναι η μόνη στιγμή που νιώθεις πως υπάρχεις, πως έχεις κάποια θέση ανάμεσα σ’ όλον τον υπόλοιπο πληθυσμό του πλανήτη. Μπορώ να το κάνω να κρατήσει για πάντα αυτό. Και, πίστεψέ με, θα το απολαμβάνεις πολύ περισσότερο απ’ ότι τώρα. Και θα έχεις βρει ένα μέρος στο οποίο θα ανήκεις.» Την κοίταξα για λίγη ώρα χωρίς να μιλάω. «Έχω δυνατότητα επιλογής;» ρώτησα. Χαμογέλασε αργά. «Όχι, όχι στ’αλήθεια.»

Κι έπειτα, ξαφνικά, προτού καν το καταλάβω, βρισκόμουν στα χέρια της κι ήταν δυο χέρια τόσο παγωμένα και τόσο άκαμπτα που έμοιαζαν με χέρια πτώματος. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα, βέβαια, θυμήθηκα ότι αυτό ακριβώς ήταν στην πραγματικότητα. Οι κυνόδοντές της τρύπησαν το δέρμα μου κι ένιωσα έναν στιγμιαίο πόνο, αλλά πολύ σύντομα τον ξέχασα εντελώς, καθώς όλες μου οι αισθήσεις συντονίστηκαν σε μια έκσταση χωρίς προηγούμενο. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που ένιωθα κάτι τέτοιο. Η όρασή μου είχε θολώσει και δυσκολευόμουν τρομερά να κρατήσω ανοιχτά τα μάτια μου. Ήταν σαν να επέπλεα μέσα σ’ ένα κατακόκκινο όνειρο γεμάτο εκρήξεις φωτός και πυροτεχνήματα φτιαγμένα από το πιο μαύρο σκοτάδι. Ήταν πολύ καλύτερο από το σεξ. Διάολε, ήταν καλύτερο ακόμη κι από το να σκοτώνεις. Δεν νομίζω ότι είχα ξανακούσει ποτέ τόσο έντονα τους χτύπους της καρδιάς μου. Όλο και λιγόστευαν, όλο και γίνονταν πιο αργοί, όμως από ένα σημείο κι έπειτα…απλά…έπαψε να με νοιάζει. Και τότε ήμουν σίγουρη πως θα πέθαινα. Δεν ήξερα, τότε, όσα ξέρω σήμερα και μ’ έπιασε άγχος στην ιδέα ότι θα έπρεπε να θαφτώ και να σκάψω δεν ξέρω κι εγώ  πόσα μέτρα χώμα το επόμενο βράδυ για να βγω από τον τάφο μου και να τραφώ. Δεν είχα ιδέα ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά μονάχα παραμύθια, μύθοι και θρύλοι που είχαν εφεύρει αδαείς άνθρωποι. Κάποιους από αυτούς τους είχαμε διαδώσει ή συντηρήσει εμείς οι ίδιοι γιατί έτσι μας συνέφερε. Αλλά αυτό το έμαθα πιο μετά.

Το επόμενο πράγμα που αισθάνθηκα ήταν κάτι να στάζει στο στόμα μου κι άνοιξα αυθόρμητα τα χείλη μου, γιατί ένιωθα απίστευτα αφυδατωμένη. Λογικό, θα μου πεις. Τα μάτια μου άνοιξαν απότομα, σαν να είχαν δική τους θέληση και είδα ότι εκείνη κρατούσε τον καρπό της πιεσμένο στο πρόσωπό μου κι από τον καρπό της κυλούσε το πιο σκούρο, το πιο κόκκινο αίμα που είχα δει ποτέ. Και πιστέψτε με όταν λέω ότι είχα δει αρκετό στη ζωή μου για να μπορώ να κρίνω. Έπιασα το χέρι της κι άρχισα να πίνω πιο άπληστα. Με κοίταζε χαμογελώντας και το χαμόγελό της ήταν ανεξιχνίαστο. Ώσπου κάποια στιγμή με έσπρωξε από πάνω της. Και τότε ήρθε ο πόνος. Μου ξέφυγε μια άναρθρη κραυγή. Ένιωθα σαν να σκίζονταν τα σωθικά μου στα δύο. «Τι…τι μου συμβαίνει;» κατάφερα να ψελλίσω πανικόβλητη. «Πεθαίνεις. Αλλά μην ανησυχείς. Αυτός είναι μόνο ο θνητός σου θάνατος και κρατάει λιγότερο απ’ όσο φαντάζεσαι». Δεν μου έλεγε ψέματα. Πολύ σύντομα ο πόνος σταμάτησε και συνειδητοποίησα ότι στεκόμουν στα πόδια μου, κοιτάζοντας τριγύρω.

Και μόνο το να κοιτάζεις μ’ αυτά τα καινούρια μάτια ήταν διαφορετικό. Όλα ήταν τα ίδια κι όμως τίποτα δεν ήταν ακριβώς το ίδιο. Και το σώμα μου το ένιωθα αλλιώτικο. Πιο νεκρό, ναι, αλλά πιο γεμάτο από πιθανότητες. Με κάποιον τρόπο ήξερα πως τώρα θα μπορούσα να κάνω ένα σωρό πράγματα που μου ήταν αδύνατα όσο ήμουν άνθρωπος. Ήμουν χαρούμενη. Όχι, λάθος. Δεν ήμουν χαρούμενη. Ήμουν ευτυχισμένη. Μέχρι που εντόπισα κάτι άλλο, κάτι σκοτεινό και απροσδιόριστο, μια ανάγκη βίαιη και επιτακτική που έμοιαζε να πηγάζει από πολύ βαθιά μέσα μου. Την κοίταξα ανήσυχα. «Μην ανησυχείς, δεν είναι τίποτα. Μονάχα η Πείνα.» Δεν ήμουν χαζή, κατάλαβα αμέσως σε τι αναφερόταν. Παρόλα αυτά, την κοίταξα ερωτηματικά. «Έλα» μου είπε. «Πάμε μια βόλτα. Απόψε θα σε μάθω να κυνηγάς».

Όντως μου έμαθε. Όπως κι ένα σωρό άλλα πράγματα. Η Mireille δεν ήταν ποτέ φειδωλή με τις πληροφορίες που μου έδινε, αν και της άρεσε εξίσου να με βλέπει να ανακαλύπτω πράγματα μόνη μου. Μου μίλησε για την Camarilla και για τη Μεταμφίεση, για τις διάφορες φυλές – αντίθετα απ’ ο,τι πίστευα μέχρι τότε, δεν υπήρχε μόνο μία – και για τους νόμους της κοινωνίας μας. Δεν είχα πρόβλημα με τους κανόνες και τις ιεραρχίες. Πράγμα που ήταν πολύ παράδοξο, δεδομένου ότι η Mireille, όπως κι οι περισσότεροι άλλοι Brujah που γνώρισα από τότε, ήταν…πώς να το πω; Επαναστάτες. Η δικιά μου φιλοσοφία ήταν απλή: αν κάτι δεν σ’ εμποδίζει στη δουλειά σου και σε συμφέρει, μην του αντιστέκεσαι. Κάποια στιγμή, παρουσιάστηκα και στον Πρίγκιπα. Τίποτα το πολύ ιδιαίτερο σχετικά μ’αυτό. Δεν τον συμπάθησα, αλλά κέρδισε αμέσως το σεβασμό μου. Κι αυτό ήταν ένα μεγάλο βήμα από μόνο του, δεδομένου ότι τον σεβασμό μου δεν τον μοίραζα απλόχερα. Οπότε δεν είχα ιδιαίτερα προβλήματα ως νεογεννηθέν βαμπίρ και κάτω από την προστασία της Mireille. Η οποία, όπως δεν άργησα να ανακαλύψω, είχε μεγάλη επιρροή στην πόλη. Όλα καλά λοιπόν.

Ή μάλλον όχι εντελώς. Είχα ένα μικρό πρόβλημα με το θέμα της τροφής. Η Mireille το έβρισκε εξαιρετικά αξιοπερίεργο και συχνά με δούλευε γι’ αυτό. Είχαμε κάνει και μερικούς επικούς καυγάδες πάνω στο ζήτημα. Αυτό συμβαίνει όταν δύο τρομαχτικά οξύθυμα άτομα – εν προκειμένω όχι και τόσο άτομα -  βρίσκονται εγκλωβισμένα στον ίδιο χώρο και διαφωνούν. Το πρόβλημά μου, το παραδέχομαι κι εγώ η ίδια, ήταν επιεικώς ηλίθιο. Ενώ δεν είχα απολύτως κανένα θέμα να σκοτώνω με άλλα μέσα, δεν μπορούσα να χρησιμοποιήσω τους κυνόδοντές μου με την ίδια ευκολία. Δεν ξέρω γιατί. Πολλές φορές άφηνα τον εαυτό μου νηστικό για μέρες, μέχρι να μην αντέχω πια άλλο και μόνο τότε έβγαινα για κυνήγι. Τη δουλειά μου όμως δεν την είχα σταματήσει. Θέλω να πω…δεν είναι ότι ένιωθα τύψεις. Ποτέ δεν ήμουν υπέρ των τύψεων ούτως ή άλλως. Σε κρατούσαν πίσω. Σε έκαναν αδύναμο. Σε τράβαγαν στον πάτο, αν τις άφηνες. Και ποιος ο λόγος να τις αφήσεις να κάνουν κάτι τέτοιο, στην τελική; Οι τύψεις ήταν κάτι που ποτέ δεν κατάλαβα. Έτσι όπως το έβλεπα εγώ, καθένας έκανε ο,τι χρειαζόταν για να επιβιώσει και να κρατηθεί στην επιφάνεια. Πολύ πριν αλλάξω, ήμουν περισσότερο αποκομμένη από τα ανθρώπινα συναισθήματα απ’ ότι πολλοί του είδους μου. Ίσως απλά δεν μπορούσα να συνηθίσω. Ή ίσως να ήθελα απεγνωσμένα να κρατηθώ στα τελευταία υπολείμματα της θνητότητάς μου. Δεν ξέρω. Από την άλλη, δεν με απασχόλησε ποτέ ιδιαίτερα. Τα υπαρξιακά ερωτήματα δεν ήταν η ειδικότητά μου. Ήμουν απλό πλάσμα. Όχι απλοϊκό, αλλά απλό. Γιατί να δυσκολεύεις τη ζωή σου όταν μπορείς να κρατάς τα πράγματα απλά; Φυσικά, όπως ήταν αναμενόμενο, τελικά συνήθισα. Η Πείνα πάντα κερδίζει, αυτό είναι κάτι που έμαθα με τον επώδυνο τρόπο.

Έμεινα καιρό με τη Mireille. Δεν ήταν εύκολη συγκατοίκηση, κυρίως εξαιτίας του ευέξαπτου χαρακτήρα και των δυο μας. Πολλές φορές πλακωνόμασταν στο ξύλο και συνήθως ήμουν εγώ αυτή που κατέληγε με χειρότερα τραύματα. Όμως την αγαπούσα. Κι αυτή το ίδιο. Νομίζω. Με τη  Mireille ήταν πάντα δύσκολο να καταλάβεις. Και τουλάχιστον έμαθα να ελέγχω κάπως τα νεύρα μου, πράγμα που αποδείχτηκε ιδιαίτερα χρήσιμο αργότερα. Πέρασε καιρός. Ο χρόνος, βέβαια, για μας δεν σημαίνει και πολλά. Αλλά ήταν καιρός. Εξήντα χρόνια σχεδόν. Μέχρι που κάποια στιγμή η Mireille αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να με αφήσει. Όλα αυτά τα χρόνια, αλλά και πριν, είχα δημιουργήσει μια διόλου ευκαταφρόνητη περιουσία. Στο Λονδίνο είχα επαφές, ήξερα κόσμο και μπορούσα να βρω εύκολα δουλειά. Όμως, είχα κουραστεί. Κάθε βράδυ ήταν το ίδιο με το προηγούμενο και σπάνια γινόταν κάτι διαφορετικό ή ενδιαφέρον. Επιπλέον, δεν ήξερα κατά πόσο ήθελα να βρίσκομαι στην ίδια πόλη με τη Mireille. Ήξερα πως έπρεπε να συνηθίσω να είμαι μόνη μου και η παρουσία της εκεί δεν θα βοηθούσε. Υπήρχαν πολλά πράγματα εκεί που δεν είχαν σβήσει ακόμα. Πόθος. Σεβασμός. Ακόμη και τρυφερότητα κάποιες φορές. Και έπρεπε να σβήσουν. Έτσι τα μάζεψα κι έφυγα.

Το να βρω πού θα πήγαινα ήταν δύσκολη απόφαση. Υπήρχαν πολλά μέρη του κόσμου που ήθελα να δω. Όμως, την ώρα της κρίσης – τη στιγμή που έβγαζα εισιτήριο στο αεροδρόμιο, δηλαδή, θυμήθηκα τη μητέρα μου, που είχα να τη σκεφτώ πολύ καιρό. Κι έγινε, λίγο-πολύ, από μόνο του. Ελλάδα λοιπόν. Τη γλώσσα την ήξερα, λεφτά είχα, τα μπλεξίματα προσπαθούσα πάντα να τα αποφεύγω όσο μπορούσα – γιατί δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου όταν κάνεις αυτό το επάγγελμα…λογικά δεν θα είχα πρόβλημα. Ίσως, είπα στον εαυτό μου, ίσως κιόλας να ήταν ευκαιρία για μια νέα αρχή. Έβαλα τους ανθρώπους μου στο Λονδίνο να ψάξουν να μου βρουν σπίτι. Και ξεκίνησα. Τη Mireille δεν την αποχαιρέτησα ποτέ. Δεν είμαι καλή σ’ αυτά. Πολλοί με λένε ψυχρή. Μάλλον έχουν δίκιο. Δεν ξέρω.

Η Αθήνα ήταν μια καινούρια εμπειρία. Διαφορετικό κλίμα, διαφορετικοί άνθρωποι…διαφορετικοί βρικόλακες. Το σπίτι ήταν πολύ ωραίο, μεγάλο και άνετο. Μεγαλύτερο απ’ όσο χρειαζόμουν, ίσως, αλλά μου άρεσαν οι ανοιχτοί χώροι και επιπλέον είχα ανάγκη από άπλα για να εξασκούμαι. Η  Mireille με κορόιδευε και γι’ αυτό, θυμίζοντάς μου συνέχεια πως δεν υπήρχε ανάγκη. Όμως ήταν μια ρουτίνα και κάποιες φορές που επικίνδυνες σκέψεις πήγαιναν να βγουν στην επιφάνεια, με βοηθούσε να ξεχνιέμαι. Δεν παρέλειψα να παρουσιαστώ στον Πρίγκιπα της πόλης, ως προς αυτό η Mireille με είχε δασκαλέψει καλά. Το μότο της ήταν: ποτέ, μα ποτέ, μην τσαντίσεις έναν Πρίγκιπα. Κι αν κάνεις κάτι που πρόκειται να τον τσαντίσει, τουλάχιστον φρόντισε να μην το μάθει ποτέ.

Δεν άργησα να μάθω πού σύχναζαν οι υπόλοιποι που ήταν σαν κι εμένα. Αν και, πρέπει να ομολογήσω, ο αριθμός τους με εξέπληξε. Περίμενα πως θα ήταν λιγότεροι, σε μια μικρή πόλη όπως αυτή. Φυσικά, έκανα λάθος. Ήμασταν πολλοί. Είμαστε πολλοί. Βέβαια, αυτό δεν άλλαξε και πολλά πράγματα. Θέλω να πω, παραμένω εξίσου αντικοινωνική και σιωπηλή όσο ήμουν ως άνθρωπος. Η Mireille πάντα έλεγε πως αυτό δεν θα μου βγει σε καλό. Προσπαθώ να το ξεπεράσω πάντως. Αλήθεια προσπαθώ. Χρήματα έχω αρκετά, τυπικά δεν χρειάζεται να δουλεύω. Αλλά κάτι που δεν άργησα να μάθω ήταν ότι ακόμη κι αν αφήσεις τον υπόκοσμο, ο υπόκοσμος θα γυρίσει πίσω σε σένα. Όχι ότι με χάλασε ιδιαίτερα έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα. Το να σκοτώνω ήταν η δουλειά μου εδώ και χρόνια. Επίσης, ήταν πλέον η φύση μου. Απλά μερικές φορές αναρωτιέμαι πώς θα ήταν τα πράγματα αν είχα προσπαθήσει λίγο περισσότερο. Αν είχα προσπαθήσει να κάνω κάποιο άλλο επάγγελμα. Συνήθως μου περνάνε γρήγορα αυτές οι κρίσεις αυτολύπησης. Τουλάχιστον τώρα έχω την άνεση να αναλαμβάνω μόνο δουλειές που μου κινούν το ενδιαφέρον.

Υπάρχει ένας τύπος που με βοηθάει όταν χρειάζεται και που τον γνώρισα μ’ έναν πολύ ενδιαφέροντα τρόπο, τον πρώτο κιόλας μήνα που ήρθα στην Αθήνα. Ακολουθούσα μια κοπέλα που είχα σταμπάρει εδώ και μέρες και που ανυπομονούσα να δοκιμάσω το αίμα της, όταν ένιωσα άλλη μια παρουσία κάπου κοντά. Ήταν στο δρόμο για τη δουλειά της. Ο δρόμος ήταν θεοσκότεινος και ήξερα πως και κάποιος άλλος εκτός από μένα την παρακολουθούσε. Και κάτι μου έλεγε ότι οι προθέσεις του δεν ήταν περισσότερο αγαθές από τις δικές μου. Εκνευρίστηκα. Πολύ. Αν κάποιος ήταν να σκοτώσει εκείνη την κοπέλα, αυτή θα ήμουν εγώ. Τη στιγμή που έφτανε στην πίσω πόρτα του μπαρ όπου δούλευε, ο τύπος της επιτέθηκε. Πήδηξα από τη στέγη μου – δεν έχω καταφέρει να ξεπεράσω την αγάπη μου για τη μοναχικότητα και τη σιωπή που προσφέρουν οι ταράτσες – και του φύτεψα μια σφαίρα στο κρανίο χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Η κοπέλα με κοίταζε με υγρά μάτια, γεμάτα σοκ, τρόμο και ευγνωμοσύνη. Κανονικά, θα τρεφόμουν επιτόπου, αλλά τα πράγματα δεν ήρθαν ακριβώς όπως τα περίμενα. Οι φωνές της κι ο πυροβολισμός ξεσήκωσαν τον κόσμο, με αποτέλεσμα να βγουν στην αλάνα τρεις μπράβοι κι ένας μπασμένος, μεσόκοπος τύπος με κακόγουστο κουστούμι και μαλλιά παστωμένα στο ζελέ. Έμοιαζε με κακέκτυπο μαφιόζου. Και με κοίταζε από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Με καταφανώς καχύποπτο βλέμμα. Τους είχα άνετα, κι αυτόν και τους μπράβους του. Αλλά ήταν πολύ επικίνδυνο και δεν υπήρχε ουσιαστικός λόγος να αφήσω τόσα πτώματα τη στιγμή που θα μπορούσα να το αποφύγω. Την κοπέλα θα την έβρισκα και άλλη μέρα. Οπότε συγκράτησα τα νεύρα και την πείνα μου και του εξήγησα λακωνικά τι συνέβη, αποφεύγοντας το κομμάτι με το πήδημα από τη στέγη. Τα καλά νέα ήταν ότι η κοπέλα ήταν ανιψιά του και η μοναδική του οικογένεια κι ότι θα μου ήταν αιωνίως ευγνώμων. Τα καλύτερα ήταν ότι με συμπάθησε και μου έδωσε κάνα-δυο δουλειές. Του είπα τι έκανα πίσω στην Αγγλία και, για κάποιο λόγο, δεν έδειξε να εντυπωσιάζεται. Υπέθεσα ότι θα γνώριζε κι άλλους του είδους μου. Τελικά με την ανιψιά του αποφάσισα να μην το διακινδυνεύσω. Ριψοκίνδυνη ήμουν, όχι ηλίθια. Και κάπως έτσι γνώρισα το Στέλιο – ή Εξαδάκτυλο, όπως τον αποκαλούν συνηθέστερα -, κάθαρμα πρώτης τάξεως, ντίλερ και ελαφρώς μαφιόζο. Ο,τι έπρεπε, δηλαδή. Πάντα τα πήγαινα καλά με κάτι κουμάσια σαν κι αυτόν. Άλλωστε, δεν χρειάζεται να συμπαθείς κάποιον για να δουλεύεις γι’ αυτόν, έτσι δεν είναι; Βοηθάει, αλλά δεν είναι απαραίτητο.

Μέσω του Εξαδάκτυλου ήταν που γνώρισα και τον Ισκάρ. Όχι, δεν είναι αυτό το πραγματικό του όνομα, απλά…το πραγματικό του όνομα δεν το ξέρει κανείς. Φημολογείται ότι είναι ένας από τους καλύτερους πληροφοριοδότες που κυκλοφορούν στην πιάτσα, ίσως και ο καλύτερος. Κανείς δεν ξέρει πολλά γι’ αυτόν. Ούτε καν ο Εξαδάκτυλος. Για μένα, είναι απλώς μια φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής. Αν και ακούγεται συμπαθητικός τύπος. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί κι αυτός είναι εξίσου μυστήριος με μένα.

Κι αυτή είναι, λίγο-πολύ, όλη μου η ιστορία μέχρι τώρα. Τίποτα το πολύ εξαιρετικό φοβάμαι. Παρόλα αυτά. Δεν νιώθω πως μου λείπει κάτι σημαντικό. Έζησα αρκετά, πέθανα νέα και το πτώμα μου εξακολουθεί να είναι όμορφο. Έχω τη δουλειά μου. Δεν θέλω πολλά. Δεν είμαι ιδιαίτερα φιλόδοξη, στην πραγματικότητα, κι εκτιμώ ιδιαίτερα την ησυχία μου. Βέβαια, τα πράγματα αλλάζουν και ποτέ δεν ξέρεις. Είναι καλό που αλλάζουν και, ευτυχώς για μένα, είμαι αρκετά ευέλικτη για να προσαρμόζομαι στις αλλαγές χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Όμως αυτός είναι ο κόσμος μου και δεν θα ήθελα να τον χάσω. Τι θέλω; Όχι πολλά. Να γίνω όσο καλύτερη μπορώ στη δουλειά μου. Ίσως και η καλύτερη. Υπάρχει ένας τύπος. Δολοφόνος. Ο κορυφαίος στο επάγγελμα ίσως. Οι μπάτσοι τον αποκαλούν Silk. Καταζητείται απ’ όλες τις μυστικές υπηρεσίες του κόσμου και δεν τον έχει δει ποτέ κανείς. Ε, να. Κάπως σαν κι αυτόν θα ήθελα να γίνω. Γιατί όχι, άλλωστε; Μετά, δεν ξέρω, δεν το έχω σκεφτεί πολύ. Δεν είμαι των προγραμματισμών. Αλλά θα μου άρεσε να κάνω κάτι σαν «σχολή» για δολοφόνους. Σήμερα τα κάνουν όλα τόσο ατσούμπαλα, αφήνουν τόνους αίμα πίσω τους και δεν ξέρουν πώς να ξεφεύγουν από τους μπάτσους. Εγώ πάλι, πάντα πίστευα ότι βασικά και πριν απ όλα…ο φόνος είναι τέχνη.





Within Temptation [a Cornelia Brennare story]

18 01 2010

Γεννήθηκα το 1341 στην Κωνσταντινούπολη, την ημέρα της στέψης του αυτοκράτορα Ιωάννη Στ’ Καντακουζηνού . Η μητέρα μου πέθανε στη γέννα κι ο πατέρας μου δεν ήταν πουθενά κοντά της, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να χάσει την ίδια του την άνοδο στο θρόνο του Βυζαντίου. Ναι, ήμουν ένα από τα μπάσταρδά του. Η μητέρα μου ήταν κυρία επί των τιμών της γυναίκας του. Αν την αγαπούσε; Δεν έχω ιδέα. Πάντως δεν διέταξε να με πνίξουν όπως τα υπόλοιπα μπάσταρδά του και, λίγο μετά τη γέννησή μου, με έστειλε σ’ένα μοναστήρι. Ήταν καλό σχέδιο για να με ξεφορτωθεί, ομολογουμένως. Έτσι θα είχε και τη συνείδησή του ήσυχη ότι δεν σκότωσε ένα ακόμη παιδί. Ίσως η μητέρα μου, τελικά, να σήμαινε κάτι γι’αυτόν. Ίσως το γεγονός ότι μου έδωσαν το όνομά της να κατάφερε να αγγίξει κάτι μέσα του που είχε ξεχάσει πως υπήρχε. Ποιος ξέρει; Εγώ σίγουρα όχι. Δεν τον γνώρισα ποτέ στ’αλήθεια τον πατέρα μου. Οι καλόγριες του μοναστηριού ήταν για μένα η μόνη οικογένεια που είχα. Μου έμαθαν γραφή και ανάγνωση, με δίδαξαν πώς να προσεύχομαι και σε ποιο θεό να πιστεύω. Τις μισούσα. Τις μισούσα που μου φέρονταν λες και έφταιγα εγώ για τις αμαρτίες των γονιών μου. Τις μισούσα που με μαστίγωναν όποτε έκανα κάποια αταξία, για να μη γίνω ανήθικη σαν τη μάνα μου, όπως έλεγαν. Με μαστίγωναν επειδή ήμουν πιο όμορφη απ’ όσο θεωρούσαν πρέπον και με μαστίγωναν επειδή απλά τους άρεσε. Σύντομα έμαθα να κυκλοφορώ μέσα από τα μυστικά περάσματα και να κρύβομαι στις σκιές, απ’ όπου παρακολουθούσα τα πάντα χωρίς να με βλέπουν. Μέχρι που, κάποια στιγμή, λίγους μήνες πριν τα δέκατα γενέθλιά μου, είδα κάτι που δεν έπρεπε και με έδιωξαν. Ο πατέρας μου με πήρε στο παλάτι, να υπηρετώ τη γυναίκα του. Ήταν σκληρή γυναίκα η αυτοκράτειρα Ειρήνη κι έπαιρνε μέρος σε κάθε είδους συνομωσίες. Δεν ήθελε να με βλέπει μπροστά της, όμως τι άλλο μπορούσε να κάνει εφόσον ο άντρας της της είχε επιβάλει την παρουσία μου; Άλλωστε, η μητέρα μου ήταν ευγενής και δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία για το ότι ήμουν κόρη του πατέρα μου…η ομοιότητα ήταν προφανής. Από τα πολλά ετεροθαλή αδέρφια μου, δύο ήταν αυτά που στιγμάτισαν τη ζωή μου. Ο πρώτος – και μεγαλύτερος σε ηλικία – ήταν ο Ματθαίος που ήθελε να με εξαφανίσει από προσώπου γης. Κοκκίνιζε από οργή κάθε φορά που έμπαινα σ’ένα δωμάτιο. Ο δεύτερος, ο Μανουήλ, έγινε προστάτης και φίλος μου, καθώς ήταν η μόνη ευγενική ψυχή αυτής της σάπιας οικογένειας. Χάρη σ’αυτόν, σύντομα έπαψα να φοβάμαι τον Ματθαίο και κυκλοφορούσα ελεύθερα στο παλάτι. Ότι ήμουν το μπάσταρδο του αυτοκράτορα ήταν κοινό μυστικό, όμως έξω από τους τοίχους του παλατιού κανείς δεν ήξερε και κανείς δεν τολμούσε να μιλήσει. Η προστασία και η αγάπη του Μανουήλ με έκαναν να επαναπαυθώ. Κι όταν είδα πως ο Ματθαίος μπορεί να έλεγε πολλά αλλά δεν μου έκανε κακό, ξεθάρρεψα. Αυτό ήταν το μοιραίο μου λάθος. Όχι ότι αν δεν το είχα κάνει θα είχαν αλλάξει και πολλά.

Ήμουν πια δεκατριών χρονών και ήδη είχε αρχίσει να φαίνεται το πόσο όμορφη γυναίκα θα γινόμουν. Ο πατέρας μου πήρε τον Μανουήλ μαζί του σ’ένα ταξίδι στη Ρώμη και άφησε τον Ματθαίο στο πόδι του. Ήταν το μόνο που χρειαζόταν ο αδερφός μου για να κανονίσει με συνοπτικές διαδικασίες το πώς θα με ξεφορτωνόταν. Πίστευα πως όταν θα ερχόταν η ώρα απλά θα με σκότωνε. Αλλά όχι. Ο αγαπημένος μου αδερφός αποφάσισε, αντ’αυτού, να με παντρέψει. Σύζυγός μου θα ήταν κάποιος Raymond of Toulouse, που είχε μόλις ιδρύσει το κομιτάτο της Τρίπολης και είχε ορίσει τον εαυτό του Κόμη. Ήταν επίσης Δούκας της Narbonne. Είχε παντρευτεί τρεις φορές και θα ήμουν η τέταρτή του σύζυγος. Και η προηγούμενη ήταν μπάσταρδη, άρα δεν θα είχε πρόβλημα, όπως έσπευσε να μου εξηγήσει ο Ματθαίος, με χαιρέκακο χαμόγελο. Όταν του είπα πως δεν ήθελα να παντρευτώ, πως ήμουν πολύ μικρή, πως έπρεπε να περιμένει να γυρίσει ο Μανουήλ και ο πατέρας μας – ειδικά όταν τόλμησα και είπα «ο πατέρας μας» – διέταξε να με κλείσουν στο δωμάτιό μου μέχρι το γάμο. Έκλαιγα συνέχεια και δεν ήθελα να φάω τίποτα. Φοβόμουν. Φοβόμουν να παντρευτώ κάποιον που με περνούσε τριάντα χρόνια και που δεν τον είχα δει ποτέ. Μα, κυρίως, φοβόμουν να παντρευτώ κάποιον που είχε διαλέξει ο αδερφός μου για μένα.

Και η μέρα του γάμου έφτασε. Με έντυσαν, με στόλισαν και με οδήγησαν στην Εκκλησία. Με διέταξαν να δείχνω χαρούμενη γιατί θα μαζευόταν κόσμος και δεν ήθελαν κουτσομπολιά. Υπάκουσα. Ο σύζυγός μου ήταν πολύ γοητευτικός και καλοβαλμένος άντρας, αν και πολύ μεγαλύτερός μου. Είχε υπάρξει Σταυροφόρος και φαινόταν. Όμως υπήρχε κάτι στο βλέμμα του που δεν μου άρεσε, κάτι που μ’έκανε να ανατριχιάζω. Ήταν ψυχρό και υπολογιστικό, με μια δόση κακίας που προσπαθούσε να κρύψει καθώς με κοίταζε από πάνω μέχρι κάτω, προφανώς γδύνοντάς με με τα μάτια του. Όχι ότι υπήρχαν και πολλά για να φανταστεί, δηλαδή. Στο κάτω-κάτω δεν ήμουν παρά ένα κοριτσάκι που είχε το πρώτο του αίμα μόλις ένα χρόνο πριν. Ο γάμος έγινε με κάθε μεγαλοπρέπεια, όπως όριζε η θέση του Κόμη, κι έφτασε η νύχτα του γάμου. Αυτό που με τρομοκρατούσε. Με πήγαν στην κρεβατοκάμαρα και με έγδυσαν. Με ετοίμασαν. Περίμενα. Πέρασαν ώρες και, τελικά, με πήρε ο ύπνος. Μέσα στη νύχτα ξύπνησα από θορύβους μέσα στο δωμάτιο. Είδα έναν άγνωστο άντρα. Τρόμαξα. Πήγα να φωνάξω. Με χτύπησε. Με άρπαξε από τα μαλλιά και με έσυρε μέχρι το τραπέζι. Μπήκε μέσα μου τόσο απότομα που ούρλιαξα από πόνο.

- Μικρή πόρνη, μου ψιθύρισε καθώς με βίαζε, δεν έχεις ιδέα που έμπλεξες, έτσι δεν είναι; Ο σύζυγός σου έχασε στα χαρτιά απόψε και δεν είχε να με πληρώσει. Εσύ είσαι η πληρωμή μου.

Το πρωί ήρθε στο δωμάτιο ο άντρας μου. Μου είπε ότι ο «φίλος» του είχε κάνει παράπονα ότι ήμουν πολύ μικρή, πολύ άπειρη και έκλαιγα πολύ. Με χτύπησε τόσο άασχημα που έμεινα στο κρεβάτι δυο βδομάδες.

Το μοτίβο αυτό συνεχίστηκε και τα υπόλοιπα τέσσερα χρόνια του γάμου μας. Είχαν περάσει από το κρεβάτι μου τόσοι άντρες και τόσες γυναίκες που πια είχα χάσει το λογαριασμό. Οι πιο πολλοί μου φέρονταν σαν κοινή πόρνη. Ούτως ή άλλως ο ίδιος μου ο σύζυγος δεν μου φερόταν καλύτερα. Μέχρι που έμαθα και  να απολαμβάνω την ταπείνωση και τη βία τους. Έμεινα τρεις φορές έγκυος μέσα σ’αυτά τα χρόνια. Και τις τρεις φορές ο άντρας μου φρόντισε το παιδί να πεθάνει πριν γεννηθεί. Δεν ήθελε να έχω ούτε αυτήν την παρηγοριά στη δυστυχία μου. Αλλά προφανώς το σύμπαν συνομώτησε για μια φορά υπέρ μου. Ή τουλάχιστον αυτό σκέφτηκα όταν μου έφεραν τον αγαπητό μου σύζυγο παράλυτο μετά από ένα κυνηγετικό ατύχημα. Επιτέλους, για μια φορά ήταν αυτός στο δικό μου έλεος και είχα σκοπό να τον κάνω να πληρώσει για κάθε χτύπημα και για κάθε σταγόνα αίματος που είχα χύσει αυτά τα τέσσερα χρόνια. Τον κλείδωσα στο δωμάτιό μου. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Στους υπηρέτες έλεγα ότι τον περιποιόμουν. Στην πραγματικότητα, κάθε μέρα έκοβα κι ένα μικρό κομμάτι από το δέρμα του και τον ανάγκαζα να κοιτάει καθώς το έτρωγα. Η γεύση με αηδίαζε, φυσικά, όμως το ύφος του…α, το ύφος του ήταν πραγματικά ανεκτίμητο. Φυσικά, πέθανε πριν προλάβω να ολοκληρώσω το έργο μου. Τον έντυσα, τον αρωμάτισα και τον θάψαμε χωρίς κανείς να καταλάβει τίποτα. Έφυγα το ίδιο βράδυ. Φοβόμουν τι άλλο θα μπορούσε να κάνει ο αδερφός μου τώρα που ο βασανιστής μου ήταν νεκρός. Πήγα στη Narbonne, όπου παρουσιάστηκα ως θετή κόρη του Raymond.

Ήταν από τις πιο ευτυχισμένες περιόδους στη ζωή μου. Ήμουν η Κορνηλία Brennare, θετή κόρη του νεκρού Δούκα. Είχα κληρονομήσει τον τίτλο του και τις ιδιοκτησίες του. Ήμουν επιτέλους ήσυχη και ευτυχισμένη.

Μέχρι που ήρθε η πρόταση για συμμαχία με τον Κόμη της Lyon. Το όνομά του ήταν Ramon Berrenguer. Ισπανός. Δεν είχα ακούσει ποτέ τίποτα γι’αυτόν. Ήμουν πλέον στα είκοσί μου. Είχα αλλάξει πολύ. Τα χρόνια που είχα περάσει στο πλευρό του συζύγου μου μπορεί να μην τα γνώριζε κανείς σ’εκείνο το μέρος, όμως είχαν αφήσει τα σημάδια τους επάνω μου. Είχα γίνει φιλήδονη και σε συνδυασμό με την αφύσικη, πέρα από τα ανθρώπινα μέτρα ομορφιά μου, ήμουν η πιο ποθητή γυναίκα της Γαλλίας εκείνες τις μέρες.

Τότε ήταν που αποφάσισα να καθυστερήσω τη συνάντησή μου με τον Κόμη και να επισρέψω πίσω στο Βυζάντιο. Ο αδερφός μου σχεδίαζε πραξικόπημα με τον γιο του νόμιμου αυτοκράτορα για να πάρουν το θρόνο. Ο Ιωάννης Ε’Παλαιολόγος ήταν πολύ καλός φίλος του πστέρα μου και συναυτοκράτορας μαζί του. Ο γιος του ο Ανδρόνικος όμως, ήταν ένα ελεεινό κάθαρμα που συνήθιζε να παίζει χαρτιά με τον αποθανόντα σύζυγό μου. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Δεν μπορούσα να το αφήσω έτσι. Δεν ανησυχούσα για το αν θα με αναγνώριζε, πήγαιναν πολλά χρόνια από την τελευταία φορά που με είχε δει. Όπως το περίμενα, έπεσε σαν ώριμο φρούτο. Ήταν αρκετό ένα βλέμμα γεμάτο υπόνοιες, ένα μισό χαμόγελο κι ήταν δικός μου. Δεν ήξερε καν ποια ήμουν, αλλά μου υποσχόταν πως θα άφηνε τη γυναίκα του και τα παιδιά του για χάρη μου. Του ζήτησα να το κάνει και το έκανε. Ήρθε στο μέγαρο όπου έμενα ένα βράδυ και μου έκανε έρωτα γεμάτος ενοχές κι ένα πάθος σχεδόν παρανοϊκό. Τον πρόσταξα να φύγει μαζί μου για την Ευρώπη. Μου είπε πως θα έκανε τα πάντα. Το επόμενο βράδυ ήρθε να με βρει στο πλοίο, όπου πίστευε πως θα τον περίμενα. Από μακριά, διέταξα να πυρπολήσουν το καράβι μόλις τον είδα να μπαίνει. Δεν έκατσα να δω τι θα γινόταν.

Όταν γύρισα πίσω στη Γαλλία, δεν άργησα να ανακαλύψω ότι για μια ακόμη φορά ήμουν έγκυος. Όμως τώρα δεν υπήρχε κανείς για να σκοτώσει το παιδί μου. Αποφάσισα να το γεννήσω, ενώ ταυτόχρονα έκανα τις απαραίτητες ετοιμασίες για να μετακομίσω στην Αγγλία. Οι τελευταίοι μου εννιά μήνες στη Γαλλία πέρασαν ήρεμα και ευτυχισμένα. Την ώρα της γέννας ήμουν λίγο τρομαγμένη, όμως τελικά όλα πήγαν καλά. Η κόρη μου ήταν ένα γλυκύτατο, πανέμορφο πλάσμα. Υπήρχε μόνο ένα πράγμα να κάνω πριν φύγω για την Αγγλία.

Όταν ο Κόμης ήρθε να με επισκεφθεί για να μιλήσουμε για τη συνεργασία μας, έμεινα έκπληκτη. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που συναντούσα κάποιον όπως αυτός. Δεν έμοιαζε βάρβαρος όπως οι άντρες που συναναστρεφόμουν ως τότε. Αντίθετα, τα μακριά, κατάμαυρα μαλλιά του χύνονταν στην πλάτη του κι έφταναν σχεδόν μέχρι τα γόνατά του. Ήταν ψηλός και, παρόλο που φαινόταν ντελικάτος, ήταν πολύ δυνατός και ευλύγιστος. Ήταν, χωρίς υπερβολές, ο πιο όμορφος άντρας που είχα δει. Νομίζω ακόμη είναι, αν ζει…πράγμα για το οποίο δεν αμφιβάλλω καθόλου, ο,τι κι αν λένε. Επίσης, ο Κόμης ήταν απέθαντος. Βρικόλακας. Βδέλλα ή όπως αλλιώς το λένε. Έπινε αίμα. Ήπιε και το δικό μου. Καθώς μου έκανε έρωτα, ένιωσα τις σκιές να τυλίγονται γύρω μου. Πήγα να τρομοκρατηθώ, αλλά δεν με άφησε.

- Πάντα ήθελα να κάνω έρωτα πάνω από την άβυσσο, μου είπε μ’ένα μικρό, γοητευτικό χαμόγελο.

Με έκανε σαν κι αυτόν. Βρικόλακα. Μου έμαθε ο,τι έπρεπε να ξέρω για τις δυνάμεις μου και για την κοινωνία της νύχτας και πώς λειτουργούσε. Και μετά πήγε και πέθανε και μου άφησε όλη του την περιουσία. Φυσικά, αυτό είναι απλώς μια φήμη. Γιατί εγώ αισθάνομαι ακόμη το αίμα του να μιλάει μέσα στις φλέβες μου και ξέρω, απλά ξέρω, πως δεν είναι νεκρός. Σε αντίθεση με μένα. Όταν κατάλαβα τι μου είχε συμβεί, συνειδητοποίησα τον κίνδυνο που διέτρεχε η κόρη μου κοντά μου. Ένιωσα την καρδιά μου να γίνεται κομμάτια, όμως έπρεπε να την αποχωριστώ, για δικό της καλό. Έπρεπε να τη στείλω μακριά. Όπως και έκανα. Την έδωσα στην πιο πιστή από τις υπηρέτριές μου και την πρόσταξα να την πάρει μακριά και να την προσέχει σαν τα μάτια της. Κανείς ποτέ δεν έπρεπε να μάθει γι’αυτήν κι ούτε εκείνη έπρεπε να μάθει για μένα. Τη στιγμή που τις είδα από το παράθυρό μου να φεύγουν, ήξερα πως δεν έιχα πια τίποτα να χάσω. Κι αφού δεν είχα τίποτα να χάσω, δεν υπήρχε και τίποτα που να με τρομάζει. Ήμουν αληθινά νεκρή. Πιο νεκρή κι από το βράδυ που ο Ramon με άδειασε από όλο μου το αίμα, πιο νεκρή κι από την πρώτη νύχτα του γάμου μου ή από όλες τις φορές που ο άντρας μου είχε σκοτώσει τα μωρά μου. Δεν είχα τίποτα. Δεν είχα κανέναν. Ποτέ δεν θα είχα γιατί η καρδιά μου είχε σταματήσει να χτυπάει. Ήμουν καταραμένη. Και το μόνο καταφύγιό μου ήταν οι σκιές.





Corinthian [a Corinthian story]

18 01 2010

I was born Immanuel Finnegan in 1979. Years after that, I would be named Corinthian. Ever read “The Sandman”? It was a big hit back in the nineties. The graphic novel everyone talked about. Well, The Corinthian is a character in that graphic novel. A nightmare, a serial killer, a hero and a faithful servant to Morpheus, the King of Dreams…the King of Stories. But do not be mistaken. I’m nothing like that Corinthian.

You’re right, though. I should begin from the start. My father was Irish and my mother was…well, fuck my mother. She dumped us anyway. I grew up in Soho, England. Dad had a serious drinking problem, so he couldn’t keep a job, but apart from that, he was always nice to me. I mean, he didn’t hit me or yell at me or anything. Drinking didn’t make him angry…most of the times it just made him sad. We couldn’t live like that, so someone had to work. I did. I began as a paper-boy and a dog-walker. I was making good money, but not enough to sustain both my dad and myself. So I started hanging out with some of the bigger boys in the gangs and they hooked me up with jobs that asked for a lot of secrecy and paid quite a lot of money.

Growing up wasn’t easy…not in Soho and certainly not in my family. But I made it.

And, growing up, I became a gang member myself. I’ve done lots and lots of jobs. I’ve been a bodyguard, a hired gun, a pimp, a thief, a drug dealer. Whatever it took to put my dad in rehab. He was a proud man once and I couldn’t stand seeing him like that. To this day I believe he truly was the only person I was ever close with…the only person I truly loved…my last tie with conscience and kindness towards mankind.

To be perfectly honest, I hate mankind. I loath it. You might ask yourselves why and my answer to that would be…”this is the very reason, you always wonder why”. But dad? I wanted to protect him from the big, bad world. How silly this sounds now. I had just made the money to send him to rehab when he died, suddenly, of a heart attack. It was as if I somehow expected that. For real. I wasn’t surprised. Life sucks anyway, I told to myself and I spent the money to give him the most expensive funeral I could afford. At least I could offer him that.

But two weeks after, I left England. I wasn’t good with memories and self-loathing and whining. And, most certainly, I wasn’t going to give up. So I left, because I wanted to remember my father with affection and not pity. Pity doesn’t suit me. When in Ireland, I kept doing pretty much the same old tricks I did back in England. Drugs, whores, assassinations, security and thefts…that was my every night schedule.

After a while, I found myself a girlfriend. She was a hooker and her name was Cherry, like the fruit. She gave me good blowjobs and she didn’t talk much so it was more or less a perfect match. Until that night came, when my life changed. I broke into an expensive hotel, robbing every room of all precious things I could find. But when I reached the top suite, I saw the most beautiful girl sleeping peacefully, her hand on her chest, holding something that looked like an amulet. I tried to knock her unconscious so that she wouldn’t wake up and call the cops but…as soon as I laid hands on her I realized I couldn’t touch her. She had no substance. Any normal person would’ve left right at that moment…but not me. I stayed, trying to hit her, in what almost seemed like frenzy.

And then…all of the sudden she gained substance, caught my arm and opened the most beautiful, the most bright pair of deep, blue eyes that I’d ever seen. She seemed…thrilled, somehow. Ecstatic almost. Later she told me she admired my strength of will…and that was why she ghouled me. I believed her, you know. She actually is one of the few persons I can trust…and not because I’m drinking her blood, or because she’s so powerful. It’s more that…she doesn’t lie. She’s honest about everything and I know she trusts me with her life. So I do the same. After 29 years it feels good to not feel so alone anymore.





Who Wants To Live Forever?

18 01 2010

[ Ένα πνεύμα κι ένα ζευγάρι...ένα σώμα κι ένα παιδί...καθένας βρίσκει αυτό που επιθυμεί...ποιες είναι όμως οι επιπλοκές που περιμένουν στη γωνία;]

Το πνεύμα κοίταξε για άλλη μια νύχτα από ψηλά την πόλη και τη χολέρα της. Ένιωθε τόσο την ανάγκη να τα καταστρέψει όλα…μα δεν το έκανε. Δεν το έκανε γιατί μια άλλη ανάγκη έκαιγε μέσα του, πιο βαθιά και πιο επιτακτική. Ήθελε τη ζωή του πίσω…τη ζωή που είχε χάσει σχεδόν χωρίς να καταλάβει πώς. Ο γιος του…τόσο όμορφο παιδί, τόσο έξυπνο…και τόσο ζωντανό. Μέχρι που ήρθαν αυτοί και του τον πήραν κι όταν γύρισε δεν ήταν πια ο ίδιος. Κι όταν τον σκότωσαν μαζί με τη γυναίκα του, δεν άφησαν τις ψυχές τους να αναπαυθούν, μόνο τις φυλάκισαν. Και τώρα ήταν πάλι ελεύθερος και δεν ήθελε πια να αναπαυθεί. Το μόνο που επιθυμούσε ήταν ένα σώμα αρκετά ισχυρό για να τον δεχτεί και να τον βοηθήσει να πάρει εκδίκηση. Έτσι όπως στεκόταν πάνω από την πόλη, ξεχνούσε το όνομά της…και το δικό του όνομα. Το μόνο που θυμόταν ήταν πόσο του άρεσε η αίσθηση του αέρα στο πρόσωπό του και η γεύση των ώριμων φρούτων το καλοκαίρι. Η ζεστή αγκαλιά της γυναίκας του που τώρα δεν ήταν παρά μια σκιά στο πλευρό του. Το γέλιο του γιου του όταν ήταν ακόμη μικρό παιδί. Ήθελε να αναπνεύσει ξανά και να ακούσει και πάλι τους χτύπους της καρδιάς του. Ήθελε να κυκλοφορεί στο δρόμο και να τον βλέπουν. Ήθελε πολλά πράγμα, όμως όλες του οι επιθυμίες, στην πραγματικότητα, συνοψίζονταν σε μία: ήθελε να ζήσει.

Σχεδόν ξεχάστηκε για μια στιγμή, καθώς τον κοίταζε να επιθεωρεί τον οπλοβαστό, όπως έκανε στην εποχή του…έβγαζε έξω κάθε λογής σπαθί κι αφού το δοκίμαζε, με μια απαλή κίνηση, ελέγχοντας πώς έκοβε τον αέρα…το έβαζε πίσω μ’ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη του. Γύρισε στο πλάι κι έμεινε να τον παρατηρεί για λίγο, σιωπηλή, με το κεφάλι στηριγμένο στο χέρι της.

- Ελπίζω να μη σχεδίαζες να με σκοτώσεις στον ύπνο μου, τον πείραξε.

Έβγαλε ένα γέλιο που αντήχησε σ’όλο το κάστρο.

- Φυσικά όχι.

Άπλωσε το χέρι της και τον τράβηξε πίσω στο κρεβάτι.

- Το καλό που σου θέλω, είπε και τον φίλησε.

- Ωραία…μια που ξύπνησες, τι λες να ντυνόσουν και να πηγαίναμε καμιά βόλτα;

- Έχεις κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό σου;

Ανασήκωσε τους ώμους του δήθεν ανήξερα.

- Πόσον καιρό έχεις να πας στο χωριό σου;

- Πολύ.

- Τέλεια.

- Μιλάς σοβαρά.

- Πάντα μιλάω σοβαρά.

Εκείνη έβαλε τα γέλια κι έγειρε πίσω.

- Εντάξει. Αν καταφέρεις να μου βρεις ένα τζιν, ένα μακό και μπότες, έρχομαι όπου θες.

Της χάιδεψε τα μαλλιά και της έδωσε ένα απαλό φιλί στο μέτωπο.

- Πες πως έφτασαν κιόλας.

Η πόλη δεν τον άντεχε κι αυτός δεν άντεχε την πόλη. Ήταν αγρότης, είχε μεγαλώσει στην εξοχή. Αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος και το ήξερε καλά. Όπου κι αν στεκόταν, απορροφούσε ψυχές. Τις άκουγε να ουρλιάζουν μέσα του πριν τις αφομοιώσει. Άνθρωποι δυστυχισμένοι, όπως εκείνος. Άνθρωποι που δεν έφταιγαν σε τίποτα…όπως εκείνος. Και άνθρωποι που είχαν φταίξει σε πολλά…όπως είχε σκοπό να γίνει στο μέλλον…όταν κατάφερνε να βρει αυτό που ποθούσε. Έφταιγε η εποχή. Παλιά δεν ήταν τόσο δύσκολο να βρεις κάποιον που είχε πέσει ηρωικά. Στη μάχη. Σήμερα ναι. Σήμερα δεν υπήρχαν ήρωες, δεν υπήρχαν πολεμιστές…υπήρχε μόνο κακό και κανείς για να του αντισταθεί. Το κακό έπαιρνε τόσα πολλά πρόσωπα. Ενός μικρού παιδιού, μιας όμορφης γυναίκας, ενός πνεύματος που διψούσε για εκδίκηση και δεν άφηνε τίποτα όρθιο στο πέρασμά του. Το κακό ήταν παντού. Και δεν υπήρχε θέση για το καλό πουθενά σ’εκείνον τον καταραμένο κόσμο που του είχε πάρει ο,τι αγαπούσε και τον είχε αφήσει μ’ένα κορμί ελάχιστα πιο υλικό από τον αέρα…μια σκιά αυτού που κάποτε αποκαλούσε «εαυτό του». Το φεγγάρι ξεπρόβαλε πίσω απ’τα σύννεφα. Ήταν γεμάτο. Και τότε το άκουσε. Το κάλεσμα που περίμενε τόσον καιρό. Και η ψυχή του αγαλλίασε.

Περπατούσαν αγκαλιά, σαν ένα οποιοδήποτε ερωτευμένο ζευγαράκι, και σταματούσαν κάθε τόσο για να κοιτάξουν έναν καλλιτέχνη του δρόμου ή μια βιτρίνα ή απλώς για να ανταλλάξουν ένα φιλί. Όταν κάτι τράβηξε την προσοχή της. Ένα γκρίζο, στενόχωρο κτίριο, με μια μικρή αυλή όπου ήταν μαζεμένα καμιά δεκαριά παιδιά που έπαιζαν. Ξέφυγε από την αγκαλιά του και πλησίασε προς τα κει. Φορούσαν στολές κι ήταν διαφόρων ηλικιών…άλλα πιο μικρά, άλλα πιο μεγάλα. Τον ένιωσε να έρχεται και να στέκεται στο πλευρό της, παρόλο που δεν έκανε τον παραμικρό θόρυβο.

- Το θυμάμαι αυτό το ορφανοτροφείο, του είπε χαμηλόφωνα. Υπάρχει από τότε που ζούσα ακόμη εδώ.

Την έπιασε από το χέρι και την τράβηξε προς την αυλόπορτα.

- Γιατί δεν πάμε μέσα;

Τον ακολούθησε, ρίχνοντας ένα τελευταίο βλέμμα στα παιδιά που κλωτσούσαν μια μπάλα και γελούσαν και πειράζονταν μεταξύ τους. Ένα ξανθομάλλικο αγοράκι, όχι πάνω από τριών χρονών, που καθόταν μόνο του σε μια γωνία, καρφώθηκε πάνω της. Η φυσική του μητέρα το είχε πουλήσει για να εξασφαλίσει τη δόση της και το ζευγάρι που το είχε πάρει, το βαρέθηκε μετά από λίγο καιρό. Του χαμογέλασε γλυκά και του χάιδεψε τα μαλλιά καθώς περνούσε από δίπλα του. Ήταν άδικο. Κανείς τόσο μικρός δεν θα’πρεπε να αντιμετωπίζει τόσο μεγάλες προδοσίες. Μπήκε μέσα, κοιτώντας γύρω της, ψάχνοντας να δει πού είχε πάει. Τον είδε να στέκεται μπροστά σε μια πόρτα και να κοιτάζει μέσα από το τζάμι εκστασιασμένος. Της έκανε νόημα να πάει προς τα κει.

- Η ζωή, τελικά, είναι μια μεγάλη πόρνη. Δεν βρίσκεις;

Εκείνη κοίταξε, περισσότερο από περιέργεια, για να δει τι ήταν αυτό που τον είχε συνεπάρει τόσο. Κι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Μέσα στο δωμάτιο βρισκόταν ένα και μόνο κρεβάτι. Εκεί ήταν ξαπλωμένο ένα μικρό κορίτσι, όχι πάνω από πέντε χρονών, μ’έναν ορό περασμένο στο λεπτό, εύθραυστο χέρι της. Ήταν χλωμή σαν πεθαμένη και τα κατάμαυρα μαλλιά της ήταν απλωμένα στο μαξιλάρι. Από το χέρι της κρεμόταν ένα κάπως ξεκοιλιασμένο και μονόφθαλμο αρκουδάκι.

- Αν έχει και το όνομα που πιστεύω…,τον άκουσε να λέει σαν από κάπου πολύ μακριά,…What can I say? Life’s a bitch.

- Alice, ψιθύρισε εκείνη σχεδόν ασυναίσθητα.

Το κοριτσάκι μέσα στο δωμάτιο άνοιξε τα μάτια του. Ήταν καταπράσινα. Κοίταξε προς το μέρος τους, έκθαμβη, σαν να μην πίστευε αυτό που έβλεπε.

- Οι γονείς της σκοτώθηκαν σε ατύχημα και κανείς δεν τη θέλει γιατί είναι άρρωστη, είπε χαμηλόφωνα, μπαίνοντας χωρίς δυσκολία στο μυαλό της μικρής. Δεν τους θυμάται, αλλά θυμάται ότι την αγαπούσαν πολύ. Πεθαίνει. Και δεν της έχουν δώσει καν όνομα.

Γύρισε το πρόσωπό της από την άλλη για να μη δει το παιδί τα αιμάτινα δάκρυα που είχαν γεμίσει τα μάτια της. Εκείνος άπλωσε το χέρι του και τα σκούπισε κι έπειτα μπήκε αποφασιστικά στο δωμάτιο. Πήρε το παιδί στην αγκαλιά του και το σήκωσε από το κρεβάτι. Την κρατούσε τόσο προστατευτικά που και βουνό να έπεφτε πάνω της δεν θα της έκανε κακό. Το βλέμμα της μικρής ήταν καρφωμένο πάνω του. Τον κοίταζε μαγεμένη. Άτιμο Presence, σκέφτηκε εκείνη μ’ένα μικρό χαμόγελο. Μια γυναίκα βγήκε από ένα γραφείο και τους πλησίασε.

- Θέλω αύριο να μας έχεις έτοιμα τα χαρτιά της.

- Όπως επιθυμείτε, κύριε. Σε τι όνομα;

- Catein Carlahan και Βόρχιων Κομνηνός, της είπε κοφτά. Και φρόντισε να είναι όλα νόμιμα. Δεν θέλω να αμφισβητήσει κανείς την υιοθεσία.

- Φυσικά, κύριε.

- Έλα, της είπε και κατευθύνθηκε προς την έξοδο.

Η μικρή είχε κουρνιάσει στην αγκαλιά του κι είχε χώσει το πρόσωπό της στο λαιμό του. Την κοίταζε πάνω από τον ώμο του. Ήταν το πιο όμορφο κοριτσάκι που είχε δει ποτέ της. Εκείνος σταμάτησε ένα ταξί.

Καθώς περπατούσε στο δρόμο, άνθρωποι πέθαιναν. Οι ψυχές τους γίνονταν ένα με τη δική του. Όμως δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Δεν μπορούσε να αντισταθεί στο κάλεσμα. Είδε μια ταμπέλα που έγραφε «Σούνιο». Ήξερε ακριβώς που έπρεπε να πάει. Η παραλία ήταν μικρή και ήσυχη και κάπου εκεί ήταν θαμμένος αυτός που τον φώναζε να ενωθούν για να επιστρέψουν κι οι δύο στη ζωή. Έχωσε τα χέρια του μέσα στην άμμο και τον τράβηξε έξω. Τον περιεργάστηκε προσεκτικά. Σ’έναν κοινό θνητό θα φαινόταν σαν ένα σαπισμένο πτώμα. Πιθανότατα θα αηδίαζε με το θέαμα. Όμως εκείνος δεν ήταν ένας κοινός θνητός κι ήξερε πως ούτε το πλάσμα που είχε μπροστά του ήταν. Είχε υπάρξει πολεμιστής και είχε υπάρξει γενναίος. Είχε ουρλιάξει κάτω από την πανσέληνο και είχε τραφεί με ανθρώπινες σάρκες. Αλλά κυρίως…είχε πεθάνει με τιμή. Κι αυτό τον έκανε ιδανικό υποψήφιο. Καθώς το πνεύμα έμπαινε μέσα του, ο Red Howler ένιωσε τον εαυτό του να επιστρέφει από τους νεκρούς.

Ξάπλωσε το παιδί κάτω από ένα δέντρο. Ήταν έξω από ένα μικρό εκκλησάκι. Η Catein το θυμόταν εκείνο το εκκλησάκι. Όταν οι υπόλοιποι πήγαιναν στη λειτουργία, εκείνη καθόταν στα βράχια απέξω και κοίταζε τη θάλασσα και σκεφτόταν πως ήταν κάτι που θα μπορούσε να κάνει για όλη την υπόλοιπη ζωή της…να στέκεται σ’ένα βράχο και να βλέπει τα κύματα. Κοίταξε πάλι τη μικρή. Κατάλαβε πως ο Βόρχιων είχε σταματήσει την επίδραση του Presence γιατί τώρα το βλέμμα της πήγαινε από τον έναν στον άλλον. Τους κοίταζε με δέος και θαυμασμό. Ο Βόρχιων γονάτισε δίπλα της κι έβγαλε ένα κύπελο από την καπαρντίνα του. Έσκισε τον καρπό του κι άφησε το αίμα του να τρέξει μέσα. Στράφηκε προς το μέρος της.

- Το ξέρω ότι έχεις σιχαθεί να ακούς αυτή τη λέξη τις τελευταίες μέρες, αλλά πρέπει να γίνει, της είπε. Vinculi.

Τον κοίταξε για λίγο, παλεύοντας με τον ίδιο τον εαυτό της κι έπειτα, πολύ αργά, του άπλωσε το χέρι της για να κάνει το ίδιο. Η μικρή τους παρατηρούσε με γουρλωμένα μάτια. Εκείνος της χάιδεψε τα μαλλιά τρυφερά.

- Άκουσέ με, της είπε μ’εκείνον τον τόνο που κανείς χρησιμοποιούσε για να μιλήσει σε πολύ μικρά παιδιά, πρέπει να μου κάνεις μια χάρη τώρα. Πρέπει να το πιεις αυτό αν θέλεις να γίνεις καλά. Ή αν θέλεις κάποια στιγμή στο μέλλον να γίνεις…κάτι σαν κι εμάς.

Με τρόμο, η Catein τον είδε να βγάζει τους κυνόδοντές του έξω και σκέφτηκε πως είχαν χάσει τη μάχη. Όμως η μικρή δεν έδειξε να φοβάται. Αντίθετα, πήρε το κύπελο από τα χέρια του και ήπιε όλο το περιεχόμενό του χωρίς να διστάσει. Κι έπειτα ανασηκώθηκε κι έβγαλε μόνη της τον ορό από το χέρι της. Ήταν ακόμη χλωμή, όμως δεν υπήρχε το παραμικρό ίχνος ασθένειας πια μέσα της. Κι όταν ανασήκωσε ξανά το κεφάλι της χαμογελούσε. Ήταν το πιο ωραίο χαμόγελο που είχε δει.

- Από σήμερα θα είμαι ο πατέρας σου.

- Κι εγώ η μητέρα σου, μουρμούρισε σαν χαμένη.

- Δεν πρόκειται να αφήσουμε κανέναν να σε πειράξει, ούτε πρόκειται να αρρωστήσεις ξανά.

Η μικρή την κοίταζε επίμονα όσο της τα έλεγε αυτά. Κι έπειτα έκανε κάτι απρόσμενο. Σηκώθηκε όρθια και, τρεκλίζοντας όπως κάποιος που είχε περάσει πολύ καιρό στο κρεβάτι, την πλησίασε και αγκάλιασε το πόδι της. Η Catein γονάτισε και τύλιξε με τα χέρια της το μικροσκοπικό πλασματάκι. Φίλησε τα μαλλιά της. Ο Βόρχιων την παρατηρούσε μ’ένα μικρό χαμόγελο.

- Είσαι ευτυχισμένη, αγάπη μου;

Ένευσε, ανίκανη να αρθρώσει οτιδήποτε. Ανασηκώθηκε και κοίταξε τη θάλασσα που ήταν μόλις ένα μέτρο μακριά τους. Ήταν τόσο όμορφα εκεί. Τόσο ήρεμα. Εκείνος ακολούθησε το βλέμμα της κι έπειτα κοίταξε πάλι τη μικρή. Την τράβηξε κοντά του κι έβγαλε ένα κέρμα από την τσέπη του. Της το έδειξε.

- Αυτό εδώ είναι ένα δίευρω. Έχεις δει ποτέ να πετάνε βότσαλα στη θάλασσα;

Η μικρούλα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της.

- Χμ. Για να δούμε…

Διάλεξε ένα βότσαλο από κάτω και το ζύγισε στο χέρι του πριν το πετάξει. Έκανε κάμποσα γκελ πάνω το νερό πριν βυθιστεί τελικά. Η Alice χτύπησε τα χέρια της ενθουσιασμένη.

- Θέλω κι εγώ!είπε.

Ο Βόρχιων της έδωσε το δίευρω.

- Πέταξέ το όπως εγώ, αλλά βάλε όλη σου τη δύναμη.

Η Catein με δυσκολία συγκράτησε ένα γέλιο. Καθώς η μικρή πέταγε το κέρμα, άκουσε έναν πολύ γνώριμο ήχο και, έκπληκτη, είδε το χέρι της να παίρνει φωτιά. Το κέρμα, φυσικά, δεν έκανε γκελ, αλλά κινήθηκε με τρομερή ταχύτητα μέσα στο νερό, χωρίζοντάς το στα δύο στο πέρασμά του.

- Πολύ καλά.

Έβγαλε μια χούφτα νομίσματα και τα έβαλε στην τσέπη του παιδιού.

- Αυτά είναι πολλά δίευρα, της είπε γλυκά. Αν σε πλησιάσουν κύριοι που θέλουν να σου κάνουν κακό, να τους τα πετάξεις και να τρέξεις όσο πιο γρήγορα μπορείς. Λεφτά θα θέλουν.

Ένευσε καταφατικά, κοιτάζοντας εκστασιασμένη το χέρι της που είχε πάρει φωτιά. Η Catein τον κοίταξε απηυδησμένη. Τετράχρονο πιτσιρίκι με burning wrath; Είσαι απίστευτος…, σχολίασε μέσα στο μυαλό του. Εκείνος έβαλε τα γέλια και, πιάνοντάς τες και τις δύο από το χέρι, τις τράβηξε προς το εκκλησάκι. Μια μορφή ξεπρόβαλε πίσω από το κτίσμα. Ήταν ένας τεράστιος, κατάμαυρος σκύλος. Middleford, 1381 ήταν η τελευταία φορά που τον είχε δει. Ο σκύλος πλησίασε τον Βόρχιων κι έτριψε τη μουσούδα του στο πόδι του. Η Alice τον κοίταζε φοβισμένα.

- Μη φοβάσαι, της είπε. Αυτός είναι ο σκύλος μου. Τον λένε Άρειο κι είναι πολύ καλός σκύλος. Πάντα με προστάτευε. Από σήμερα θα προστατεύει εσένα.

Ήθελε εκδίκηση. Ένα από τα πνεύματα που είχε απορροφήσει ούρλιαζε από τον πόνο καθώς το βασάνιζε. Ανήκε σ’έναν Τεχνοκράτη. Όπως και το κτίριο μπροστά του. Η ατίμωση που είχε υποστεί δεν θα έμενε έτσι. Αυτή τη φορά δεν θα τους ήταν τόσο εύκολο να τον ξεκάνουν. Αυτή τη φορά είχε έρθει για να μείνει. Το φεγγάρι κρεμόταν ολοστρόγγυλο πάνω από το κεφάλι του. Η μυρωδιά της πόλης τον αηδίαζε, όμως σύντομα θα βρισκόταν και πάλι στο δάσος…εκεί όπου ανήκε. Πρώτα όμως θα κατέστρεφε αυτό το κτίριο που βρώμαγε Wyrm από χιλιόμετρα. Δεν είχε επιστρέψει από τους νεκρούς για το τίποτα.

- Γαία, βοήθησέ με, ψιθύρισε, κλείνοντας τα μάτια του.

- Είναι τόσο όμορφη, του είπε χαμηλόφωνα για να μην την ξυπνήσει.

Η μικρή ήταν ξαπλωμένη ανάμεσά τους κι είχε βολέψει το κεφάλι της στο στήθος της.

- Ναι…το ήξερα πως θα τη λάτρευες από τη στιγμή που την είδα.

- Είναι άδικο, Βόρχιων…κάποιοι που μπορούν να κάνουν παιδιά δεν τα θέλουν και κάποιοι που τα επιθυμούν όσο τίποτα δεν μπορούν…κάποια ενήλικα καθίκια έχουν την υγεία τους και κάποια αθώα πλάσματα όπως αυτή η μικρούλα είναι άρρωστα. Είναι απλά…άδικο.

- Τώρα έχει εμάς και θα είναι άτρωτη. Εσύ πως αισθάνεσαι απέναντί της;

Χάιδεψε απαλά τα μαλλιά του παιδιού.

- Τρυφερά…προστατευτικά…μου θυμίζει τον εαυτό μου, για κάποιο λόγο. Νομίζω πως ήδη έχω αρχίσει να δένομαι μαζί της. Κι εσύ;

- Εγώ βλέπω ένα nobility στις κινήσεις και τον τρόπο που εκφράζεται. Αυτό με κάνει να θέλω να την κάνω βασίλισσα του κόσμου. Αρκετό δεν είναι;

Χαμογέλασε και χώθηκε στην αγκαλιά του.

- Ναι…ναι, είναι.

Τα τερτίπια ενός vampire ή χαμένες «οικογενειακές» αξίες; Η δίψα για ζωή ή ο ατέρμονος πόθος για εκδίκηση; Dama Fortuna λέγανε οι αρχαίοι. Όλα, τελικά, είναι θέμα τύχης…ή όλα είναι το μέρος ενός θεόπνευστου έργου; Κάποιες φορές μέχρι και το νερό έχει αλλιώτικη γεύση…κάποιες…μέχρι και το αίμα. Έπεται να δούμε αν και το αίμα που κύλησε στο λαιμό της μικρής Αλίκης την έστειλε στη Χώρα των Θαυμάτων. Το ουρλιαχτό του μοναχικού λύκου προμηνύει θάνατο. Για κάποιους, όμως, προμηνύει ζωή. Όπως και να’χει…ο μονόφθαλμος δράκος εκεί ψηλά…παρατηρεί. Και την κατάλληλη στιγμή, θα χτυπήσει. Το μόνο ερώτημα που μένει είναι…θα είσαι ο αμνός που θα καταβροχθίσει ή το ξίφος που θα απαντήσει; Πάντα υπάρχει κάποιος που προμηνύει την καταστροφή. Πάντα υπάρχει κάποιος που την προκαλεί. Όμως…όπως έλεγαν τα παλιά τα χρόνια…όταν κάνεις χειραψία μ’έναν πολυλογά…καλό είναι μετά να μετράς τα δάχτυλά σου…





The Kindly Ones

18 01 2010

[Ένας παλιός έρωτας που δεν θέλει να παραμείνει παλιός...εξηγήσεις...και τα πράγματα που μετράνε στο τέλος...ποιος είναι νικητής; Ποιος χαμένος; Ο χρόνος ξέρει...]

- Γεια, του είπε απαλά και κάθισε στο τραπέζι του.

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα κι έτυχε να περνάει απ’έξω και να τον δει καθισμένο εκεί…μόνο του. Δεν είχε καταφέρει να αντισταθεί στον πειρασμό να τον πλησιάσει…να του μιλήσει. Εκείνος ανασήκωσε το κεφάλι του και της έριξε ένα ψυχρό βλέμμα.

- Γεια, είπε ξερά. Δεν θυμάμαι να σου είπα να κάτσεις.

Εκείνη τον κοίταξε ήρεμα, αποφασισμένη να μη βγει εκτός εαυτού. Άλλωστε…ήθελε να συζητήσουν. Υπήρχαν πολλά στη συμπεριφορά του που δεν μπορούσε να καταλάβει.

- Απλά πέρναγα και είπα να χαιρετήσω…δεν είμαστε και ξένοι, πια.

- Εντάξει, με χαιρέτησες. Να μη σε κρατάω άλλο.

- Γιατί φέρεσαι έτσι;

- Πώς περίμενες να φέρομαι σε μια βδέλλα;

Αυτό πραγματικά τη σόκαρε. Ένιωσε λες και κάποιος της είχε αφαιρέσει με βίαιο τρόπο όλον τον αέρα από τα πνευμόνια της. Με κάποια καθυστέρηση θυμήθηκε ότι δεν ανέπνεε πια.

- Αυτό είμαστε τώρα, λοιπόν; ψιθύρισε. Ένα βαμπίρ κι ένας Ευθάνατος;

- Ποτέ δεν ήμασταν κάτι διαφορετικό.

Της ξέφυγε ένα μικρό, αδύναμο γέλιο.

- Τη μία έρχεσαι και μου ζητάς να βγάλω κάποιον από τη μέση για σένα και την άλλη με βλέπεις και μου γυρνάς την πλάτη χωρίς καν να με χαιρετήσεις. Τι ήταν αυτό το τόσο φρικτό που σου έκανα πια;

Εκείνος ήπιε μια γουλιά από το ποτό του και την κοίταξε πάνω από το ποτήρι.

- Υπάρχεις. Είναι τόσο απλό.

Η Catein έριξε μια ματιά στα χέρια της πάνω στο τραπέζι, που τα έσφιγγε με τρομαχτική δύναμη. Γιατί είχε πάει να του μιλήσει; Τι περίμενε;

- Όταν υπήρχα, αλλά στο κρεβάτι σου, δεν θυμάμαι να σε πείραζε τόσο.

Ανασήκωσε τους ώμους του.

- Τι να πω; Άντρας είμαι. Καθένας με τις αδυναμίες του.

Εκείνη τη στιγμή τον κοίταξε κι έμοιαζε απίστευτα ευάλωτη και πληγωμένη. Αλλά χαμήλωσε ξανά το βλέμμα της αμέσως…προσπαθώντας…ποιος ξέρει; Να κρύψει, ίσως, τη δική της αδυναμία.

- Πίστευα πως θα μπορούσαμε τουλάχιστον να μιλάμε πολιτισμένα, είπε χαμηλόφωνα. Όμως προφανώς ο,τι κι αν έκανα ήταν τόσο τρομερό που ούτε αυτό δεν είσαι σε θέση να κάνεις.

- Δεν μπορεί να υπάρχει πολιτισμένη συζήτηση ανάμεσα σ’έναν ζωντανό κι έναν βρικόλακα. Όταν ο ένας θέλει να πιει το αίμα του άλλου…ας πούμε πως χαλάει το κλίμα.

- Αλλά μπορεί να υπάρξει πολιτισμένο πήδημα;

- Δεν θα το έλεγα «πολιτισμένο». Ψυχρό σίγουρα. Πολιτισμένο; Πολύ αμφιβάλλω.

- Τότε τι στο διάολο έκανες μαζί μου;

- Κοίτα, μπορεί να είσαι βαμπίρ, αλλά θα είμαι αντικειμενικός σ’αυτό. Είσαι ωραία γκόμενα. Κι εντάξει…όλο αυτό το άγριο υφάκι και η αμφίεση με τα μαύρα δερμάτινα…στο ξαναείπα. Άντρας είμαι.

Εκείνη τον κοίταξε για λίγο προσεκτικά κι έπειτα έγειρε ελαφρά μπροστά κι έπιασε το χέρι του.

- Λες ψέματα, του είπε. Το ξέρω πως λες ψέματα. Αν δεν έλεγες, δεν θα φερόσουν τόσο παράξενα και δεν θα ήσουν τόσο τσιτωμένος κάθε φορά που με έβλεπες. Αν με είχες γραμμένη στ’αρχίδια σου όπως θέλεις να φανεί, θα ήσουν άνετος και αδιάφορος. Σ’έχω δει με κόσμο που έχεις γραμμένο στ’αρχίδια σου. Ξέρω ποιος είσαι, Ιωνά. Μπορώ να δω μέσα σου. Και δεν μου χρειάζεται καμία δύναμη για να το κάνω αυτό. Γιατί λοιπόν δεν μου λες τι συμβαίνει αντί να μου φέρεσαι σαν αρχίδι; Ίσως μπορώ να βοηθήσω.

- Τα πράγματα έχουν αλλάξει. Τώρα έχω ένα παιδί να προσέχω και θα προτιμούσα να πάθω εγώ κακό παρά αυτό.

Τον κοίταξε έκπληκτη.

- Έχεις παιδί;

- Ναι, είπε κοφτά.

Έμεινε για λίγο σιωπηλή, προσπαθώντας να το χωνέψει.

- Κατάλαβα. Αν και δεν βλέπω τι σχέση μπορεί να έχει το παιδί σου με το ότι συμπεριφέρεσαι σαν μαλάκας.

Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του κι απέφυγε να την κοιτάξει.

- Δεν θέλω οτιδήποτε υπερφυσικό που να σχετίζεται με το αίμα κοντά στο παιδί μου. Κι εσύ έχεις την κακή συνήθεια να εμφανίζεσαι τις πιο ακατάλληλες στιγμές.

Η Catein χαμογέλασε ελαφρά, όμως τα μάτια της ήταν γεμάτα θλίψη.

- Ήταν ακατάλληλη στιγμή όταν σε σταμάτησα να σκοτώσεις όλη την Camarilla; Μάλλον. Κι είμαι επίσης σίγουρη ότι χτες το βράδυ ήταν ακατάλληλη στιγμή, που ήρθα να σας ενημερώσω για κάτι σημαντικό και να μάθω τι απέγινε το μοναδικό άτομο που θα μπορούσε να μου πει ποια είμαι στ’αλήθεια και για ποιο σκοπό φτιάχτηκα.

Κούνησε το κεφάλι της κουρασμένα.

- Είμαι ηλίθια. Εσύ ήθελες να βγει κάποιος από τη μέση και σκέφτηκες εμένα…αλλά εγώ δεν μπορώ να υπολογίζω στη βοήθειά σου. Δεν νομίζω να σου έδωσα ποτέ αφορμή να αμφισβητήσεις την ειλικρίνειά μου ή να πιστέψεις πως θα σου έκανα κακό με οποιονδήποτε τρόπο. Δεν έχω κανένα σκοπό να πλησιάσω το παιδί σου…ή τη μικρή. Δεν μ’ενδιαφέρει να τους βλάψω. Πόσο λίγο με ξέρεις, τελικά…Βλέπεις; Εμένα δεν με νοιάζει να σου κρύψω κάτι. Σου έχω εμπιστοσύνη. Δεν σε θεωρώ εχθρό μου. Έχω ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα και επείγομαι να μάθω κάποια πράγματα. Πίστευα ότι μπορούσα να υπολογίζω στη βοήθειά σου, αλλά προφανώς έκανα λάθος. Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι για ποιο λόγο ζήτησες εσύ τη δική μου. Αν με θεωρείς τόσο ύπουλη και διπρόσωπη.

- Κρύβεις ένα τέρας μέσα σου Catein και φοβάμαι μην το βγάλεις έξω και σκοτώσεις αυτούς που αγαπώ. Κι επίσης…δεν σκότωσες ακόμη αυτόν που σου είπα.

- Δεν μου έστειλες τη διεύθυνση απ’ότι θυμάμαι. Τελοσπάντων, ξέρεις τι; Γάμα το. Θα τον σκοτώσω και μετά δεν χρειάζεται να με ξαναδείς μπροστά σου ή να μου μιλήσεις ή οτιδήποτε άλλο, αφού η παρουσία μου σου είναι τόσο δυσάρεστη. Γιατί μπορείς να λες ο,τι μαλακίες θες για το «τέρας», αλλά τώρα είσαι μόνος σου εδώ μαζί μου, χωρίς κανέναν που αγαπάς ώστε να φοβάσαι και παρόλα αυτά μου φέρεσαι σαν να ήμουν το προσωπικό σου πουτανάκι, που το γάμαγες για όσο σου έκανε κέφι και τώρα θέλεις να ξεχάσεις ότι κάποτε υπήρξε. Το θέμα είναι ότι μπορείς να ξεχάσεις την ύπαρξή μου, αν το επιθυμείς, μπορείς ακόμη και να με σκοτώσεις…θα έχεις και το πλεονέκτημα γιατί εγώ δεν πρόκειται να σηκώσω ούτε το δαχτυλάκι μου εναντίον σου…δεν θέλω ούτε τη βοήθειά σου ούτε τίποτα. Όσο για τον φόνο…

Γέλασε χωρίς πραγματική όρεξη.

- Πάρ’τον σαν γαμήλιο δώρο. Πραγματικά, σου εύχομαι κάθε ευτυχία με την οικογένειά σου. Κι αν τους πλησιάσει κάνας βρικόλακας, μη βιαστείς να τα ρίξεις σε μένα, δεν φταίω εγώ για τα πάντα.

Σηκώθηκε να φύγει, πληγωμένη, εξουθενωμένη και ελπίζοντας να τη σταματήσει και να της εξηγήσει ποιο ήταν στ’αλήθεια το πρόβλημα αντί να προσπαθεί απλώς να την κάνει να νιώσει άσχημα. Και τότε ο Ιωνάς έκανε κάτι απρόσμενο. Σηκώθηκε, την έπιασε από το χέρι και την τράβηξε στην αγκαλιά του.

- Δεν θέλω να σε ξαναδώ…και μην προσπαθήσεις να με βρεις. Δεν θα σε βοηθήσω.

Έσκυψε και της έδωσε ένα απαλό φιλί στα χείλη.

- Ήσουν και θα είσαι ο πραγματικός μου μεγάλος έρωτας, της ψιθύρισε. Αλλά πρέπει να φύγεις. Κινδυνεύεις.

Εκείνη τον κοίταξε, απορημένη και μπερδεμένη. Τα μάτια της ήταν τόσο μπλε που έμοιαζαν ψεύτικα. Δεν ήξερε αν έπρεπε να τον πιστέψει ή όχι…ή τι διαφορά θα είχε ακόμη κι αν τον πίστευε. Την είχε πληγώσει πολύ και τώρα ήταν με τον Βόρχιων και ήταν καλά και τον αγαπούσε. Κι είχε και τη μικρή της που ήταν τόσο όμορφη και γλυκιά. Αλλά είχε την ελπίδα πως μετά απ’όσα είχαν περάσει αυτή κι ο Ιωνάς…ίσως θα μπορούσαν να μιλάνε έστω, πού και πού. Αλλά όχι. «Κινδύνευε». Αναρωτήθηκε μήπως αυτός ήταν απλά ένας διπλωματικός τρόπος να της αρνηθεί τη βοήθειά του. Του χάιδεψε απαλά το πρόσωπο.

- Είναι πολύ γλυκιά κοπέλα…κι έχει ευγενική ψυχή, του χαμογέλασε αμυδρά. Να την προσέχεις…χαίρομαι για σένα. Όσο για μένα…πρέπει να με ξεχάσεις. Για χάρη του παιδιού σου αν όχι για κείνη. Κανείς δεν αξίζει να ζει με τη σκιά κανενός.

- Δεν ζει στη σκιά σου. Αυτή είναι κάτι άλλο. Εσύ ήσουν η σεξουαλική μου φαντασίωση που πραγματοποιήθηκε. Κλείσαμε εμείς οι δύο σαν εραστές. Τώρα ήρθε ο καιρός να προσέξουμε αυτούς που αγαπάμε.

Η Catein κάγχασε και αποτραβήχτηκε από την αγκαλιά του.

- Βλέπεις; Αυτή ήταν πάντα η διαφορά. Για μένα ήσουν πολύ περισσότερα από μια «σεξουαλική φαντασίωση». Και σ’αγαπούσα. Αλλά αυτό δεν είχε ποτέ καμιά σημασία για σένα. Όσες φορές σου το έλεγα, το μόνο που έκανες ήταν να με πηδάς πιο άγρια…δεν μπορούσες ποτέ να πεις απλά «κι εγώ σ’αγαπώ» και να με πάρεις αγκαλιά. Αλλά επέμενες τόσο πολύ να το ακούς από μένα. Ήταν κι αυτό μέρος της φαντασίωσης μήπως; Το να με κάνεις να σ’αγαπήσω τόσο πολύ και μετά…

Δεν μπορούσε να το πει. Δεν της έβγαινε. Και μετά να με έχεις απλά για το πήδημα; Και μετά να αφήσεις ένα ανώμαλο και άρρωστο κάθαρμα να με βιάσει; Και μετά να με διαγράψεις από τη ζωή σου τη στιγμή που ήμουν πιο μόνη και πιο τρομαγμένη από ποτέ;

- Γιατί; τον ρώτησε πνιχτά και στην άκρη των ματιών της κρέμονταν δάκρυα.

- Για μια κατάρα. Αυτό φταίει για όλα. Δεν ήθελα να σου κάνω κακό.

Του χαμογέλασε αδύναμα.

- Όχι δεν ήθελες. Αλλά μου έκανες. Εσύ…όχι η κατάρα. Μπορεί η κατάρα που λες να έφταιξε γι’αυτό που έγινε…όμως ήσουν εσύ που αποφάσισες να εξαφανιστείς μετά. Εσύ ήσουν που μου φερόσουν σαν να μην είχα την παραμικρή αξία. Κανείς δεν πήρε αυτή την απόφαση για σένα. Ίσως το έκανες για μένα…για να μην κινδυνεύσω ή κάτι τέτοιο…όμως…ήμουν τρομοκρατημένη. Κι η εξαφάνισή σου μ’έκανε να πιστέψω πως νόμιζες ότι έφταιγα εγώ…ότι ένιωθες αποστροφή για μένα.  Θες να σου πω κάτι; Ίσως η κατάρα σου να φταίει για αρκετά από τα κακά που πιθανόν σου συμβαίνουν. Ίσως όμως κι εσύ να τη βοηθάς. Αυτοεκπληρούμενη προφητεία λέγεται. Είσαι τόσο σίγουρος πως κάτι άσχημο θα συμβεί που το προκαλείς μόνος σου. Δεν σε κατηγορώ. Το έχω ξεπεράσει και είμαι καλά τώρα. Αλλά στο λέω για το μέλλον. Δεν ξέρω και πολλά από μαγεία και κατάρες…αλλά ξέρω αρκετά για την ανθρώπινη φύση. Και ξέρω αρκετά και για σένα. Μην κάνεις αυτά που περιμένει να κάνεις…ο,τι κατάρα κι αν είναι αυτή. Μην την αφήσεις να σε νικήσει. Και μην ενεργείς παρορμητικά γιατί τότε της δίνεις το πάνω χέρι. Αν αγαπάς κάποιον μην το κρατάς για σένα από φόβο μήπως πάθει κακό…γιατί τον βλάπτεις περισσότερο αν δεν το λες. Η σεξουαλική σου φαντασίωση που πραγματοποιήθηκε…στ’αλήθεια ήμουν μόνο αυτό ή μου λες ψέματα ακόμη και τώρα;  Νομίζω ότι αφού δεν πρόκειται να κάνεις τίποτε άλλο για μένα, μπορείς να κάνεις τουλάχιστον αυτό. Να μου πεις την αλήθεια για μια φορά. Μου το χρωστάς.

- Ότι σε αγαπούσα και είμαι ακόμα ερωτευμένος μαζί σου; Αυτό θες; Να ακούσεις την αλήθεια;

Η Catein τον κοίταξε για αρκετή ώρα χωρίς να λέει τίποτα. Τα συναισθήματά της ήταν ανάμεικτα. Από τη μία ένιωθε πως ένα μεγάλο βάρος είχε φύγει από πάνω της. Από την άλλη…έμενε μια μικρή θλίψη.

- Θέλω να καταλάβεις τι κάνεις στον εαυτό σου, Ιωνά. Αφήνεις να σε κατατρώει η σκιά μιας κατάρας και τα κάνεις σκατά μόνος σου.  Αυτό θέλω. Θέλω να είσαι ευτυχισμένος με τη γυναίκα σου και την οικογένειά σου και να κάνεις όσα περισσότερα παιδιά μπορείς. Αυτό θέλω. Και θέλω…

Εκεί η φωνή της πνίγηκε.

- Θέλω επίσης να πεις στον Jonathan ότι λυπάμαι πολύ για όλα. Όσο για αυτό που μόλις είπες…ήθελα να ακούσω την αλήθεια έστω και τόσο αργά. Ακόμη κι ένα καθυστερημένο «σ’αγαπούσα» είναι καλύτερο από το τίποτα. Κι από τις τύψεις που ένιωθα τόσον καιρό. Ότι έφταιγα εγώ…ότι σε είχα απογοητεύσει…ότι με κάποιον τρόπο…προκάλεσα αυτό που συνέβη και σ’έκανα να με μισήσεις.

- Στον Jonathan; Αν θες να μάθεις γι’ αυτόν ρώτα το άτομο που είσαι μαζί. Εκείνος ξέρει.

Η Catein ένευσε.

- Το ξέρω. Αλλά δεν είμαι σίγουρη αν θέλω να ρωτήσω. Ακόμη κι αν μάθαινα πού βρίσκεται…δεν θα’ξερα τι να του πω πια. Υποθέτω πως όλοι μας ζούμε μ’ένα βάρος. Εσύ ζεις με το δικό μου κι εγώ ζω με του Jonathan. Δεν νομίζω να συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου γι’αυτό…

- Ζεις με τον Jonathan. Δεν ζεις με το βάρος του.

Τον κοίταξε απορημένη.

- Τι; Μπορείς να μη μου μιλάς με γρίφους, σε παρακαλώ;

- Ρώτα τον άντρα σου. Αυτός παίζει με το χρόνο.

Αναστέναξε παραιτημένη και λίγο συγχυσμένη.

- Ξέρεις; Αυτό έχει αρχίσει να γίνεται εκνευριστικό. Ρωτάω κάτι και πάντα με παραπέμπουν σε κάποιον άλλο ή μου απαντάνε με μυστικά και μισές αλήθειες. Είμαι σίγουρη πως ακόμη κι αν δεν είχατε σκοτώσει αυτή την πόρνη, τη Mireille, δεν θα με διαφώτιζε περισσότερο σχετικά με το embrace μου απ’ότι εσύ αυτή τη στιγμή. Κι η αλήθεια είναι πως δεν βλέπω κανένα λόγο για τον οποίο ο Dragon θα δεχόταν να με βοηθήσει, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι θα κατάφερνα να τον βρω. Άρα το μυστήριο δεν υπάρχει περίπτωση να λυθεί. Άλλο ένα στη λίστα. Εκτός κι αν βρω την ίδια τη Baba Yaga και προθυμοποιηθεί να μου εξηγήσει.

- Θες τη Baba Yaga; Ξέρω πού είναι αν τη θες. Γυρεύει τον έρωτά της. Αυτόν που ζει μέσα σ’ένα αυγό…αν σου λέει τίποτα.

Η Catein χαμογέλασε.

- Τον Koschei; Φυσικά και μου λέει. Έχω διαβάσει Sandman. Μάλλον ξέχασες ποιος σου έδωσε να διαβάσεις το Watchmen, αγαπητέ, τον πείραξε. Εγώ τη θέλω, αυτή θα με θέλει ή θα βρεθούν μετά τα κομμάτια μου στις πέντε ηπείρους; Αν και…υποθέτω πως θα μπορούσε να με διαφωτίσει σχετικά με ορισμένα πράγματα, τουλάχιστον. Κι αν δεν μπορώ να βρω τη μνήμη μου ή να αναιρέσω αυτό που απ’ότι φαίνεται κάποιος μάγος έχει κάνει πάνω μου για να κρύψει διάφορα…ίσως να είναι επαρκή.

- Έχεις δίκιο. Αλλά μπορεί αν το μάθεις να έχεις πρόβλημα. Και τότε τι θα γίνει, δεσποινίς; Θα πρέπει να σκοτώσω τους πάντες για να πάψουν να σε απειλούν;

- Πφ. Σαν τον Βόρχιων μιλάς τώρα. Θα σου κάνω μια ερώτηση και μετά θα μου πεις εσύ αν πρέπει να μάθω ή όχι. Θα το πάρουμε όπως οι μαθηματικοί. Έστω βαμπίρ. Ενδεκάτης γενεάς. Χωρίς Fortitude. Ποιες είναι οι πιθανότητες να επιβιώσει αν μια βαλίτσα εκρηκτικά εκραγεί στην αγκαλιά του;

- Πολλές.

- Βρίσκεις; Αναρωτιέμαι αν και το childe μου που πετάξατε στον κλίβανο και είχε Fortitude έχει την ίδια γνώμη. Με μάζεψαν οι Τεχνοκράτες. Από τη Σικελία. Και με φέραν εδώ. Και δεν έχω την παραμικρή ιδέα για το τι μου έκαναν. Το μόνο που ξέρω είναι ότι έχω μια discipline που δεν θα’πρεπε και χάρη σε μια Ευθάνατο με το όνομα Αγγέλικα…έχω επίσης μια μνήμη μπουρδέλο.

- Δυστυχώς, δεν μπορώ να σε βοηθήσω, καλή μου…

- Εντάξει, δεν πειράζει, είπε εκείνη χαμηλόφωνα. Κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει…το έχω αποδεχτεί πλέον.

Κοίταξε το ρολόι της.

- Λοιπόν…είναι αργά και πρέπει να πηγαίνω. Με περιμένουν σπίτι…χάρηκα που σε είδα…λυπάμαι που δεν θα σε ξαναδώ…και…δεν ξέρω…Have a good life, or something.

Τον κοίταξε και, ξαφνικά, χωρίς να μπορεί να το εξηγήσει, μια παρόρμηση την κατέλαβε και χώθηκε στην αγκαλιά του. Η οσμή του της ήταν οικεία. Η αίσθηση των χεριών της γύρω από το κορμί του της ήταν οικεία.  Διάολε, όλα της ήταν οικεία.

- Aaah. As the old days. What a dream that was.

Της ξέφυγε ένα πνιχτό γέλιο.

- Μη. Θα βάλω τα κλάματα, του είπε και τον έσφιξε πιο πολύ. Απλά κράτησέ με για λίγο έτσι. Άσε με να σε θυμάμαι όπως τώρα…κι όχι διαλυμένο όπως σε είδα να φεύγεις εκείνο το βράδυ.

Έμεινε για λίγο σιωπηλή. Κι έπειτα απομακρύνθηκε και τον κοίταξε…προσπαθώντας να χαμογελάσει και να φανεί θαρραλέα.

- Θα προσέχεις;

- Πάντα…αν προσέχεις κι εσύ.

Η Catein του χάιδεψε το πρόσωπο. Κι έπειτα έβγαλε το δαχτυλίδι της, έναν όμορφο, ασημένιο δράκο που φορούσε πολύ-πολύ σπάνια αλλά που της άρεσε πολύ. Το έβαλε στην παλάμη του και την έκλεισε.

- Αυτό από μένα. Για να με θυμάσαι.  Ελπίζω για όποιον λόγο κι αν δέχτηκες αυτή την κατάρα…να άξιζε. Γιατί ειλικρινά…εγώ αμφιβάλλω. Αλλά τι ξέρω εγώ; Ένα απλό vampire είμαι.

- Μια απλή κοπέλα είσαι και αξίζεις να σ’αγαπάνε.

Έσκυψε και τη φίλησε βαθιά και παθιασμένα, όπως συνήθιζε στο παρελθόν. Κι εκείνη ανταποκρίθηκε με όλη της την καρδιά γιατί ίσως να ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπε και δεν ήθελε να τον θυμάται με πικρία ή με θλίψη. Αρπαχτηκε απ’τη μπλούζα του, καθώς το φιλί τέλειωσε, έτοιμη να ξεσπάσει σε λυγμούς.

- Θα είσαι πάντα στην καρδιά μου…πάντα. Και το ξέρεις πως δεν πρόκειται να πειράξω τίποτα απ’αυτά που αγαπάς…πόσο μάλλον ένα μικρό παιδί. Μόνο μια ερώτηση θα σου κάνω και θέλω να μου απαντήσεις ειλικρινά. Είσαι χαρούμενος μαζί της; Σε κάνει ευτυχισμένο;

- Ναι, όπως με κάνεις κι εσύ. Μακάρι να σας είχα και τις δύο.

- Τότε χαίρομαι για σένα. Ποτέ δεν θα μπορούσες να μας έχεις και τις δύο…το ξέρεις αυτό. Είχες μια επιλογή και την έκανες. Δεν σε κατηγορώ. Ήταν μια καλή επιλογή. Καρδιά που χτυπάει, ζεστό σώμα, οικογένεια, παιδιά, βόλτες τη μέρα…εδώ που τα λέμε δεν νομίζω πως είχα την παραμικρή πιθανότητα, είπε γελώντας λίγο για να ελαφρύνει το κλίμα.

- Κι εσύ πια έχεις κάτι παρόμοιο ή κάνω λάθος; Λάμπει το πρόσωπό σου, ξέρεις. Σαν κάτι να βρήκες.

- Βρήκα, του είπε τρυφερά. Τον κόσμο. Κι ένα λόγο για να συνεχίσω να υπάρχω. Μια υπέροχη μικρούλα…κι έναν άντρα που αγαπάω με όλη μου την καρδιά…και που μ’έκανε να πιστέψω πάλι στην αγάπη.

Χαμογέλασε στη σκέψη όσων την περίμεναν πίσω στο σπίτι.

- Θες να σε πάω;

- Ναι, γιατί όχι. Υποθέτω πως…αν είναι να μη σε ξαναδώ…μπορώ να συνεχίσω να σε βλέπω για λίγη ώρα ακόμα, είπε μελαγχολικά καθώς κινούνταν προς την έξοδο. Για ποιο λόγο δεν μπορούμε να είμαστε φίλοι; τον ρώτησε ξαφνικά. Κάθε φορά που θα με βλέπεις θα μου γυρνάς την πλάτη όπως χτες στο Sanctum; Κάθε φορά θα με πληγώνεις;

- Όχι, αλλά θα συναντιόμαστε κρυφά. Θυμάσαι την παραλία; Εκεί που είναι θαμμένος ο μεγάλος;

Εκείνη κάθισε δίπλα του στη Lamborghini και χαμογέλασε καθώς θυμήθηκε ένα βράδυ όχι πολύ καιρό πριν…που ήταν σ’αυτήν ακριβώς την παραλία με τον Βόρχιων.

- Δεν πιστεύεις ότι το να γίνεται κρυφά θα υποδηλώνει ότι κάνουμε κάτι κακό; τον ρώτησε απορημένη. Δεν θέλω να το μάθει ο Βόρχιων ή η δικιά σου και να βγάλουν λάθος συμπεράσματα.

- Θα γίνεται κρυφά. Κι αν για κάποιο λόγο έχεις ανάγκη κάτι, θα μου το λες.

- Εντάξει, συμφώνησε διστακτικά.

Πλησίαζαν πια στο σπίτι. Ήταν η τελευταία της ευκαιρία να του το πει, το ήξερε.

- Πρέπει…να της λες…πόσο την αγαπάς. Πόσο όμορφη είναι…πόσα πολλά σημαίνει για σένα. Δεν έχει σημασία αν τα ξέρει ή αν τα διαισθάνεται…πρέπει να της τα λες. Γιατί μπορεί μια μέρα να ξυπνήσεις και να μην κοιμάται πια δίπλα σου κι όλα τα όμορφα λόγια να μην είναι αρκετά για να είστε πάλι μαζί. Πρέπει να της τα λες…αυτά…τα μικρά…πράγματα…που όμως έχουν σημασία.

Τώρα τα δάκρυά της κυλούσαν ανεξέλεγκτα.

- Και πρέπει να είσαι τρυφερός μαζί της…να την κάνεις να νιώθει…μοναδική…να την κάνεις να νιώθει…ότι έχει σημασία που είναι το δικό της σώμα αυτό στο οποίο κάνεις έρωτα…κι όχι κάποιας άλλης. Και να μην της λες ψέματα…ποτέ…

Γέλασε ανάμεσα στους λυγμούς της.

- Από την άλλη…εκείνη δεν είναι σαν κι εμένα. Δεν νομίζω να μπεις ποτέ στον πειρασμό να κάνεις μαζί της αυτά που έκανες μαζί μου. Είναι γλυκιά. Αθώα. Απλά…δες το σαν…φιλική συμβουλή.

- I will, my lady…αν και να ξέρεις…μου λείπεις.

- Εσύ με άφησες, ψιθύρισε η Catein τόσο σιγά που ούτε κι αυτή σχεδόν δεν άκουσε τον εαυτό της. Έκανες την επιλογή σου, στο είπα και πριν. Κανένα πρόβλημα μ’αυτό. Είσαι αλλού, είμαι αλλού και…εγώ τουλάχιστον είμαι ήρεμη και ευτυχισμένη. Λες πως κι εσύ το ίδιο. Το βρίσκω ευχάριστο. Το παρελθόν είναι παρελθόν. Δεν σε βγάζω από την καρδιά μου γιατί ήσουν πολύ σημαντικός για μένα…όμως τώρα θέλω να ζήσω το παρόν. Κι είμαι σίγουρη πως κι εσύ το ίδιο θέλεις κατά βάθος…θα σου λείπω καμιά φορά…κι ίσως κι εσύ να μου λείπεις καμιά φορά…αλλά θα μας περάσει. Γιατί την αγαπάς τη μικρή, όπως κι εγώ αγαπώ τον Βόρχιων. Και δεν πρόκειται να τους πληγώσουμε με κανέναν τρόπο. Εγώ τουλάχιστον. Είναι ο,τι καλύτερο μου έχει συμβεί. Δεν πρόκειται να το πετάξω στα σκουπίδια για κάτι που ανήκει πια στο παρελθόν.

Βγήκε από το αυτοκίνητο. Έσκυψε στο παράθυρο και του χαμογέλασε γλυκά.

- Δώσε ένα φιλί στο παιδάκι σου από μένα. Ελπίζω να είναι πάντα γερό. Κι αν κάποιος πάει να στο πειράξει και θες βοήθεια, give me a call…I’ll be around.

- I will be too. I will be everywhere…

Η Catein του χάρισε ένα τελευταίο χαμόγελο και κατευθύνθηκε προς το σπίτι.

- But not in your life, ψιθύρισε εκείνος. Not anymore.





Black Holes and Revelations

18 01 2010

[Είμαστε όλοι μόνοι και καταραμένοι ή υπάρχουν πάντα άτομα δίπλα μας που μας νοιάζονται ακόμη κι αν δεν το καταλαβαίνουμε; Σε τι διαφέρει η αγάπη από τον έρωτα; Γιατί ο φόβος μας εμποδίζει να πάμε μπροστά;]

Ήμουν στο σαλόνι και διάβαζα όταν μπήκε μέσα ο Santiago. Τον παρατήρησα με την άκρη του ματιού μου, προσπαθώντας να μη δείξω ότι τον πρόσεχα. Η έκφρασή του ήταν σκοτεινή και δυσοίωνη. Τα μάτια του ήταν διάπλατα ανοιχτά κι έμοιαζε…δεν ξέρω…σοκαρισμένος. Άφησα το βιβλίο μου στο πλάι και ανακάθισα στον καναπέ.

- Santiago; Τι έγινε;

- Είναι τέρας, μουρμούρισε. Είναι τέρας…

Έδειχνε τελείως σκατά, χωρίς υπερβολή. Μάλλον η συνάντηση με την Black Widow δεν είχε πάει όπως περίμενε. Ένιωσα κάτι γνώριμο να συστρέφεται μέσα μου. Ήξερα πώς ήταν να συνειδητοποιείς ότι αυτός που κάποτε αγαπούσες  ήταν…τέρας. Δεν υπήρχε πιο κατάλληλη λέξη. Σωριάστηκε στον καναπέ απέναντί μου, μουρμουρίζοντας συνέχεια το ίδιο πράγμα, σαν να ήταν κάποιου είδους λιτανεία που θα τον βοηθούσε να συνειδητοποιήσει την πραγματικότητα…ή ίσως να την ξεχάσει. Πήγα και κάθισα δίπλα του. Τον αγκάλιασα και χάιδεψα απαλά τα μαλλιά του.

- Ξέρω, του είπα χαμηλόφωνα. Ξέρω.

- Του είπα να μου τη δώσει, έστω να της μιλήσω…για κάποιο λόγο το έκανε. Την έβγαλε κι από το torpor…προσπάθησα να της μιλήσω αλλά δεν με άκουγε. Προσπάθησε να μου επιτεθεί με Quietus….της είπα ότι την αγαπάω όπως τότε…ότι πάντα θα την αγαπάω…δεν ξέρω αν έχει πια τη δυνατότητα να αναγνωρίζει την έννοια της λέξης…

Σ’εκείνο το σημείο σταμάτησε για λίγο, σαν να χρειαζόταν να καταβάλει φοβερή προσπάθεια για να μου τα αφηγηθεί αυτά.

- Τελικά την πήρε κι έφυγε…τον παρακάλεσα να μην τη σκοτώσει, αλλά…δεν ξέρω…μπορεί να ήταν ηλίθιο εκ μέρους μου…μπορεί να μην υπάρχει πια ελπίδα γι’αυτήν…

Του ανασήκωσα το πρόσωπο, αναγκάζοντάς τον να με κοιτάξει.

- Όσο θα την αγαπάς, πάντα θα υπάρχει ελπίδα. Άκου…δεν πρόκειται να σου πω ότι υπάρχει ελπίδα για όλους, ότι όλοι αξίζουν να σωθούν ή κάτι τέτοιο. Άλλωστε εγώ είμαι εκ φύσεως απαισιόδοξη…το θέμα είναι ότι εσύ πιστεύεις πως αξίζει. Το πιστεύεις ακόμη και μετά από τόσα χρόνια. Πράγμα που σημαίνει ότι τίποτε άλλο δεν έχει σημασία. Ή τουλάχιστον, δεν θα’πρεπε να έχει. Όσο για το τέρας…το κουβαλάμε όλοι μέσα μας, Santiago…κάποιους φτάνει να τους κυριεύσει. Άλλοι μαθαίνουν να το ελέγχουν και άλλοι μαθαίνουν να ζουν με τη συντροφιά του. Όπως κι αν έχει…το τέρας είναι πάντα εκεί. Όμως ποτέ δεν είναι μόνο του. Προσπάθησε να βρεις αυτό που υπάρχει κάτω από την επιφάνεια…αυτό που θυμάσαι…κι ίσως να καταφέρεις να την κάνεις κι εκείνη να θυμηθεί…

Είδα τα μάτια του να σκοτεινιάζουν και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του να γίνονται, ξαφνικά, πιο έντονα. Κατάλαβα ότι ήταν έτοιμος να του βγει το Beast και τον καθήλωσα στον καναπέ. Προσπαθούσε με όλη του τη δύναμη να με πετάξει από πάνω του αλλά κατάφερα να τον κρατήσω. Τον κοίταζα σταθερά στα μάτια, απόλυτα ήρεμη. Αμυδρά, άκουσα το πάτωμα από κάτω μας να ραγίζει και, σχεδόν χωρίς να το καταλάβω αλλάξαμε όροφο. Μαζί με τον καναπέ. Δεν έδειχνε να συνέρχεται. Οι κυνόδοντές του ήταν έξω κι ένας ακατάληπτος ήχος έβγαινε από το στόμα του. Κρατώντας τον σταθερά κάτω, του έριξα μια γροθιά στο πρόσωπο.

- Get a grip of yourself!

Μέχρι και σε μένα έκανε εντύπωση το πόσο άγρια ακούστηκε η φωνή μου.

- Με πονάς.

Έκανα μια γκριμάτσα.

- Έτσι είμαι εγώ. Τους πονάω τους άντρες της ζωής μου.

- Είμαι άντρας της ζωής σου;

- Δεν είσαι childe μου; τον ρώτησα ανασηκώνοντας τα φρύδια μου.

- Μου φτάνει.

- Θα έπρεπε. Σε νοιάζομαι. Και όσους νοιάζομαι τους προσέχω.

Τραβήχτηκα, αφήνοντάς τον ελεύθερο να κινηθεί ξανά.

- Φοβάμαι πως αν συνεχίσω να αντιμετωπίζω έτσι τη ζωή μου…θα αναγκαστώ να γυρίσω πίσω. Φοβάμαι να την αναπτύξω αυτή τη δύναμη.

Τον κοίταξα για λίγο σκεφτική.

- Νομίζω…νομίζω πως το να γυρίσεις πίσω θα ήταν η εύκολη λύση. Και νομίζω επίσης πως δεν πρέπει να το κάνεις. Δεν ξέρω και πολλά γι’αυτή τη δύναμη, όμως ξέρω ότι ο Βόρχιων προσέχει πάρα πολύ όταν τη χρησιμοποιεί. Και ξέρω πως δεν θα σε έκανε embrace αν δεν πίστευε ότι μπορείς να τα καταφέρεις. Εσύ, η Black Widow… όλοι μας…έχουμε κάποια σημασία. Πρέπει να κάνεις αυτό που θα έχει το μικρότερο δυνατό κόστος για όλους μας. Κι έπειτα, Santiago…κάποια πράγματα πρέπει να γίνονται. Δεν σημαίνει ότι γίνονται για καλό ή ότι είναι εύκολα, όμως πρέπει να γίνονται. Όσο για τον φόβο σου να αναπτύξεις τη συγκεκριμένη δύναμη…τον καταλαβαίνω. Έχω ένα τρίτο μάτι, άλλωστε.

- Και προτείνεις να μάθω να τη χρησιμοποιώ πριν κάνω οτιδήποτε; Εσύ σκοπεύεις να μάθεις να χρησιμοποιείς το τρίτο σου μάτι;

- Ναι.

- Δεν πρόκειται.

- Γιατί όχι;

- Έχεις κάποιον να σου μάθει;

- Όχι.

- Ούτε εγώ. Άλλωστε, μην ξεχνάς ότι sire μου είσαι εσύ, όχι ο άλλος.

Έκλινα το κεφάλι μου στο πλάι και του χάρισα ένα σαρδόνιο χαμόγελο.

- Ανόητο παιδί. Είναι στο αίμα σου. Φυσικά και μπορείς να μάθεις να το χρησιμοποιείς. Απλά θα πάρει χρόνο. Ξέρεις πόσες δυνάμεις δεν ήξερα να χρησιμοποιώ και έμαθα σιγά-σιγά; Το θέμα είναι πως με κάποιες disciplines ίσως πρέπει πρώτα να καταλάβεις ποιο είναι το κόστος για να είσαι έτοιμος να τις δεχτείς. Από την άλλη…τι μπορεί να ξέρω εγώ; Δεν είμαι παρά μια μικρή Brujah, άλλωστε.

- Μικρή Brujah, my ass.

- Τι θες να πεις;τον ρώτησα με το πιο αθώο μου βλέμμα.

- Τους δένεις και τους λύνεις όλους.

Γέλασα.

- Δεν θα μπορούσε να υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα απ’αυτό. Συνήθως με δένουν οι άλλοι, όπως ξέρεις και από προσωπική πείρα.

- Είσαι τόσο, μα τόσο πρόστυχη, μου είπε μ’ένα μικρό χαμογελάκι.

Ανασήκωσα τους ώμους.

- Είμαι πολλά πράγματα. Πρόστυχη είναι ένα απ’αυτά. Έξυπνη, είναι ένα άλλο. Ο Βόρχιων μου είπε να σου ζητήσω να μου μάθεις αυτή τη discipline. Προφανώς σε θεωρεί ικανό να μάθεις να τη χειρίζεσαι αν σε θεωρεί ικανό να την διδάξεις. Μάλλον έχεις κι εσύ πρόβλημα αυτογνωσίας. Φαίνεται πως δεν είμαι τελείως μόνη σ’αυτόν τον κόσμο, του είπα κοροϊδευτικά.

- Nonsense. Όλοι είμαστε μόνοι. Ερχόμαστε μόνοι και φεύγουμε μόνοι.

- Ναι, σιγά. Αυτά είναι για γεροντοκόρες παρθένες σαν αυτή στη «Σονάτα του Σεληνόφωτος». «Μόνη και πάναγνη στη νυφική μου κλίνη, πάναγνη και μόνη» και τα λοιπά και τα λοιπά. Ακόμη κι αν είμαστε όλοι μόνοι, είμαστε μαζί σ’αυτό τουλάχιστον. Στη μοναξιά μας. Πράγμα που αναιρεί την ορθότητα της προκείμενης. Στοιχειώδης φιλοσοφία. Όλη μας η απαισιοδοξία πηγάζει απ’αυτή τη δοξασία. Ποτέ…ποτέ δεν είμαστε μόνοι, Santiago. Ποτέ. Μπορεί να μην είμαστε πάντα μ’αυτούς που θα θέλαμε, αλλά αληθινά μόνοι δεν είμαστε ποτέ. Μπορείς να πιστεύεις ότι είσαι μόνος αν θες. Αλλά αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει το γεγονός ότι εγώ σε νοιάζομαι, είτε το θες εσύ είτε όχι.

- Εύχομαι να είναι αλήθεια τα λόγια σου. Γιατί αν δεν είναι…

- Δεν λέω ψέματα, Santiago. Μόνο πολύ-πολύ σπάνια κι όταν υπάρχει μεγάλη ανάγκη. Η αλήθεια είναι πολύ πιο εύκολη από τα ψέματα. Δεν χρειάζεται να κατασκευάζεις ολόκληρα παραμύθια. Πίστευα ότι τουλάχιστον αυτό θα το είχες καταλάβει για μένα μέχρι τώρα, του είπα ψυχρά.

- Thank you for the information, my sire. Θέλεις κάτι άλλο;

- Ναι. Θέλω να γίνεις καλύτερα. Θέλω να είμαι περήφανη για το childe μου όπως ήμουν περήφανη για τον…χμ…δεν πρόκειται να πω «υπηρέτη» γιατί ποτέ δεν σε αντιμετώπισα έτσι…όπως ήμουν για τον συνεργάτη μου. Περνάς δύσκολα, το ξέρω και το καταλαβαίνω. I’ve both been there and done that. Shit happens all the time, kiddo. Thing is…how do you deal with it?

- Δεν ξέρω. Πες μου εσύ πώς να το αντιμετωπίσω. Την αγαπάω και τη θέλω πίσω.

Θυμήθηκα κάτι που μου είχε πει ο Βόρχιων και μου ξέφυγε ένα μικρό χαμόγελο.

- Πρέπει να σκέφτεσαι θετικά. Και μεθοδικά. Δεν έχει σημασία πόσον καιρό μπορεί να σου πάρει ή τι μπορεί να χρειαστεί να χάσεις στην πορεία. Και πρέπει να είσαι δυνατός. Αυτό είναι όλο, νομίζω.

- Τότε είναι μπροστά στα μάτια μου αυτό που πρέπει να κάνω και δεν το βλέπω. Βρες έναν τρόπο να μη γίνω αποδεκτός από την Camarilla και να πάω με το Sabbat.

Το σκέφτηκα για λίγο.

- Είσαι σίγουρος γι’αυτο; Δεν θα’θελα να χάσω κι άλλο childe.

- Δεν πρόκειται να με χάσεις. Είναι ανίκανοι.

- Well…σ’αυτήν την περίπτωση…ίσως υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω για σένα. Το θέμα είναι αν εσύ θα μπορείς να το χειριστείς.

Σηκώθηκα όρθια, μπροστά του, και πήρα τη μορφή της Alice.

- Θα σε στείλω στον Rahko. Έχω μάθει ότι κάνει πολύ παρέα με τη sire μου η οποία όπως θα θυμάσαι προσπάθησε να με σκοτώσει. Φρόντισε να δείξεις ότι με μισείς και θέλεις να με σκοτώσεις. Κι έπειτα γύρνα πίσω και φρόντισε να μην κρατηθείς όταν θα μου επιτεθείς γιατί αυτό θα πρέπει να είναι πολύ πειστικό.

- Δεν παίζει να γίνει αυτό. Θα με καταλάβουν.

- Για ποιο λόγο; Αν καταλάβουν ότι λες ψέματα γι’αυτό τότε θα καταλάβουν ότι λες ψέματα για το οτιδήποτε. Ο Rahko είναι childe μου, Santiago. Και αν και του αρέσει πολύ να κάνει κοπελίτσες σκλάβες του…όπως και στη sire μου…ομολογώ ότι από μυαλό δεν σκίζει. Η Mireille είναι πιο έξυπνη, όμως με μισεί πολύ απ’ ότι φαίνεται. Κι από την άλλη…

Τον πλησίασα. Ανασηκώθηκα στις μύτες και χάιδεψα τα χείλη του.

- Από την άλλη κι εσύ έχεις λόγους να με μισείς…σε έκανα ghoul μου, στερώντας σου την ελευθερία σου, άφησα κάποιον άλλον να σε κάνει embrace, σε χρησιμοποίησα για να μπω στο μάτι ενός μάγου με τον οποίο πηδιόμουν και ακόμη κι όταν τέλειωσα μαζί του, δεν ήρθα σε σένα…αντ’αυτού προτίμησα αυτόν που σε έκανε embrace παρά τη θέλησή σου. Άσε που κυνηγάω τη γυναίκα σου. Ναι, θα έλεγα πως έχεις κάθε λόγο να με μισείς…, του είπα με την αθώα, παιδιάστικη φωνή της Alice. Με κοίταξε για λίγη ώρα έκπληκτος.

- You fucking whore, μου είπε μ’ένα ελαφρύ γελάκι. Το ξέρουν οι άλλοι;

- Μόνο ο Βόρχιων.

- Καλός μαλάκας.

- Γιατί;

- Περιμένατε να γίνει όλο αυτό το σκηνικό για να μου το πείτε;

- Μυστικό που το ξέρουν δύο δεν είναι μυστικό.

- Αμπελοφιλοσοφίες δεν γουστάρω να ακούω.

Έβαλα τα γέλια.

- Και γιατί το’κανες αυτό;

Ανασήκωσα τους ώμους.

- Ήταν ο μόνος τρόπος. Αν και δεν περίμενα να πετύχει.

- You fucking whore.

- Γιατί με βρίζεις, ρε;

- Έτσι. Έχω το δικαίωμα. Δεν φτάνει που μου’κανες τη ζωή μαύρη, που έπρεπε να κάνω τρισάγιο για να μου κάτσεις και τελικά δεν μου΄κατσες παρά μόνο όταν έγιναν όλα αυτά, έχω και τον άλλον που δεν ξέρει ποιον αγκαλιάζει.

- Τι εννοείς;

- Είναι ανίκανος να βρει δικό του childe και κοιτάζει των άλλων. Θέλει να αποφασίζουν οι άλλοι γι’αυτόν. Επειδή είμαι vampire για ένα μήνα δεν σημαίνει ότι δεν ξέρω τι μου γίνεται.

- Πρώτον, μικρέ, μην αυταπατάσαι. Κανείς δεν αποφασίζει για σένα. Εσύ αποφασίζεις για τον εαυτό σου. Και δεύτερον, πρόσεχε τα λόγια σου.

- Γιατί;

- Έχεις στοιχειώδη νοημοσύνη πιστεύω.

- Και η στοιχειώδης νοημοσύνη υπαγορεύει ότι θα έπρεπε να μου μιλάς πολύ πιο φιλικά και όχι όπως μου μιλάς αυτή τη στιγμή. Θυμηθήκαμε ότι είμαστε Prince της Αθήνας;

- Δυστυχώς δεν μπορώ να το ξεχάσω. Και, πίστεψέ με, όταν μιλάω, πάντα μιλάω φιλικά. Τις υπόλοιπες φορές απλά παίζω ξύλο.

- Δηλαδή τώρα σε λίγο θα τις παίξουμε;

Τον κοίταξα για λίγο προσεκτικά. Κι έπειτα χαμογέλασα ειρωνικά.

- Προσπαθείς να με βγάλεις εκτός εαυτού για να αποδείξεις ότι όντως είσαι μόνος σου και δεν νοιάζομαι για σένα;

Γέλασε και δεν είπε τίποτα.

- Χαίρομαι που σε διασκεδάζω. And for the record…ο Βόρχιων πήρε το μυστικό της Alice από το μυαλό μου. Σε σένα το είπα. Ελπίζω να καταλαβαίνεις πως έχει διαφορά.

- Ναι, ναι, το καταλαβαίνω, μου απάντησε βαριεστημένα.

- Αφού την αγαπάς τόσο πολύ γιατί είχες φάει τέτοιο κόλλημα να σου κάτσω; Αυτό είναι που δεν μπορώ να καταλάβω.

- Είμαι αρσενικό, δεν είμαι θηλυκό.

- Δηλαδή;

- Την αγαπάω, δεν είμαι ερωτευμένος μαζί της.

- Πού πιστεύεις πως βρίσκεται η διαφορά;

- Στο…άλλο το κοτόπουλο…άλλο το χοιρινό. Υπάρχει μεγάλη διαφορά.

- Χμ…δηλαδή τώρα πρέπει να επιλέξω ανάμεσα στο κότα και στο γουρούνα;

- Ναι, είναι πολύ σοβαρό θέμα…καλά είσαι σοβαρή;

- Όχι.  But I am a fucking whore, after all. Πραγματικά όμως, δεν καταλαβαίνω. Την αγαπάς και τη θέλεις πίσω αλλά δεν είσαι ερωτευμένος μαζί της;

- Πες το πείσμα.

Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου.

- Όχι. Όχι, Santiago…το πείσμα δεν έχει καμιά θέση στον έρωτα και την αγάπη. Τι θα κάνεις…θα τη φέρεις πίσω λέγοντάς της ότι την αγαπάς…από πείσμα…κι όταν τα καταφέρεις τι; Θα τη διώξεις;

- Όχι, θα την κρατήσω δίπλα μου για πάντα. Όπως εσένα ο Βόρχιων σου ορκίστηκε ότι θα σ’αγαπάει για πάντα εκείνο το βράδυ στη βεράντα. Ναι…ήμουν εκεί.

Απέστρεψα το βλέμμα μου αμήχανα.

- Ακόμη κι αν την κρατήσεις δίπλα σου για πάντα…δεν θα είναι πολύ φτωχή η ζωή σου μαζί της χωρίς έρωτα; Και δεν μιλάμε για μένα τώρα, ούτε για τον Βόρχιων. Μιλάμε για σένα.

- Έχεις κάτι σπάνιο, το οποίο δεν έχω εγώ. Νιώθεις ακόμα τον έρωτα. Εγώ όχι.

- Το «ακόμα» είναι λάθος προσδιορισμός, του είπα με κάποια πικρία. Δεν είχα ερωτευτεί ποτέ όσο ήμουν θνητή. Υπήρχε κάποιος που μ’αγαπούσε αλλά εγώ δεν είχα την ικανότητα να νιώσω το ίδιο γι’αυτόν. Δεν ξέρω γιατί. Τώρα μου φαίνεται τόσο παράξενο…το ένιωσα μόνο χρόνια αφού είχα γίνει vampire. Και δεν ξέρω αν ήταν για καλό ή για κακό, εδώ που τα λέμε.

- Δεν ξέρεις τι είναι να νιώθεις ακόμα τον έρωτα. Ακόμη κι όταν έχεις γίνει αυτό που έχεις γίνει. Αλλά τι μιλάω; Ένα απλό childe είμαι.

- Childe σίγουρα. Απλό όμως; Πολύ αμφιβάλλω. Μπορώ να σου πω τι είναι, όμως, να νιώθεις ακόμη τον έρωτα. Σημαίνει ότι γίνεσαι αδύναμος και είναι πολύ εύκολο για τους άλλους να σε χρησιμοποιήσουν και να σου κάνουν κακό. Τουλάχιστον αυτό ήταν το μόνο που γνώρισα ως τώρα. Όλοι έψαχναν μια ευκαιρία να με πονέσουν. Ακόμη κι εσύ.

- Όχι, κάνεις λάθος. Εσύ με πόνεσες και αρκετά, πιστεύω.

Γέλασα χωρίς πραγματική όρεξη.

- Ήξερες πάντα πώς είχαν τα πράγματα. Προσπάθησα να το αποτρέψω αλλά δεν ήθελες. Ήθελες να γίνει το δικό σου. Το ήξερες πάντα πως δεν ήμουν ερωτευμένη μαζί σου. And you did take me by force, so don’t bullshit me.

- You’re right, είπε αναστενάζοντας. Έτσι είναι με τις γυναίκες. Νόμιζα ότι θα πιάσει.

Τον κοίταξα απορημένη.

- Γιατί στο καλό να νομίζεις κάτι τέτοιο;

- Γιατί έτσι έριξα και τη γυναίκα μου. Βλέπεις, της άρεσαν τα βίαια πράγματα.

- Κατάλαβα. Όμως εγώ δεν είμαι η γυναίκα σου.

- Θα μπορούσες να γίνεις. Αλλά δεν ήθελες.

Απέστρεψα το βλέμμα μου.

- Κι η γυναίκα σου; Θα ξεχνούσες έτσι απλά αυτήν που πάντα αγαπούσες για μένα…που δεν ήμουν τίποτ’άλλο παρά ένα περαστικό κορμί στη ζωή σου;

- Αα…γι’αυτό σίγουρα. Από τη Νέα Ορλεάνη είμαι, μην το ξεχνάς.

- Κι εγώ από το Belfast. Τι έχει να λέει αυτό; Όχι, τίποτ’άλλο, έφυγα μικρή από κει και δεν ξέρω τι λέγεται για το μέρος.

- Τίποτα δεν συγκρίνεται με τη Νέα Ορλεάνη, baby. Τίποτα.

Ανασήκωσα τα φρύδια μου ειρωνικά.

- Don’t call me baby.

- Αααχ…πόσο άγρια γίνεσαι ώρες-ώρες…καλά λοιπόν, δεν θα σε ξαναπώ. Ποτέ. Και τα τελευταία βαμπίρια πάνω στον πλανήτη να είμαστε, δεν θα σε ξαναπώ baby.

- Κι εσύ γίνεσαι τόσο ειρωνικός, αλλά σε συμπαθώ, γι’αυτό είμαι ανεκτική. Όμως μην τραβάς το σκοινί, Santiago. Και, μια φιλική συμβουλή. Στις περισσότερες γυναίκες δεν αρέσει να τις αντιμετωπίζουν σαν κρέας.

- Κάποιες γουστάρουν όμως. Μπορεί εσύ να μην θες πια να σου φέρονται σαν κρέας. Μπορούσες να το πεις.

- Ποτέ δεν το ήθελα. Και το είπα. Όμως δεν είχε σημασία. Ο Ιωνάς, όταν του είπα πως τον αγαπούσα, το μόνο που έκανε ήταν να συνεχίσει να με γαμάει ακόμα πιο βίαια. Κι εσύ; Όταν σου ζήτησα τρυφερότητα με αποκάλεσες… «τσουλάκι» απ’ ότι θυμάμαι και μ’έβαλες κάτω και με πήδηξες με ο,τι δύναμη είχες. Όσο για το άλλο το σκουπίδι τον Nebula…αυτός είχε πολύ πιο ύπουλους τρόπους να με πονάει.

- Ναι αλλά τώρα τέλειωσαν αυτά. Τώρα είσαι με τον καλύτερο και, πιστεύω, θα μείνεις με τον καλύτερο.

Του έριξα ένα ερωτηματικό βλέμμα.

- Από τη μία τον θάβεις κι από την άλλη λες πως είναι «ο καλύτερος»;

- Αλήθεια είναι. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

- Γιατί;

- Δεν μπορώ…είναι στο αίμα μου να τον κράζω.

- Και στο δικό του να κράζει όλους τους υπόλοιπους. Χμ.

- Σε λίγο θα μου πεις ότι έκανε και την τέλεια επιλογή childe.

- Μα το πιστεύω. Άλλωστε είχα σκοπό να του ζητήσω να σε κάνει embrace.

- Λες μαλακίες τώρα, δεν σε πιστεύω.

- Την αλήθεια λέω. Από τότε που μου είπε για την κάρτα είχα σκοπό να του το ζητήσω. Ήθελα το καλύτερο για σένα…στην περίπτωση που μου συνέβαινε κάτι.

Μου έριξε ένα λυπημένο βλέμμα.

- Αχ, Catein, πόσο λυπάμαι γι’αυτό που σου έχει συμβεί…αλλά πραγματικά νομίζω πως κι ο ίδιος ο Cain να κατέβει δεν πρόκειται να σου κάνει κάτι. Πόσο μάλλον η κάρτα του Κρεμασμένου.

- Ε; Τι;

- Τίποτα. Δεν μπορώ να σου πω.

- Φυσικά και μπορείς. Μίλα.

- Μην επιμένεις, δεν μπορώ να σου πω. Υποσχέθηκα στο Βόρχιων να μη μιλήσω σε κανέναν για την κάρτα του Κρεμασμένου.

- Τώρα είπες ήδη το μισό, μπορείς να πεις και το υπόλοιπο. Μίλα.

- Δεν μπορώ να σου πω κάτι το οποίο μπορεί να σου αποβεί μοιραίο ή μπορεί και να μη σου αποβεί καθόλου μοιραίο. Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι πως στη Νέα Ορλεάνη, όποιος είχε την κάρτα του Κρεμασμένου, ή γινόταν πλούσιος ή πέθαινε. Σου αρκεί αυτό;

- Μμμφ.

- Και να με πηδήξεις, δεν πρόκειται να σου πω.

- Δεν το είχα σκοπό.

Τον άκουσα να βρίζει χαμηλόφωνα.

- Είχες την ελπίδα πως θα το έκανα, ε;

- Ναι.

- Φυσικά, καταλαβαίνεις ότι εγώ δεν αναφερόμουν στην κάρτα του Κρεμασμένου.

- Σε ποια κάρτα αναφερόσουν;

- Στη δικιά μου.

- Και ποια είναι η δικιά σου;

- Δεν μπορώ να σου πω χωρίς να προδώσω το Βόρχιων, του είπα πεταρίζοντας τα βλέφαρά μου.

- Η κάρτα του Κρεμασμένου είναι η δικιά σου.

- Εμένα άλλο μου είχε πει ο Βόρχιων.

- Άλλο; Α…ναι.

- Ωραία, και τώρα που τα ξέρασες όλα, μπορείς να ξεράσεις και τα υπόλοιπα. Λέγε.

- Δεν μπορώ, είπε πεταρίζοντας τα βλέφαρά του κοροϊδευτικά.

Ήταν φανερό από την έκφρασή του ότι διασκέδαζε.

- Ξέρεις, νιώθω σαν να είμαι πίσω στη Νέα Ορλεάνη με τον Armando και να πειράζουμε κορίτσια. Βέβαια εκείνος είχε πάντα μεγαλύτερη επιτυχία. Τώρα ξέρω γιατί. Το μουνί.

- Γιατί;

- Γιατί ήταν vampire.

- Δεν έχει πάντα σχέση.

- Φυσικά και έχει. Εσύ, για παράδειγμα…στην αρχή ήσουν νταλικέρης κι αργότερα μεταμορφώθηκες σ’αυτό το σπάνιο λουλούδι που είσαι τώρα.

- Πολλά ξέρεις, βλέπω.

- He was checking you.

- Ποιος;

- Ο Βόρχιων.

- Πολλά ξέρεις, επαναλαμβάνω.

- Εγώ φταίω που ανοίγεται και μιλάει; Μήπως σε ενοχλούν αυτά που λέω; Μήπως να σταματήσω;

- Όχι, όχι. Συνέχισε.

- Βγαίνοντας από το Elysium σε είχε δει να κάθεσαι μόνη σου στην άκρη εκείνης της ταράτσας…εκεί σε ερωτεύτηκε. Απέναντί σου ήταν ο Voskov…ο φίλος εκείνου του ξιπασμένου του Ventrue…

- Του Anderson;

- Όχι….ο Anderson δεν ήταν ποτέ φίλος του.

- Του Δανέζη;

- Α, μπράβο. Ο Δανέζης είχε βάλει έναν Ασαμίτη να σε σκοτώσει. Το ξέρεις ότι σταμάτησε το χρόνο για να τους σκοτώσει και τους δύο;

- Όχι.

- Είδες ξανά το Δανέζη;

- Όχι.

Ανασήκωσε τους ώμους του σαν να ήταν προφανές.

- Γενικά, για πολύ καιρό σε πρόσεχε και δεν άφηνε να σου κάνουν κακό. Και πράγματα που πήγαιναν να σου κάνουν κακό…γύριζαν τελικά εναντίον τους. Εδώ ο Anderson αναγκάστηκε να αλλάξει plain για να γλιτώσει. Δεν απορώ.

Τον κοίταξα για λίγη ώρα κι έπειτα χαμογέλασα θλιμμένα.

- Με γλίτωσε από το θάνατο…και του είμαι ευγνώμων γι’αυτό…όμως υπάρχουν πράγματα χειρότερα από το θάνατο…και δυστυχώς ή ευτυχώς, ακόμη κι ο Βόρχιων δεν μπορεί να βρίσκεται παντού.

- Κι όμως, μπορεί.

- Τότε κάτι θα τον κράτησε απασχολημένο όταν…τελοσπάντων. Δεν έχει νόημα να μιλάω γι’αυτό. Ήταν πολύ αρρωστημένο. Όποιος κι αν το’κανε θα πρέπει να είναι τρομερά διεστραμμένος.

- Έχεις δίκιο. So;

- So what;

- Τι θα κάνεις από δω και πέρα; Εφόσον έμαθες αυτήν την πληροφορία;

- Σε τι αναφέρεσαι;

- Για τον Βόρχιων.

- Σαν τι θα’πρεπε να κάνω, δηλαδή;

- Δεν ξέρω. Εσένα ρωτάω.

- Είμαι μαζί του…δεν είναι αρκετό;

- Ναι, όντως…είναι. Θα συνεχίσεις να είσαι;

- Δεν είμαι μάντισσα για να ξέρω το μέλλον. Όσο εξαρτάται από μένα…το έχω σκοπό. Αλλά έχω ήδη μάθει ότι πολλά πράγματα δεν εξαρτώνται από μένα.

- Έχεις δίκιο. Το ίδιο μπορώ να πω κι εγώ για μένα. Πια.

- Κι έπειτα οι προηγούμενες εμπειρίες δεν βοηθάνε. Μου είναι δύσκολο να εμπιστευτώ. Πια.

- Δεν σε καταλαβαίνω Catein. Αν δεν θες να με εμπιστευτείς, μην με εμπιστεύεσαι.

- Δεν μίλαγα για σένα. Βλάκα.

- Τώρα είμαι και βλάκας.

- Όπως είπα, δεν μίλαγα για σένα. Απλά μου είναι δύσκολο πλέον να εμπιστευτώ αυτούς που λένε ότι μ’αγαπάνε. Ειδικά όταν είναι τόσο πειστικοί.

- Εσύ ξέρεις. Εγώ δεν είμαι παρά ένα childe, όπως είπαμε.

- Θα’λεγα τώρα τι είσαι, αλλά τέλοσπάντων. Τίποτα άλλο που θα΄θελα να ξέρω;

- Όχι από μένα. Μήπως εσύ έχεις να μου πεις κάτι που θα’πρεπε να ξέρω;

- Απλά αν σκοπεύεις να διακινδυνεύσεις με το σχέδιό μου ή αν θα περιμένεις να βρεις κάποιο καλύτερο. So? What will it be?

- Σκοπεύω να διακινδυνεύσω με το σχέδιό σου. Πώς σου φαίνεται αυτό;

- Ανησυχητικό.

- Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.

- Αλλά σου έχω εμπιστοσύνη. Άσε που θα έχει ενδιαφέρον. Παρόλο που θα πρέπει να με πονέσεις. Αν και ίσως θα ήταν σοφό να ενημερώσεις τον Βόρχιων γι’αυτό για να μη σε κηνυγάει στις μισές ηπείρους μετά. Δεν θα το ‘θελα.

- Θα γίνει. Γιατί όχι. Θα έρθεις μαζί μου ή θα αράξεις εδώ;

- Μαζί σου πού;

- Βόλτα.

- Μέσα. Να δω πού θα με πας.

Φυσικά, με πήγε στο White Rabbit. Θα έπρεπε να το περιμένω, ίσως, δεν ξέρω. Πάντως ήταν έκπληξη.

- Τι κάνουμε εδώ, ρε;

Γέλασε και δεν μου απάντησε.





Common People [Αγγέλικα]

18 01 2010

[Μια απροσδόκητη γνωριμία σε μια ταράτσα...η αρχή μιας φιλίας ή ο τροχός τη τύχης που μόλις άρχισε να περιστρέφεται;]

Αθήνα, Νοέμβριος 2006

Κόντευε να σκάσει απ’ το κακό της. Ήταν το δεύτερο συνεχόμενο βράδυ που γινόταν το ίδιο πράγμα. Κάποιος, σε μια διπλανή ταράτσα, την παρακολουθούσε. Δεν ήταν παρά μια σκοτεινή φιγούρα, μισοκρυμμένη στην άλλη πλευρά. Όμως η Αγγέλικα ήταν σίγουρη πως κάποιος της την είχε στήσει. Ίσως ο Άλφα, αν και ποτέ μέχρι τότε δεν της είχε δώσει αφορμές να μην τον εμπιστεύεται. Κινήθηκε μέσα στις σκιές, όσο πιο προσεκτικά και όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Ο άλλος δεν έδειχνε να την έχει πάρει χαμπάρι. Μέτρησε την απόσταση μέχρι την απέναντι στέγη. Δεν ήταν πολύ μεγάλη. Μπορούσε να τα καταφέρει και χωρίς μαγεία. Πήδηξε. Καθώς προσγειωνόταν, δεν ακούστηκε ο παραμικρός θόρυβος. Πράγμα παράξενο, ο τύπος έδειχνε να μην την έχει πάρει χαμπάρι. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά δεν έδειχνε να κοιτάζει την ταράτσα όπου μέχρι πριν λίγα λεπτά βρισκόταν εκείνη, αλλά…το κτίριο όπου έμενε ο στόχος της. Και κρατούσε ένα πολύ μεγάλο όπλο. Η Αγγέλικα ποτέ δεν είχε συμπαθήσει ιδιαίτερα τα μηχανικά όπλα. Της άρεσε να γεμίζει τα χέρια της με αίμα. Αλλά αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που θα έπρεπε να απασχολεί το μυαλό της εκείνη την ώρα. Σκεφτόταν πυρετωδώς. Ο Άλφα είχε προσλάβει και κάποιον άλλον; Κι αν όχι ο Άλφα τότε ποιος; Πόσο τυχαίο μπορεί να ήταν που δυο δολοφόνοι βρέθηκαν στο ίδιο μέρος την ίδια στιγμή, παρακολουθώντας τον ίδιο στόχο; Ήταν Ευθάνατος, πράγμα που σήμαινε ότι εξ ορισμού δεν πίστευε στην τύχη. Ήταν έτοιμη να κάνει ένα βήμα μπροστά όταν είδε το μαχαίρι να έρχεται προς το μέρος της. Ο τύπος δεν είχε καν γυρίσει να την κοιτάξει και μετά βίας μπόρεσε να αποφύγει το χτύπημα. Κύλησε στο πλάι και, μέχρι να σταθεί στα πόδια της, η σκοτεινή φιγούρα είχε παρατήσει το όπλο και είχε στραφεί προς το μέρος της. Η Αγγέλικα εντυπωσιάστηκε όταν είδε δυο sai να λάμπουν στα χέρια του, όμως περισσότερο εντυπωσιάστηκε όταν, στο φως του φεγγαριού, συνειδητοποίησε ότι ήταν γυναίκα.

Φόραγε μαύρα δερμάτινα από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Ήταν χλωμή σαν πεθαμένη και μια μπλε τούφα έπεφτε στο μέτωπό της. Τα μάτια της ήταν σκοτεινά σαν τον νυχτερινό ουρανό. Ήταν διαβολεμένα όμορφη κι είχε το πιο απίστευτο κορμί που είχε δει ποτέ στη ζωή της. Κινούνταν σχεδόν σαν αιλουροειδές. Η Αγγέλικα έβγαλε τα στιλέτα της ελπίζοντας για το καλύτερο.

Πρώτη φορά στη ζωή της έριχνε τόσο ξύλο με κάποιον και δεν φαινόταν να υπερισχύει κανείς. Ήταν απίστευα εκνευρισμένη και κάθε τόσο της ξέφευγαν βρισιές και μουγκρητά. Η κοπέλα, αντίθετα, ήταν απόλυτα προσηλωμένη και στο πρόσωπό της δεν διαγραφόταν το παραμικρό συναίσθημα. Ο τόπος ήταν γεμάτος αίματα κι είχαν αρκετά τραύματα κι οι δυο τους. Τίποτα που να μην μπορούσε να διορθωθεί πάντως. Με τα sai, η τεχνική τους ήταν στα ίδια επίπεδα. Με γυμνά χέρια το ίδιο, αν και η κοπέλα ήταν εντυπωσιακά πιο δυνατή. Αυτό της έκανε εντύπωση γιατί ήταν μετρίου αναστήματος και λεπτοκαμωμένη. Από την άλλη, είχε εγκαταλείψει από ώρα την ιδέα ότι αυτή η κοπέλα μπορεί να ήταν ένας απλός άνθρωπος. Καταρχήν, δεν έδειχνε να κουράζεται, να ιδρώνει ή να λαχανιάζει. Η Αγγέλικα, αντίθετα, τα έκανε και τα τρία.

Εντελώς απροσδόκητα, η κοπέλα έκανε ένα σάλτο προς τα πίσω κι έβαλε τα sai πίσω στη ζώνη της. Η Αγγέλικα την κοίταξε έκπληκτη.

- Βάλε μέσα τα στιλέτα σου, μικρή. Μπορεί να είσαι εξίσου καλή με μένα αλλά κουράζεσαι πολύ πιο εύκολα. Δεν μ’αρέσουν οι αποδυναμωμένοι στόχοι. Το να σε σκοτώσω τώρα θα μας αδικούσε και τις δύο.

Η φωνή της ταίριαζε απόλυτα, βαθιά και βραχνή, σαν την ηχώ ενός εφήμερου έρωτα. Η Αγγέλικα κάθισε κάτω, αποκαμωμένη. Έμειναν εκεί, να παρατηρούν προσεκτικά η μία την άλλη. Δεν είχε ιδέα πόση ώρα είχε περάσει κι αν κοιτούσε το ρολόι της θα έσπαγε την οπτική αναμέτρηση που είχαν ξεκινήσει. Μέχρι που, ξαφνικά, χωρίς να έχει ιδέα για ποιο λόγο…την έπιασαν τα γέλια. Ύστερα από λίγο, η κοπέλα γέλασε κι αυτή, αν και χαμηλόφωνα. Ήταν σαν υπόγειος χείμαρρος το γέλιο της. Ρευστό και σιγανό, αλλά με μια παράξενη μελωδικότητα. Την είδε να ξαπλώνει πίσω και τη μιμήθηκε.

- Έχω πολύ καιρό να συναντήσω κάποιον στα μέτρα μου, την άκουσε να λέει και ήταν σίγουρη ότι χαμογελούσε απο ευχαρίστηση, όπως κι η ίδια.

- Δεν έχω συναντήσει ποτέ κάποιον στα μέτρα μου, απάντησε. Αλλά…ομολογώ πως είχα την εντύπωση ότι δεν παίζετε τόσο τίμια.

- Παίζουμε; Ποιοι;

Η Αγγέλικα αναστέναξε μελοδραματικά.

- Ω. Ξέρεις τώρα. Εσείς. Τα βαμπίρ. Βρικόλακες. Αιμορουφήχτρες. Όπως αλλιώς σας λένε.

- Δεν είσαι άνθρωπος.

Ήταν περισσότερο δήλωση, παρά ερώτηση. Αν και, η Αγγέλικα όφειλε να της το αναγνωρίσει, κατόρθωσε να κρύψει την έκπληξή της αρκετά καλά.

- Όλα θέμα οπτικής είναι. Mage, παραδέχτηκε τελικά.

Η κοπέλα έβαλε τα γέλια.

- Wow. Didn’t know you had it in you.

Τα ελληνικά της ήταν άψογα, αλλά για κάποιον περίεργο λόγο, μίλαγε αγγλικά με ιρλανδέζικη προφορά. Γύρισε στο πλάι και στηρίχτηκε στον αγκώνα της. Την παρατήρησε για λίγο.

- Δεν είσαι Ελληνίδα, έτσι δεν είναι;

- Μόνο κατά το ήμισυ. Το καλό ήμισυ.

Διέκρινε κάποια πικρία στη φωνή της, όμως πριν προλάβει να δώσει συνέχεια, εκείνη άλλαξε θέμα.

- Να υποθέσω πως έχει κάποιο όνομα ή μπα;

- Θες το επαγγελματικό ή το κανονικό;

- Ξύλο παίξαμε, δεν χρειάζεται να γίνουμε και κολλητές. Το επαγγελματικό φυσικά.

- Ivory Death.

- Χαριτωμένο. Δεν σ’έχω ακουστά.

- Μπορεί αυτό να σημαίνει ότι είμαι πολύ καλή.

Η κοπέλα γέλασε.

- Κι εσύ;

- Black Orchid.

Το είπε τελείως φυσιολογικά και αδιάφορα, σαν να έλεγε το πιο συνηθισμένο πράγμα του κόσμου. Η Αγγέλικα πετάχτηκε πάνω.

- Δεν μιλάς σοβαρά, έτσι δεν είναι;

- Για τρία πράγματα δεν αστειεύομαι ποτέ και το ένα απ’αυτά είναι η δουλειά μου.

- Ουάου. Ήσουν…θέλω να πω…είσαι το πρότυπό μου.

- Λάθος πρότυπα έχεις, μικρούλα.

Το είπε τόσο θλιμμένα αυτό το τελευταίο, που της έκανε εντύπωση. Ανακάθισε.

- Darius McPherson, 2002. Πώς τα κατάφερες; Είναι η τελειότερη εκτέλεση που έχω ακούσει ποτέ.

Η κοπέλα χαμογέλασε και, με μια γρήγορη κίνηση, βρέθηκε στα πόδια της. Της άπλωσε το χέρι.

- Σήκω. Πάμε να φύγουμε από δω. Προφανώς κάποιος μας την έστησε, που σημαίνει ότι δεν είναι και το καλύτερο μέρος για να βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή.

- Δεν θα μου πεις, ε;

- Θα σου πω, αλλά όχι εδώ. Έλα. Κερνάω ποτό. Αν δεν σε πειράζει να πίνεις μόνη σου, φυσικά.

Η Αγγέλικα έβαλε τα γέλια.

- Με τον τυπά τι θα κάνουμε;

Η κοπέλα μάζεψε το όπλο της από κάτω και, μέσα από τη διόπτρα, κοίταξε απέναντι. Έμεινε έτσι για λίγο κι έπειτα, απρόσμενα, πάτησε τη σκανδάλη.

- Δεν χρειάζεται να μας απασχολεί πια, είπε βάζοντας το όπλο σε μια θήκη κιθάρας.

Κατέβηκαν από τη σκάλα κινδύνου. Στην άκρη του δρόμου ήταν παρκαρισμένη μια μαύρη μηχανή κι η κοπέλα κατευθύνθηκε προς τα κει. Της έκανε νόημα να καβαλήσει πίσω της.

- Αγγέλικα, της είπε ξαφνικά. Το όνομά μου. Είναι Αγγέλικα.

Την κοίταξε για λίγο, σαν να τη ζύγιζε με το βλέμμα. Κι έπειτα της έδωσε το κράνος.

- Catein.





Useful Lessons [a Mireille Hallifax Story pt2]

18 01 2010

[Όπου οι εφιάλτες του παρελθόντος ίσως και να δικαιολογούν την τωρινή απουσία μνήμης...]

Ο χρόνος είναι πολύ παράξενο πράγμα. Έχει δύναμη. Οτιδήποτε μπορεί να μας αλλάξει έχει δύναμη. Κάποιοι λένε ότι μας κάνει σοφότερους. Εγώ δεν το πιστεύω. Μας κάνει απλά διαφορετικούς. Μας μαθαίνει να σκεφτόμαστε αλλιώς. Όχι πιο σωστά ή πιο λάθος. Απλά…αλλιώς. Έτσι κι εγώ κάποια στιγμή έφτασα να συγχωρέσω τους γονείς μου. Ήμουν απείθαρχη σύμφωνα με τις αντιλήψεις τους κι ένιωθαν να απειλούνται από μένα. Έπρεπε με κάποιον τρόπο να με υποτάξουν στη θέλησή τους. Κι αν δεν τα κατάφεραν ήταν επειδή έφυγα από κοντά τους όσο υπήρχε ακόμα καιρός. Όταν όμως απέκτησα δικό μου παιδί και συνειδητοποίησα ότι ήταν εξίσου απείθαρχο με μένα…κάπου άρχισα να καταλαβαίνω την ανάγκη τους να με φέρουν στα δικά τους μέτρα. Ίσως «συγχώρεσα» δεν είναι η κατάλληλη λέξη, τώρα που το σκέφτομαι. Πώς μπορείς άλλωστε να συγχωρέσεις έναν νεκρό; Κι επειδή πέθανε, τι; Σβήνουν όλες οι μαλακίες που έκανε όσο ήταν ζωντανός; Ίσως απλώς να τους κατάλαβα λίγο καλύτερα. Ναι, μάλλον αυτό είναι. Άλλωστε, ποτέ δεν ήμουν αισθηματίας.

Η μικρή μου, λοιπόν, ήταν απείθαρχη. Προσπαθούσα να της εξηγήσω αλλά δεν εννοούσε να μ’ακούσει. Ήταν σαν άγριο ζώο, παγιδευμένο σε κλουβί. Δεν άφηνε τον εαυτό της να συνηθίσει την καινούρια της ύπαρξη κι αυτό, τελικά, την έκανε ακόμη πιο αδάμαστη κι ακόμη πιο δυστυχισμένη. Τώρα, εγώ, ποτέ δεν φημιζόμουν για την υπομονή μου κι όταν είδα ότι όλες μου οι καλές προθέσεις πήγαιναν στο διάβολο, αποφάσισα να τη μυήσω στον κόσμο μας μ’έναν τρόπο που θα της έμενε αξέχαστος. Το γεγονός ότι της άρεσε ο ρόλος της «σκλάβας» στο κρεβάτι βοήθησε.

Εκείνο το βράδυ της έστειλα στο δωμάτιό της ένα μακρύ, διάφανο φόρεμα, κεντημένο με ασημένια κλωστή κι ένα μαύρο, δερμάτινο κολάρο, στολισμένο με διαμάντια. Κάνοντας τις απαραίτητες ετοιμασίες, τη φανταζόμουν να ανοίγει το κουτί και να κοιτάζει έκπληκτη το δώρο μου. Τη φανταζόμουν να χαϊδεύει διστακτικά το λεπτό, σχεδόν ανύπαρκτο ύφασμα και να διαβάζει το σημείωμά μου.

«Φόρεσέ το χωρίς εσώρουχα. Θα έρθω να σε πάρω όταν φτάσει η ώρα.» Το ομολογώ, δεν ήμουν απολύτως σίγουρη ότι θα το έκανε. Στο κάτω-κάτω δεν είχα προλάβει να τη μάθω τόσο καλά ώστε να είμαι σίγουρη για οτιδήποτε. Έστειλα τη Lynette να ασχοληθεί με τα μαλλιά της. Όταν επέστρεψε για να μου δώσει αναφορά, είχε το βλέμμα της χαμηλωμένο κι ήταν αναψοκοκκινισμένη. Μπορούσα να μαντέψω το γιατί. Αρκούσε να φανταστώ τη μικρή μου μ’εκείνο το φόρεμα. Οποιοσδήποτε θα ταραζόταν. Όμως δεν ήταν ακόμη η ώρα να πάω κοντά της. Η νύχτα μόλις είχε αρχίσει κι εγώ είχα άλλα πράγματα να ασχοληθώ πρώτα. Πολύ σύντομα, χτύπησε το κουδούνι. Η Lynette οδήγησε τους τρεις άντρες και τη γυναίκα στο σαλόνι, το οποίο ήταν διαμορφωμένο ειδικά για την περίσταση. Είχαμε πολλά να συζητήσουμε οι πέντε μας.

Το βασικό μας πρόβλημα λεγόταν «clan Nosferatu» και είχε αρχίσει να αποκτά τεράστια δύναμη στην πόλη. Είχαν τη βοήθεια των Malkavians και, αν και κανείς δεν το έλεγε ανοιχτά, τους στήριζαν και οι Gangrel. Κανείς δεν ήξερε το λόγο, αλλά όλοι υποπτευόμασταν πως μάλλον εκβίαζαν εκείνο το κουμάσι τον Amadeus, τον primogen τους. Παρόλα αυτά, όποιος κι αν ήταν ο λόγος, δεν με ενδιέφερε, προσωπικά να τον μάθω. Αυτό που με ενδιέφερε να κάνω ήταν να τους διαλύσω. Οι τέσσερις primogens γύρω μου, περίμεναν τις συμβουλές μου με προσμονή. Ήταν όλοι τους νέοι και πολύ άπειροι σ’αυτό. Καμιά φορά αναρωτιόμουν γιατί στο καλό είχα αρνηθεί να γίνω εγώ primogen των Brujah. Φυσικά, ήξερα πολύ καλά την απάντηση: προτιμούσα να κινώ τα νήματα από το παρασκήνιο. Τέσσερα ζευγάρια μάτια ήταν καρφωμένα πάνω μου με αντυπομονησία και περιέργεια. Όταν άρχισα να τους εξηγώ το σχέδιο, το βλέμμα του Ventrue ζωήρεψε κι άρχισε να συμμετέχει ενεργά στη συζήτηση. Ήταν πολύ έξυπνος και κάτι μου έλεγε ότι θα πήγαινε μπροστά. Ίσως να ήταν εκείνη η σκληρότητα στην έκφρασή του. Είχα ακούσει ότι ήταν ένας αμείλικτος και αδίστακτος μεγαλοεπιχειρηματίας και χαιρόμουν που οι πληροφορίες μου επιβεβαιώνονταν. Οι υπόλοιποι δεν ήταν τόσο καλοί, αλλά θα μάθαιναν με τον καιρό. Όλοι μαθαίνουν.

Στο τέλος της συζήτησης, ζήτησα από τη Lynette να φέρει στους προσκεκλημένους μου κάτι να πιουν κι εγώ πήγα να βρω τη μικρή μου. Όταν άνοιξα την πόρτα του δωματίου της και την είδα, καθισμένη μπροστά στον καθρέφτη, σκέφτηκα για μια στιγμή μήπως αυτό που πήγαινα να κάνω ήταν λάθος. Κατέληξα πως, ναι, ήταν, αλλά αυτό δεν με είχε εμποδίσει ποτέ στο παρελθόν. Σηκώθηκε όρθια καθώς την πλησίαζα. Ήταν φανερό ότι ντρεπόταν που την είχα βάλει να ντυθεί έτσι. Το λεπτό, διάφανο ύφασμα δεν κάλυπτε ούτε ένα χιλιοστό από το πανέμορφο, γυμνό κορμί της. Ήταν ξυπόλυτη. Σιωπηλά, επιδοκίμασα αυτή της την επιλογή. Τα χείλη της είχαν ένα φωτεινό κόκκινο χρώμα και τα μαλλιά της έλαμπαν. Για μια ακόμη φορά θαύμασα την κίνησή της, καθώς περπατούσε προς το μέρος μου. Θύμιζε αιλουροειδές και, ειλικρινά, μ’έβαζε στον πειρασμό να τη ρίξω στο κρεβάτι και να αφήσω κατά μέρος το σχέδιό μου. Αντ’ αυτού, της έκανα νόημα να έρθει κοντά μου και της πέρασα ένα μακρύ, δερμάτινο λουρί, στο κολάρο που φόραγε στο λαιμό της. Με κοίταξε απορημένη, όμως έφερα ένα δάχτυλο στα χείλη της, απαγορεύοντάς της να μιλήσει. Την έπιασα από τα μαλλιά και τη φίλησα, αφήνοντας τα χέρια μου να εξερευνήσουν το κορμί της. Έτρεμε ολόκληρη κι ήταν απόλυτα παραδομένη στην αγκαλιά μου. Την απομάκρυνα, μ’ ένα μυστηριώδες χαμόγελο, και, πιάνοντας το λουρί…την τράβηξα έξω.

Όταν άνοιξα την πόρτα του σαλονιού και είδε τα τέσσερα άτομα που ήταν μαζεμένα εκεί, με κοίταξε τρομοκρατημένη. Το έβλεπα στα μάτια της ότι εκείνη τη στιγμή με μισούσε και ήθελε να το βάλει στα πόδια. Ή να με σπάσει στο ξύλο. Το βλέμμα της ήταν αναποφάσιστο. Την κοίταξα, σκληρά και την έσυρα βίαια μέχρι το τραπέζι. Με την άκρη του ματιού μου είδα την Toreador να κοιτάζει μαγεμένη αυτό το απίστευτο θέαμα. Ο primogen Brujah, που εδώ και καιρό ήξερα ότι είχε βάλει στο μάτι τη μικρή μου, την κοίταζε πεινασμένα. Τα χείλη του Ventrue ήταν τραβηγμένα σ’ένα αδυσώπητο χαμόγελο και ο Tremere την έκοβε από πάνω μέχρι κάτω.

- Κύριοι, κυρία…η διασκέδασή σας.

Την έσπρωξα στο τραπέζι κι έδεσα τα χέρια της στις ειδικές υποδοχές που είχα διατάξει να φτιάξουν στα πλάγια. Καθώς ήμουν σκυμμένη πάνω της, την είδα να με κοιτάζει ικετευτικά και βουρκωμένα, σαν πληγωμένο παιδάκι. Έσκυψα στο λαιμό της και τη δάγκωσα, αφήνοντας το αίμα της να κυλήσει στη γλώσσα μου. Το βογκητό της την πρόδωσε. Την κοίταξα κοροϊδευτικά καθώς σήκωνα αργά το φόρεμα κι έβαζα το χέρι μου ανάμεσα στα πόδια της. Μισόκλεισε τα μάτια. Γέλασα. Της έδωσα μια ελαφριά ξυλιά στο γλουτό κι ανασηκώθηκα. Στράφηκα στον Brujah.

- Νομίζω πως είναι έτοιμη για σένα, Boris.

Τον είδα να διστάζει καθώς η μικρή μου έκλαιγε.

- Τι; Σε συγκίνησαν τα δάκρυα;τον ρώτησα περιφρονητικά. Μη δίνεις σημασία, στην πραγματικότητα γουστάρει η πουτανίτσα.

Δεν χρειάστηκε και δεύτερη κουβέντα. Κάθισα στον καναπέ και τον παρατήρησα καθώς έσκιζε το φόρεμά της κι έβαζε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της, όπως είχα κάνει κι εγώ πριν από λίγο. Γύρισε και με κοίταξε, έκπληκτος.

- Είχες δίκιο. Είναι μούσκεμα το τσουλάκι.

Χαμογέλασα θριαμβευτικά. Εκείνη, πάνω στο τραπέζι, συνέχιζε να κλαίει αθόρυβα. Ο Boris δεν είπε τίποτε άλλο, απλά την έπιασε από τη μέση κι άρχισε να τη γαμάει με τέτοια βιαιότητα που για μια στιγμή φοβήθηκα ότι μπορεί να της έκανε κακό. Αλλά έδιωξα γρήγορα αυτή τη σκέψη κι έκανα νόημα στην Toreador να έρθει κοντά μου. Το έκανε, σαν υπνωτισμένη. Της έβγαλα τα ρούχα κι άρχισα να τη γλύφω μεθοδικά. Είχε τρελαθεί. Στο μεταξύ, ο Ventrue είχε πάρει θέση πίσω από τη μικρή μου. Είχε βγάλει ένα μικρό μαχαίρι και την έκοβε. Εκείνη είχε φρικάρει. Προσπαθούσε να απελευθερωθεί, αλλά είχαν πέσει πάνω της κι οι τρεις και την κράταγαν. Κάποια στιγμή τους είδα να τη λύνουν και να την τραβάνε στο πάτωμα. Έσπρωξα την Toreador και την ανάγκασα να γονατίσει ανάμεσα στα πόδια μου. Το έκανε, πειθήνια. Στην άλλη άκρη του δωματίου, τους είδα να έχουν κάνει ένα παράξενο σύμπλεγμα γύρω απ’τη μικρή τίγρη, έτσι ώστε να μπορούν να την πηδάνε κι οι τρεις ταυτόχρονα. Γέλασα χαιρέκακα και, βλέποντάς την να τρέμει, πανικόβλητη απ’αυτά που της έκαναν, τέλειωσα σε χρόνο μηδέν.

Όταν τέλειωσαν μαζί της, την άφησαν στο πάτωμα και ντύθηκαν. Πρώτη φορά τους έβλεπα τόσο ευχαριστημένους με τους εαυτούς τους. Η μικρή μου αιμορραγούσε από παντού. Είχε κουλουριαστεί δίπλα στο τραπέζι, σε εμβρυακή στάση, και δεν κουνιόταν. Τους έδιωξα. Τη σήκωσα στα χέρια μου και την πήγα στο μπάνιο. Αφέθηκε στα χάδια μου υπάκουα, σαν να μην είχε το κουράγιο να αντισταθεί, παρόλο που ήξερα ότι κανονικά δεν θα έπρεπε να με αφήνει να την αγγίζω μετά απ’αυτό. Όμως με άφησε να της κάνω έρωτα, με άφησε να τη δέσω ξανά, στο κρεβάτι αυτή τη φορά, και να τη βασανίσω μέχρι που δεν άντεχε άλλο. Κάποτε την έλυσα και σηκώθηκα από το κρεβάτι. Πήγα στο σαλόνι κι έφερα μαζί μου μια βιντεοκασέτα.

- Μη μου πεις πως έχεις όρεξη να δεις ταινία…,μουρμούρισε εξαντλημένη.

- Σκάσε και κοίτα την οθόνη.

Υπάκουσε και, με έκπληξη, είδε τον εαυτό της να μπαίνει στο σαλόνι σχεδόν γυμνή και τα όσα ακολούθησαν. Χαμογέλασα σαρδόνια.

- Φαντάζομαι πως ο Boris δεν θα χαιρόταν αν έβλεπε η θνητή ερωμένη του αυτό το βίντεο. Είναι ερωτευμένος μαζί της ο ηλίθιος. Φυσικά, αυτό δεν τον εμπόδιζε να σε γαμάει σαν ζώο λίγες ώρες πριν. Κι ο Ventrue…άλλος ηλίθιος αυτός. Είναι το πουτανάκι της Prince…και επίσης δεν νομίζω να χαρεί αν μάθει τι έκανε σήμερα. Είναι καλό να έχεις τους συμμάχους σου στο χέρι. Για παν ενδεχόμενο.

- Με χρησιμοποίησες, ψιθύσε.

- Δες το σαν μάθημα, Cathain. Αυτό ακριβώς σημαίνει «Camarilla». Να δείχνεις ότι το απολαμβάνεις όταν σε γαμάνε, αλλά να έχεις σχεδιάσει την εκδίκησή σου καιρό πριν φτάσουν να σε γαμήσουν.





Temptress [a Mireille Hallifax story]

18 01 2010

[Όπου για πρώτη φορά, η γυναίκα πίσω από την ηρωίδα μας αποκαλύπτεται...ή μήπως όχι; Τι είναι αλήθεια; Και τι είναι μονάχα ψευδαίσθηση;]

I have been called many names during the passage of time. One of them was “Temptress”. There have been others, of course. But I find that one to be the most fitting. There were so little things a girl could do back in 1400. You were supposed to remain silent and smile until someone – hopefully someone rich – would notice you and ask you to marry him. And you would say “yes”, you surely would, for what else could you possibly say?

Now, I was a girl and, as a matter of fact, 1400 was the year that I came of age. My mother – a rare and exquisite Spanish beauty – had raised me with the hope to see me becoming a countess, a baroness, a queen even…for both she and my father were of royal blood and they expected me to be a delicate and exotic flower among the ladies of the court. They were wrong, of course. I liked swords more than needles, I liked armors more than fancy dresses…and I liked war and carnal pleasures more than the Sunday mass. My parents very soon saw that I was a lost case and abandoned all hope.

My brothers were unlike me. They were flawless and shiny, exactly everything they were expected to be. But I differed. I used to run away from the dames of honor, in order to cross the river and hang out with the Gypsies. My mother was deeply concerned because people whispered that it was her wild, untamed blood that made me act like that. I think they were wrong. My mother was neither wild, nor untamed. She had come to England to marry the Baron of Yorkshire, despite the will of her parents who wanted her to marry a certain Ramon Berrenguer, Count of Lyon.  But that was her last act of rebellion. After marrying my father, she returned to her perfectly normal, perfectly peaceful life. The life she was trained to live. She became a graceful and much discussed Baroness…and the ideal wife for a man such as my father. A man who wanted a beautiful, yet calm and obedient spouse…and my mother was both. He could present her to the court and gain the compliments of the King…and he could fuck every maid he could find that was pretty enough or sluttish enough to go to bed with him. And to think these were my parents! Real champions, both of them. Gee, they made me sick.

So what happens when a girl of noble blood behaves like me? Well, today, not much. But in 1400, being caught in bed with Jacinto the Gypsy…in a tent…by the river…it was something that could even get you killed. It didn’t, of course, because I had my ways around people. I could very easily get them to do what I wanted. And they didn’t even realize it. It was terribly easy for me to manipulate everyone…although – and that’s the most curious thing about it – no one thought they should be listening to me. Peculiar…isn’t it? So…as I was saying, I was found in bed with Jacinto, by my dear, older brother, Aidan. They were all furious and they kept yelling at me, telling me what a whore I was and how I had ruined my chance of ever getting married. And how now, they would have to send me to some nunnery and make people forget all about me. I talked my way out of that dread conversation quite easily. I vowed to my parents that I would never sleep with another man until the very day of my marriage and that I would pray night and day to God, so that He would restore my virginity. Of course, I did nothing of the sort. Instead, I continued playing with the swords of my brothers and I never stopped sleeping with men. Although Jacinto met an unlucky death by my father’s mace. They were fools, actually. All of them. They thought I was in love and I would stop having sex if they killed him. Well…they were wrong. But I must admit I became more careful after that incident. After all, even I was afraid of certain things and becoming a nun was among them.

I was eighteen when I got my first “big” proposal. His name was – surprisingly enough – Ramon Berrenguer and he was the nephew of the departed Count of Lyon, who had once been arranged to marry my very own mother. I’ve heard some odd stories about him among the Gypsies. Stories that made me curious to meet him…though not at all willing to marry him. As a matter of fact I wasn’t planning to get married. Ever. But my mother was constantly complaining about me carrying the fierce and treacherous blood of Al-Andalus…so I guess…I just wanted to meet someone who would be able to explain to me what that meant.

Now, Ramon Berrenguer was the most handsome man I had ever seen. And I’d seen quite a lot. His coal-black hair was falling at knee-length and his equally black eyes held an almost supernatural magnetism. He was tall and well-built, though slim and strangely delicate. His voice was smooth and cultivated, almost hypnotic. And that’s about all I could ever say about him, because…the truth is…he was simply beyond compare. I asked him, later on, if his uncle looked at all like him. He laughed and said he did, very much, as a matter of fact. I wondered, then, why on earth my foolish mother chose my father over someone so…exquisitely, eerily beautiful. I found no satisfying answer to that, and the truth is, it didn’t interest me that much to risk her anger by asking her.

Where were we, really? Oh…yes. Ramon Berrenguer. The man I later came to know as “El Cuervo”. He was charming…ravishing I daresay. He was educated and rich, of course, but there was something about him that reminded me of the Gypsies. He had the same wild, passionate heart, the same strength of will, the same craving for freedom. He was…very much like me. Now that I had met him, I really believed all that shit my mother said about the blood of Al-Andalus. But, oddly enough, Ramon rejected me when he found me to his bed, waiting, one night. He did it in a really nice way, so that he kinda felt like…a father. Or something. I dunno. Of course, after he’d left our estate to go on with his continuous search for a bride, I learned that he actually was my father. I heard that information with disbelief, to be perfectly honest. You see, Ramon didn’t look more than 25 years old, but according to my mother…he should be over fifty. Ramon had come to England to learn why his bride had left him waiting…only to find her married to another man…and with child. He was frustrated, naturally, but he was also charmed by my mother. Obviously, she wasn’t blind to his beauty either. They became lovers for a while…and soon my mother was with child again. And so I was born. And that was the reason why she kept talking about how strong was the blood of Al-Andalus in my veins. Still, I was called Mireille Halifax and not Mireille Berrenguer. So I kept this information a secret and I didn’t pay much attention to the hallucinations of my dear mother who was claiming that Ramon was changed. Although…they did fit what the Gypsies whispered. About him being a vryckolaka. But I was a smart girl. I didn’t believe in vampires.

However, when my father and brothers all started complaining about me driving such a handsome and brave Count away, I thought enough was enough and decided to go. Naturally, I couldn’t use my true name and I couldn’t travel across England with my silk dresses and my veils and my expensive shoes. So I stole Aidan’s armor and dressed myself as a knight on a quest. I took his sword too. And I left. I bet my brothers laughed at me when they found out. But they didn’t know that all these years they’d been sleeping with peasant girls and drinking mead…I was secretly training with sword and mace and bow. I could take any one of them in no time.

I took a false name and introduced myself as “The Knight of the Golden Rose”.  I fought many battles and for some reason I never quite understood, the ladies were easily falling for me. It didn’t matter that they hadn’t even seen my face…it was only natural to them that someone brave and capable in battle would be handsome as well. Too many King Arthur stories, if you ask me.

Seven years had passed since I left my home. I had a new armor now and quite a reputation followed me. But I missed home. I wanted to see my family again, even from afar…even from under a helmet. So, I went back, only to find out that my parents were acting as if I had never been born. There was nothing mine left back in Yorkshire. Nothing. I was furious. They were such hypocrites…all of them. They had even chased the Gypsies away so that no one remembered me. That night found me at the inn, where a beautiful girl approached me. I was drunk and she was very sweet and very sympathetic to me. She was shocked to see that I was a woman, of course…but…as I said…I had my ways around people. And the blood of Al-Andalus. I told her my name was Mireille Halifax and I recited my story to her that night, as she was screaming with pleasure in my hands. And I knew that this would be the only revenge I would ever take for my parents condemning me into oblivion.

I left again. But…soon…word of my story reached the wrong ears. I met Marek Drakan in a market in Scotland. He was very tall and robust and he held certain similarities to wild beasts that lived in the dark forests of his country. But he treated me with respect and courtesy and that was certainly strange, because it felt that he, somehow, knew the truth. About me being a girl and all. We started traveling together and we soon became close friends. His vast amount of knowledge fascinated me. He was somewhat of a philosopher and a poet. But he was also a fierce warrior, for I had seen him in battle and he really scared me. And, after months of traveling – only by night, because he thought it was more adventurous to travel at night – he told me he knew the truth. I was afraid…and ashamed. But when he raised his hand to take my helmet off, when he stroke my long, black hair and told me I was a jewel and jewels were not supposed to be hidden…I knew that this man would change my life for ever. And he did. Because, during the lovemaking and the passion…he Embraced me. Made me a Vamp. You know. I bet you’ve heard the stories, read the books, whatever. You know.

A whole new life started for me after that night. Although…”unlife” would be a more appropriate word. Being dead released me from all fear. Because, the truth is, I didn’t enjoy dressing as a man. I was born in sin and I meant to be a sinner. I was seductive beyond belief and I meant to use it…at last. I’d missed seeing my body naked, making love with men and women – sometimes both at the same time. And I’d missed being free. I loved the sword, of course. And I loved battles and wars. I was brave and skilled. And now I had no fear of dying. But the sex…ah…that was something that I’d really longed for all these years.

And the years passed and passed and passed. And so did the centuries. I grew older and more cunning, but not at all wiser. I was always looking for thrill and excitement and I was still trying to manipulate everyone into doing my will. England changed. I remained pretty much the same. Marek left after a couple of years. He was never one to stay in one place for long. We wrote to each other frequently for some months, but then he suddenly stopped answering my letters and I never heard of him again. As I left my armor, I took on a completely different job. Far more interesting one. Plus, it involved quite a lot of sex, so that was a benefit. You see, in London, there were so many political back-stabbings in the Court of the King…very often they didn’t remain political and became real, killing back-stabbings. I profited from the situation, decided to create a fortune of my own and destroy my parents. And so I did. As a matter of fact, I enjoyed it so much that I kept doing it for years. Although…again…I didn’t let many people see my face.

I lived my unlife in blood and murders and luxury and sex. Lots of it. And the years passed and so did the centuries. I never fell in love. I couldn’t. Love didn’t suit me at all, I always knew. I was too much of a sensualist and far too selfish to fall in love. But when I saw something beautiful…I wanted it. And I could be quite “territorial” when it came to things I thought I should own. And because I couldn’t love anyone, I couldn’t embrace anyone…or so I thought. For very often…we make gorgeous plans…but God laughs at us. So it was almost six hundred years later that I met someone I thought fitting to be my childe.

Her name was Cathain Carlahan – though she deliberately wrote it wrong…she used to say she didn’t want to be that obvious…for “cath” in Irish means “battle” – and she was an assassin. She was a fascinating creature with a tormented past. She killed with a completely cold heart…and much like me…she had never been in love. She was beautiful as well. In a strange way. She had that tough-chick attitude but, deep down she was extremely innocent when it came to sex and relationships. So I embraced her, much to a close friend’s disgust. Now, before you think badly of me…I had every intention to be nice to my childe. I did. She was everything I had thought her to be and even more. She was good in bed too. I liked being on top and she liked to be tortured and dominated. It was fucking great. But Cathain, for all her loyalty, betrayed me. Well, not exactly, but what difference does it make?

Remember I spoke about a close friend of mine who objected to my decision to embrace her? His name was Vilem Mandrak, he was a Toreador and he was almost as beautiful as Ramon. Well, I always had the same attitude towards beautiful things: they belonged to me. And if not, I made sure it became so. But Vilem was not one to be easily seduced. I had tried everything and he still saw me as a friend. He was in love with a fucking Nosferatu once. When he told me that…I knew it would be hard. But that excited me even more. And since he was resisting me…I fucked my childe instead. She didn’t have a dick, but she was quite talented with her fingers, considering she was an assassin and all. And she had a hell of a body. And then the last thing I ever expected happened. Vilem fell for Cathain like a schoolboy. He was moved by her tragic past and wanted to console her. And he did. I could hear her having a thousand orgasms every night. I was so furious. I had given that little cunt everything. And she repaid me how? By stealing my property. And that stupid, stupid Toreador. Did he think she could compare to me? There was a reason they called me “Temptress”. That slut. Crying on his shoulder was all she had to do to bed him. And Vilem…Vilem was so fascinated by her fear towards men…he so wanted to help her sort it all out…that he fell in love with her in the process…thinking that, maybe, she could love him too. Maybe she did, I don’t know. She was stupid enough to do such a thing. But she had betrayed me and she had to pay. I killed her. In Sicily. Then I went back to London and I cried in Vilem’s shoulder for three days and three nights. He was devastated. He fucked me. To drive the pain away, I told him. Though that was an absolute lie, he fucked me. He said he didn’t think he could ever fall in love again. My poor, poor Stendhal. That’s what his Nosferatu mistress called him. I laughed as I watched him go. He received a letter from his sire, ordering him to go to Greece to kill a certain Black Widow or something. I didn’t care. I had won, so it didn’t matter anymore. He didn’t matter anymore. Until I learned something. At first I didn’t believe it. I’d seen the explosion with my very own eyes and there was no chance she’d have escaped that. But, apparently, she did. And now she was Prince of Athens? Fucking, fucking little slut. Well…she hadn’t seen all of me. I had been gentle to her…but now I wouldn’t hold back. I was determined to destroy her, after destroying all she loved. She would pay for her treachery and her arrogance. She would pay.





Where The Truth Lies

18 01 2010

[Όπου η προοπτική του θανάτου δεν μοιάζει και τόσο τρομαχτική...όπου ο πιο απρόσμενος σωτήρας εμφανίζεται την κατάλληλη στιγμή...πώς είναι τα πράγματα αν δεν είναι αυτό που φαίνονται;]

 

Πού βρίσκεται η αλήθεια; Πάνε σχεδόν εβδομήντα χρόνια από τότε που έφυγα από το σπίτι μου στην Ιρλανδία, ψάχνοντας να βρω τον εαυτό μου και τον κόσμο κι ακόμη δεν τα’χω καταφέρει. Έγιναν πολλά στο μεταξύ. Έμαθα να σκοτώνω, γνώρισα έναν άντρα που μ’αγάπησε, με τον τρόπο του, έγινα πλάσμα της νύχτας χωρίς να το επιδιώξω και χωρίς να το θελήσω και, τελικά, κατέληξα στη χώρα της μητέρας μου. Πάντοτε πίστευα πως ήξερα ποια ήμουν, όμως τώρα πια δεν είμαι και τόσο σίγουρη. Η Αθήνα μου έκανε κακό. Με άδειασε. Δεν είμαι πια αυτή που ήμουν. Και πραγματικά, δεν ξέρω αν η αλλαγή ήταν προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο όμως…με τρομάζει. Φοβάμαι για το μέλλον. Όχι το θάνατο, αυτός ποτέ δεν με τρόμαξε. Φοβάμαι το τι άλλο μπορεί να συμβεί. Τι μπορεί να αποκαλυφθεί στην πορεία. Ποιες άλλες αλήθειες θα μάθω σιγά-σιγά και πώς τελικά κι αυτές θα καταλήξουν να με αλλάξουν. Η αλήθεια είναι πως έχω κουραστεί πια. Δεν ξέρω ποιον να εμπιστευτώ, δεν ξέρω τι να πιστέψω. Ακόμη κι η πίστη που είχα στον εαυτό μου έχει κλονιστεί. Τελικά, δαίμονας ή όχι, ο Balor είχε δίκιο σε ένα πράγμα. Πρέπει να βρω κάτι να πιστέψω, αλλιώς δεν θα μπορέσω να συνεχίσω. Βλέπω καμιά φορά τον Βόρχιων, τον Heimdall, τον Sebastian So, τον Μιχαήλ Ανδριανό…τον Jonathan Black…κι αναρωτιέμαι πώς τα έχουν καταφέρει. Τι ήταν αυτό που τους κράτησε και δεν εγκατέλειψαν την προσπάθεια όλους αυτούς τους αιώνες. Αναρωτιέμαι αν ευχήθηκαν ποτέ να είχαν ζήσει τη ζωή τους και να είχαν πεθάνει σαν κανονικοί άνθρωποι. Αν βρέθηκαν ποτέ κοντά στον τελικό θάνατο. Αν μπήκαν ποτέ στον πειρασμό να δουν τον ήλιο. Ή αν είναι δικό μου το φταίξιμο, αν είμαι απλώς αδύναμη.

Αυτά λίγο-πολύ σκεφτόμουν καθώς έβαζα όλη μου την τέχνη για να τρυπώσω στην έπαυλη του Nebula στο Βερολίνο αποφεύγοντας όλους τους φρουρούς και τις κάμερες. Τα κατάφερα χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Σκαρφάλωσα στον πάνω όροφο από την κουπαστή της σκάλας. Την ίδια τη στιγμή που το έκανα, συνειδητοποιούσα ότι το να μπω μ’αυτόν τον τρόπο ήταν κάτι που υπό κανονικές συνθήκες δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω. Είχα πλήρη συναίσθηση ότι κάποιος μου είχε φυτέψει αυτή την ιδέα στο μυαλό και ήξερα πολύ καλά ποιος ήταν αυτός ο κάποιος. Όταν επέστρεφα στην Αθήνα θα λογαριαζόμουν με τον Ιωνά γι’αυτό. Ανεβαίνοντας πάνω, άκουσα από ένα δωμάτιο γυναικεία χαχανητά. Αν δεν είχαν παγώσει τα πάντα μέσα μου ίσως να ένιωθα πόνο ή ζήλια ή κάτι. Όμως το μόνο που αισθανόμουν εκείνη τη στιγμή ήταν απλή περιέργεια. Πλησιάζοντας την πόρτα και κοιτώντας μέσα, είδα τον Nebula μισόγυμνο, με δυο γυμνές κοπέλες καθισμένες στα πόδια του. Τον δάγκωναν διαρκώς και του έπιναν αίμα. Το φχαριστιόταν ο καριόλης. Ήθελα να τον σκοτώσω. Ειδικά όταν συνειδητοποίησα ποια ήταν η μία από τις δύο. Είχα αρκετό καιρό να δω τη Mireille όμως θα αναγνώριζα το πρόσωπό της οπουδήποτε. Την άλλη δεν μπορούσα να τη διακρίνω καθαρά, όμως κάτι μέσα μου, μου έλεγε ότι κατά πάσα πιθανότητα θα την ήξερα κι αυτήν. Άνοιξα αθόρυβα την πόρτα και μπήκα στο δωμάτιο. Στάθηκα με σταυρωμένα τα χέρια και περίμενα, ήρεμα. Δεν μπήκα καν στον κόπο να μιλήσω. Η Mireille ήταν η πρώτη που με είδε και πετάχτηκε αμέσως όρθια, να ρίξει κάτι επάνω της. Ο Nebula σηκώθηκε –τραβώντας κάτι από κει που καθόταν το οποίο δεν μπόρεσα να διακρίνω-  και, τότε, είδα και την δεύτερη κοπέλα. Η Irene, αυτό το άχρηστο childe μου που εκείνη τη στιγμή ήθελα να σπάσω στο ξύλο. Το βλέμμα της έμοιαζε, παραδόξως, χαμένο. Με παραξένεψε αυτό. Εκείνος, αδιαφορώντας εντελώς για τις δυο τους, άνοιξε τα χέρια του και μου χαμογέλασε. Με δυσκολία συγκρατούσα το Beast μου. Νομίζω πως αυτό που με εμπόδισε τελικά να τον καρυδώσω ήταν η περιέργειά μου για το τι στον πούτσο σήμαιναν όλα αυτά.

- Δεν θα’ρθεις να μ’αγκαλιάσεις, που έχω καιρό να σε δω και μου’χεις λείψει; με ρώτησε.

Ανασήκωσα ειρωνικά τα φρύδια μου κι έκανα ένα νεύμα προς τη sire μου και το childe μου.

- Απ’ ότι βλέπω δεν έχασες το χρόνο σου.

- Κάποιον τρόπο δεν έπρεπε να βρω κι εγώ να διασκεδάζω όσο ήμουν μακριά σου;

Με πλησίασε. Έκανα ένα βήμα πίσω.

- Τι κρατάς;

Μου έριξε ένα δήθεν πληγωμένο βλέμμα.

- Γι’αυτό ήρθες ως εδώ; Για να με ρωτήσεις τι κρατάω;

Συνέχισε να με πλησιάζει. Ήταν κάθαρμα και σκουλήκι και ήθελα να τον σκοτώσω. Και ήξερα…απλά, ήξερα ότι αυτό που κρατούσε ήταν παλούκι, όμως τον άφησα, παρόλα αυτά. Γιατί ήμουν αδύναμη. Η καρδιά μου η ίδια ήταν αυτό που με έκανε αδύναμη. Κι έτσι, ενώ δεν ένιωσα καμία έκπληξη όταν με αγκάλιασε και με στέκαρε, ο πόνος μου δεν ήταν μικρότερος.

Η Mireille γέλασε χαιρέκακα και ξαναπήγε κοντά του. Τρίφτηκε πάνω του.

- Είναι τόσο ηλίθια.

Ο Nebula έχωσε τη σφήνα πιο βαθιά μέσα μου.

- Φυσικά και είναι ηλίθια. Της έκανα λίγο seduce, της έγειρα λίγο το κεφάλι κι αυτή έπεσε σαν ώριμο τσαμπί από σταφύλια. Εδώ πίστεψε ότι είμαι Salubri.

H Irene καθόταν σε μια γωνία μόνη της. Αυτό μου έκανε ομολογουμένως εντύπωση γιατί συνήθως δεν ήταν ούτε τόσο ήσυχη ούτε τόσο υπάκουη. Αλλά ήμουν ακίνητη και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα.

- Ντύσου, την διέταξε η Mireille κι εκείνη αμέσως σηκώθηκε και άρχισε να ντύνεται. Μωράκι μου, εμείς φεύγουμε, θα τα πούμε αργότερα, είπε στον Nebula.

Αν δεν ήμουν παλουκωμένη θα ξέρναγα. Ακούς εκεί «μωράκι μου». Μόλις έφυγαν οι δυο τους, ο Nebula πήγε σ’ένα συρτάρι κι έβγαλε κάτι που έμοιαζε με δερμάτινη ζώνη. Το τύλιξε γύρω από το στήθος μου, αναγκάζοντας το παλούκι να μείνει στη θέση του. Για κάποιο λόγο, δεν με ενδιέφερε πλέον τίποτα. Δεν ένιωθα θυμό. Ήταν πολύ παράξενο, όμως το μόνο που αισθανόμουν ήταν μια περίεργη γαλήνη. Σαν τίποτα πια να μην είχε σημασία.

- Τώρα λοιπόν που μ’ακούς…μάθε ότι θα πεθάνεις. Η Mireille θα γίνει Prince της Αθήνας. Αυτό που αναρωτιέμαι τώρα είναι αν θα σε κάνω diablerie ή αν θα περιμένω το πρωί για να σε βγάλω στον ήλιο.

Με βλέπεις να έχω ανατριχιάσει;σκέφτηκα ειρωνικά. Η αλήθεια ήταν πως ένιωθα μέχρι και ανακούφιση. Θυμόμουν πεντακάθαρα τα λόγια του Βόρχιων και ήξερα πως, αν πέθαινα στο Βερολίνο, τουλάχιστον θα γλίτωνα απ’το χαρτί που είχε τραβηχτεί για μένα.

- Απορώ πώς μπόρεσες να πιστέψεις ότι ήμουν Salubri. Σου έδειξα ένα τρίτο μάτι και το πίστεψες;

Το γέλιο του ήταν δαιμονικό. Ένα τρίτο μάτι άνοιξε στο μέτωπό του. Άπλωσε το χέρι του, το άγγιξε και το μάτι εξαφανίστηκε. Μάλιστα. Chimerstry λοιπόν. Συνέχισα να τον παρατηρώ με πλήρη αδιαφορία. Έβγαλε μια τράπουλα κι άρχισε να πετάει φύλλα στα πόδια μου. Μου έπιασε το κεφάλι και με ανάγκασε να κοιτάξω κάτω. Είδα μια κόκκινη ντάμα, έναν κόκκινο ρήγα, έναν κόκκινο βαλέ κι έναν μπαλαντέρ. Κι έπειτα, εκεί, μπροστά στα μάτια μου, ο ρήγας πήδηξε στο φύλλο της ντάμας κι άρχισαν να φιλιούνται. Μέχρι που κάτι απροσδόκητο συνέβη. Ο μπαλαντέρ, από κόκκινος έγινε κατάμαυρος, και επιτέθηκε στο ρήγα. Ο Nebula κοίταξε τα χαρτιά με έκπληξη. Κι έπειτα εμένα. Πάλι τα χαρτιά. Πάλι εμένα.

- Μπα, μπα. Κοίτα να δεις…ποιος είναι ο μαύρος τζόκερ;τον άκουσα να λέει.

Αν περιμένεις ειλικρινά να σου απαντήσω, δεδομένου ότι είμαι παλουκωμένη, μάλλον άλλος είναι ο ηλίθιος εδώ μέσα, σκέφτηκα.

- Ποιος είναι ο μαύρος τζόκερ;

Αυτή τη φορά μίλησε κατευθείαν μέσα στο μυαλό μου.

- Κι εγώ πού θες να ξέρω; Εσύ τα ξέρεις όλα, άρα θα πρέπει να το ξέρεις κι αυτό.

- Τα χαρτιά, όταν τα ρίχνω, έχουν την ιδιότητα να δείχνουν το μέλλον. Γι’αυτό πες μου ποιος είναι ο μαύρος τζόκερ.

- Δεν. Ξέρω. Ηλίθιε.

- Για πες μου, μικρή Catein, μήπως έχει μπει και κάποιος άλλος στην καρδιά σου;

- Κι εσένα σε νοιάζει για ποιο λόγο ακριβώς;

Ξανά εκείνο το χαιρέκακο χαμόγελο.

- Γιατί θέλω να καταστρέψω ο,τι αγαπάς.

- Ειλικρινά, το τι θέλεις με αφήνει παγερά αδιάφορη.

Εκείνη τη στιγμή, είδα το φρουρό που στεκόταν στο μπαλκόνι να σηκώνεται στον αέρα και κάτι να τον σφίγγει. Είδα όλο του το αίμα να βγαίνει από μέσα του και να πηγαίνει κάπου ψηλά. Δεν ακούστηκε τίποτα κι εγώ προσπάθησα να μη δείξω την παραμικρή έκπληξη καθώς ένιωσα το παλούκι μέσα μου να γίνεται σκόνη. Αντ’αυτού, συνέχισα να κοιτάζω σταθερά τον Nebula.

- Για πες, σ’αρέσει η βίλα μου;

Ήταν απίστευτη.

- Καλή είναι.

Με κοίταξε, εμφανώς προσβεβλημένος.

- Έχω ρίξει τόσα λεφτά, δεν μπορείς να λες ότι είναι απλώς καλή.

- Νομίζεις ότι με νοιάζει;

Ένα παλούκι υλοποιήθηκε ανάμεσά μας. Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει ότι μπορούσα να κινηθώ, το άρπαξα και του το κάρφωσα στην καρδιά. Έμεινε ακίνητος.

- Μπαίνω στον πειρασμό να σε αφήσω εγώ έξω στον ήλιο, αλλά φοβάμαι ότι δεν θα πάθεις τίποτα και δεν θα το χαρώ, είπα μέσα στο κεφάλι του.

- Με τη μόνη διαφορά ότι τώρα μ’έχεις στεκάρει και μιλάω εγώ, όχι το blood-bond.

Τον κοίταξα με φανερό εκνευρισμό.

- Τι λες;

- Είμαι blood-bonded στη Mireille. Το έκανε με πολύ ύπουλο τρόπο όταν ήρθε στην Αθήνα. Εκεί βρήκε και την Ashley και αποφάσισε να την κάνει σκλάβα της. Σε μισεί πολύ.

- Γιατί;

- Δεν ξέρω. Αλλά σε μισεί. Ίσως θέλει να σε εκδικηθεί για κάτι. Ίσως κάποιος άντρας σε κοίταξε όπως δεν κοίταξε ποτέ αυτήν και σε ζηλεύει γι’αυτό.

- Μάλιστα. Στ’αρχίδια μου.

- Αν μου δώσεις από το αίμα σου, το blood-bond μου σ’αυτήν θα σπάσει, το ξέρεις. Και μετά θα μπορούμε να πάμε εκεί μαζί και να της χαρίσεις ένα θάνατο που δεν της αξίζει καθόλου. Να την αφήσεις να πεθάνει στον ήλιο σαν σκύλα που είναι.

Έκανα πως το σκέφτομαι για λίγο.

- Χμμ…, αναστέναξα μελοδραματικά, πολύ κρίμα γιατί…βλέπεις…δεν σε εμπιστεύομαι. Μου έχεις πει τόσα ψέματα που πια δεν μπορώ να πιστέψω τίποτα απ’ όσα μου λες.

- Τότε μπορείς να με αφήσεις εδώ ή να με πάρεις μαζί σου παλουκωμένο στο πορτ-μπαγκάζ.

Γέλασα χωρίς πραγματική όρεξη.

- Τι ακριβώς δεν καταλαβαίνεις; Δεν σου έχω εμπιστοσύνη.

- Το λες επειδή σου είπα ότι είμαι Salubri; Απλά δεν ήθελα να χαλάσει η άποψή σου για μένα και…δεδομένου ότι είμαι ο τελευταίος της φυλής μου…

- Αρχίδια. Μη μου λες τέτοια συγκινητικά γιατί θα κλάψω.

Δεν απάντησε. Πήγα προς το μπαλκόνι. Μια γιγάντια, χρυσή αύρα ερχόταν από κάπου ψηλά. Κοίταξα πάνω και είδα μια μορφή της οποίας τα χαρακτηριστικά δεν μπορούσα να διακρίνω, που ήταν κλεισμένη μέσα σε μια σφαίρα από φωτιά και αίμα. Προσπάθησα να μιλήσω τηλεπαθητικά μαζί του, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Μπήκα πάλι μέσα. Ο Nebula ήταν στην ντουλάπα του και κοίταζε πουκάμισα. Τον κοίταξα ξενερωμένη.

- Τι λες; Μαύρο ή άσπρο; Ποιο μου πάει περισσότερο;

Άσπρο.

- Κάνα πολύχρωμο έχεις;τον ρώτησα με φωνή που έσταζε ειρωνεία και δηλητήριο. Ξέρεις, για να δείχνει πόσο διπρόσωπος είσαι.

- Μπα, τα πολύχρωμα δεν ταιριάζουν στις κηδείες.

Αυτή τη φορά χαμογέλασα με ειλικρινή ευθυμία.

- Δεν νομίζω ότι αν πεθάνω θα με κηδέψει κανείς.

- Σ’αυτό έχεις δίκιο, είπε και πριν προλάβω να κουνηθώ, κατέβασε τη γροθιά του πάνω μου.

Ακούστηκε ένας κρότος καθώς τα πόδια μου βυθίζονταν στο πάτωμα της βίλας κι ένας ήχος σαν μέταλλο πάνω σε μέταλλο. Δεν ένιωσα πόνο. Δεν μετακινήθηκα από τη θέση μου, ούτε καν που βλεφάρισα. Εκείνος με κοίταξε με έκπληξη.

- Είσαι πιο δυνατή από τη Mireille.

- Σώπα.

Μου άπλωσε το χέρι του. Εννοείται πως δεν έκανα την παραμικρή κίνηση για να τον ακουμπήσω. Αν και μέσα μου ήθελα να τον σπάσω στο ξύλο.

- Έλα.

- Πού;

- Έλα μαζί μου.

- Περιμένεις ειλικρινά να έρθω μαζί σου χωρίς να ξέρω πού μετά από όλα αυτά;

Με κοίταξε ξενερωμένος.

- Πρώτα θα σε πάω να φορέσεις κάτι πιο επίσημο και μετά θα πάμε σε μια γιορτή.

- Γιορτή.

- Ναι, γιορτή. Μια δεξίωση, συγκεκριμένα, που διοργανώνει η Mireille Halifax.

- Ξέχασέ το.

- Έλα τώρα, μην είσαι πεισματάρα.

- Δώσε μου έναν πολύ καλό λόγο να έρθω μαζί σου.

- Μπορείς να σκοτώσεις αυτή τη σκύλα με τα ίδια σου τα χέρια.

- Κι εσύ τι θα κερδίσεις απ’αυτό;

- Μια δυνατή γυναίκα στο πλευρό μου.

- Δεν θέλω να είμαι στο πλευρό σου.

- Και τι θέλεις;

- Τίποτα που να μπορείς να μου δώσεις εσύ.

- Για ξανασκέψου το. Έχω πολλά πράγματα να σου δώσω. Μπορείς να γυρίσεις πίσω στην Αθήνα και να συνεχίσεις να είσαι Prince. Κι εγώ μπορώ να σου προσφέρω ο,τι θες. Το…Transportation για παράδειγμα. Ή το Finance. Τι λες; Αλλά θα πρέπει να μου υποσχεθείς ότι όταν έρθει η ώρα της τελικής μάχης του Wyrm δεν θα πάρεις μέρος. Θα έρθεις εδώ και θα κάτσεις στη βίλα μου και θα είσαι σαν βασίλισσα.

Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω το γέλιο μου.

- Δεν έχω καμία όρεξη να γίνω βασίλισσα. Και Prince που είμαι είναι υπέρ αρκετό.

- Catein…ξέρεις πόσοι σαν τον πατέρα σου υπάρχουν στην Αθήνα;

Έπαιζε βρόμικα. Αλλά ήταν καλός, όφειλα να του το αναγνωρίσω. Κρίμα γι’αυτόν που στην πραγματικότητα δεν ήμουν τόσο ηλίθια όσο πίστευε. Και δεν έκλεινα συμφωνίες με τον διάβολο. Περιοριζόμουν στο να τον γαμάω, απ’ ότι έδειχναν τα πράγματα. Ανασήκωσα αδιάφορα τους ώμους μου.

- Πολλοί, είμαι σίγουρη. Αλλά δεν χρειάζομαι τη βοήθειά σου για να τους βγάλω από τη μέση. Τα καταφέρνω μια χαρά και μόνη μου.

Έκαιγε αίμα. Σκατά. Άπλωσε το χέρι του προς τον ώμο μου. Προσπάθησα να το αποφύγω αλλά δεν τα κατάφερα. Ένιωσα σχεδόν το μισό μου αίμα να στραγγίζεται από μέσα μου. Εκείνη τη στιγμή, η μορφή του άλλαξε κι ήταν το πιο αποτρόπαιο θέαμα που είχα δει ποτέ μου. The man with the thousand faces. Στεκόταν απέναντί μου, με τα μάτια κατακόκκινα και νύχια έξω.

- Prepare to die, bitch.

Γύρω μου ακούστηκαν γρυλίσματα. Γύρω στα είκοσι ντόπερμαν άρχισαν να γεμίζουν το χώρο γύρω μου. Ο καθρέφτης πίσω από τον Βοσκώφ άρχισε να ξερνάει έντομα. Τα οποία κουβαλούσαν μαζί τους μια πολύ γνώριμη μορφή. Πήγαινε πάρα πολύς καιρός από την τελευταία φορά που είχα δει τον Jonathan Black. Θα χαιρόμουν, αν τα ντόπερμαν δεν μου ορμούσαν. Τα δόντια τους δεν μου έκαναν ζημιά, αλλά τα ρούχα μου καταστράφηκαν κι ήταν τόσα πολλά που κατάφεραν να με καθηλώσουν στο έδαφος. Είδα τον Βοσκώφ να πιάνει ένα περίεργο εξάρτημα που έμοιαζε με δαγκάνα στην άκρη. Με πλησίασε και το έκλεισε γύρω από το λαιμό μου. Ο πόνος ήταν αφόρητος.

- Ελπίζω στη μητέρα μου να αρέσει το αίμα σου, μου είπε με βαριά, ρώσικη προφορά.

- Γεια σου, μικρή Catein, άκουσα τη φωνή του Black μέσα στο μυαλό μου.

Μου ήρθε να ουρλιάξω. Ήμουν με είκοσι σκυλιά πάνω μου και μια μαλακία γύρω απ’το λαιμό μου κι αυτός με χαιρέταγε;

- Χρειάζεσαι βοήθεια;

- Δεν φαίνεται;

- Begin, τον άκουσα να λέει κι αμέσως μετά η οροφή της βίλας σκίστηκε στα δύο. Ένα τεράστιο χέρι από αίμα μπήκε μέσα και άρπαξε τον Βοσκώφ. Τον έσφιγγε με τόση δύναμη που άκουσα πράγματα να σπάνε. Εκείνος προσπάθησε να πετάξει παλούκια στο πλάσμα, αλλά δεν το ακουμπούσε τίποτα.

- Η ψυχή σου μου ανήκει, άκουσα την παράξενη φωνή του πλάσματος κι αμέσως είδα κάτι να βγαίνει από το σώμα του και να πηγαίνει στο άλλο χέρι του πλάσματος. Το διέλυσε και το σώμα του Βοσκώφ έπεσε κάτω σαν άψυχη κούκλα. Τα σκυλιά με άφησαν. Σηκώθηκα με δυσκολία.

- Δεν υπάρχει τίποτα απ’ όλα αυτά. Τα κατασκεύασε με Chimerstry, με ενημέρωσε ο Jonathan Black.

Τον κοίταξα με όση αξιοπρέπεια και περηφάνια μου είχαν απομείνει.

- Όσο γι’αυτό, το κατάλαβα και μόνη μου. Ποιος είναι αυτός;είπα δείχνοντας το πλάσμα.

- Είμαι ο θάνατος, μου απάντησε εκείνο.

- Κοίτα να δεις. Και μου είπαν ότι αυτό ήμουν εγώ.

- Όχι. Εγώ είμαι ο θάνατος.

- Παρόλα αυτά κάπως θα πρέπει να σε φωνάζουν.

Εκείνη τη στιγμή, όλα όσα υπήρχαν γύρω του εξαφανίστηκαν και το αίμα προσγειώθηκε στο ανύπαρκτο πάτωμα της ανύπαρκτης βίλας κάνοντας ένα εκκωφαντικό πλαφ. Μπροστά μου προσγειώθηκε μια μορφή πολύ γνώριμη. Τα μαλλιά του ήταν κατάλευκα, όπως τα θυμόμουν, αλλά το μισό του πρόσωπο ήταν μεταλλικό, το ένα του μάτι κατακόκκινο και δαιμονικό και κάτι σαν μαύρη ουρά ξεπρόβαλλε κάτω από την καμπαρντίνα του. Κι όμως, ήταν ο Τηλέμαχος, γι’αυτό δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία.

 

 

Άφησα τον Ιωνά να κοιμάται και βγήκα έξω. Έριξα μια ματιά πίσω μου. Ήταν τόσο όμορφος, λουσμένος στο φεγγαρόφωτο, με τα μακριά μαλλιά του να καλύπτουν το μαξιλάρι και το γυμνό του σώμα κομμένο σε λωρίδες από τις γρίλιες του παραθύρου. Είχα ακόμα τη γεύση του στο στόμα μου κι ένιωθα κατάκοπη από τις τόσες ώρες συζήτησης, ξύλου, αποκαλύψεων και έρωτα. «Γιατί θες να μάθεις το τέλος; Μερικές φορές η άγνοια είναι καλύτερη…εμένα ας πούμε, μ’αρέσει να είμαι αισιόδοξος. Μ’αρέσει να φαντάζομαι πως το τέλος του κόσμου θα μας βρει σ’ένα δωμάτιο να πηδιόμαστε. Αυτό μάλιστα. Αυτό θα ήταν ωραίο τέλος.» Δεν ήταν τόσο ότι ήθελα να μάθω το τέλος. Απλά… ήλπιζα αγγίζοντας το Stone of Destiny, να μου λύνονταν κάποιες απορίες. Γιατί ο Βοσκώφ είχε κάτσει κι είχε ασχοληθεί μαζί μου; Γιατί έπρεπε να καταστρέψει ο,τι αγαπούσα; Δεν ήμουν παρά μια ασήμαντη Brujah. Τι διαφορά θα έκανε αν θα ζούσα ή όχι; Τι διαφορά μπορεί να είχε αν θα ήμουν εκεί στην τελική μάχη; Καμία, ήμουν σίγουρη. Υπήρχαν πλάσματα πολύ πιο δυνατά από μένα. Ο Ανδριανός, ο Βόρχιων, ο Sebastian So, οι μάγοι, τα Oracles, ο Μενέλαος και η Ελένη, ο Tinba και η φυλή του…δεν έτρεφα αυταπάτες. Ήξερα πολύ καλά ότι αυτοί ήταν που θα έγραφαν την ιστορία κι όχι εγώ. Ακόμη κι ο Anderson κι ο Jonathan Brower, ακόμη κι αυτοί ήταν πιο δυνατοί από μένα. Γιατί λοιπόν δεν με είχε αφήσει απλά στην ησυχία μου; Δεν ήμουν τίποτα το ξεχωριστό ούτως ή άλλως. Και ποιος στον πούτσο με είχε βάλει να κάνω diablerie τελικά; Γιατί αν δεν ήταν ο Εφιάλτης, αν δεν ήταν ο Nebula, αν δεν ήταν ο Βοσκώφ…εγώ είχα ένα τρίτο μάτι στο μέτωπό μου και δεν είχα ιδέα για το πώς στο διάολο το είχα αποκτήσει. Και…κυρίως…γιατί; Γιατί; Η sire μου ήταν Τεχνοκράτης και το childe μου είχε εξαφανιστεί μυστηριωδώς. Το ίδιο κι ο Δάμων. Άραγε υπήρχαν έστω και κάποια ψήγματα αλήθειας σ’αυτό που μου είχε πει; Ότι η Mireille με μισούσε; Από τη στιγμή που είχα έρθει σ’αυτό το γαμημένο το μέρος, αναζητούσα διαρκώς απαντήσεις και το μόνο που έπαιρνα ήταν περισσότερα ερωτήματα. Αν ο Τηλέμαχος ήταν ο Θάνατος, γιατί ο Βόρχιων είχε πει πως ήμουν εγώ; Κι αν δεν ήμουν ο Θάνατος, τότε τι στο καλό ήμουν; Γιατί ο Τηλέμαχος είχε πει «ώστε επιτέλους έμαθες ποια είσαι» τη στιγμή που εγώ δεν είχα ιδέα; Θεέ μου, ένιωθα απίστευτα χαζή. Ήθελα απαντήσεις, αλλά δεν ήξερα κανέναν τρόπο να τις πάρω. Κι ο Black που ίσως να ήξερε, είχε εξαφανιστεί με τον Τηλέμαχο-Enolach και ο Ιωνάς…ο Ιωνάς μου είχε πει κι αυτός ψέματα. Γιατί όλοι μου έλεγαν ψέματα; Γιατί δεν μπορούσαν απλά να βρουν κάποιον άλλον να γελάσουν μαζί του; Ήμουν τόσο κουρασμένη…Σε μια ώρα θα ξημέρωνε. Κοίταξα άλλη μια φορά τον Ιωνά που κοιμόταν μακαρίως στο κρεβάτι. Πήγα κοντά του και τον φίλησα. «Ξέχασέ τον», μου είχε πει. «Δεν θέλω να σε χάσω.» Ήμουν πολύ ερωτευμένη μαζί του. Όμως ένα μικρό σημείο στην καρδιά μου το ένιωθα κενό και δεν ήμουν σίγουρη αν μπορούσα να εξηγήσω το λόγο. Έκλεισα τις γρίλιες και ξάπλωσα δίπλα του. Χάιδεψα τα μαλλιά του, τρυφερά, κι άρχισα να τον φιλάω στην πλάτη. Κάτι μουρμούρισε μέσα στον ύπνο του. Μου φάνηκε πως ήταν το όνομά μου. Τον γύρισα απαλά προς το μέρος μου κι άρχισα να τον φιλάω στο στήθος και στο στομάχι. Ένιωσα ένα χέρι να μπλέκεται στα μαλλιά μου καθώς χαμήλωνα το κεφάλι και τον έπαιρνα στο στόμα μου. Τελικά είχε δίκιο. Μπροστά στον έρωτα, όλα τα υπόλοιπα έμοιαζαν ασήμαντα.





For I Am Death, So Ragnarok With Me

18 01 2010

[Όπου η ηρωίδα μας είναι αποφασισμένη να επεκτείνει τις γνώσεις της, με αντάλλαγμα μια βόλτα στην Αθήνα. Μια πληροφορία που θα προτιμούσε να μη μάθαινε ποτέ, πολλή περισυλλογή και άπειρη ανησυχία για το τι επιφυλάσσει το μέλλον.]

Είχε τα χάλια του. Για μια στιγμή σκέφτηκα να κάνω μεταβολή και να φύγω, να τον αφήσω στην ησυχία του. Δεν μου ερχόταν καλά αυτός να είναι τραυματισμένος κι εγώ να του ζητάω τέτοια χάρη. Παρόλα αυτά, δεν έκανα πίσω. Στην τελική, το πολύ-πολύ να έλεγε όχι. Ίσως ο Jonathan να επέστρεφε σύντομα και να ολοκλήρωνε την εκπαίδευσή μου. Κι αν όχι, θα έβρισκα κάτι άλλο να κάνω στο μεταξύ. Έβηξα διακριτικά. Ο Βόρχιων σήκωσε το βλέμμα του από το πελώριο, δερματόδετο βιβλίο και με κοίταξε. Κατάφερε να κρύψει τέλεια την απορία του, αλλά όχι πριν προλάβω να τη δω. Ένα αχνό χαμόγελο πήγε να σχηματιστεί στα χείλη μου, αλλά το έπνιξα και διατήρησα την έκφρασή μου σοβαρή. Κοίταξα τα τραύματά του όσο πιο διακριτικά μπορούσα, αλλά όχι χωρίς ανησυχία. Γαμώτο. Πώς τα κατάφερνε κάθε φορά να με κάνει να ανησυχώ γι’αυτόν ήταν απορίας άξιο.

- Είσαι καλύτερα;

Έκλεισε το βιβλίο.

- Θα γίνω. Πώς κι από δω;

- Να κάτσω;

Μου έδειξε την πολυθρόνα απέναντί του. Έβγαλα το μπουφάν μου και κάθισα.

- Φαντάζομαι δεν ήρθες μέχρι εδώ απλώς για να δεις τι κάνω, μου είπε με το γνώριμο πια, κοροϊδευτικό τόνο του.

- Σωστά φαντάζεσαι.

Χαμογέλασα αμήχανα. Δεν ήξερα πώς να το πω. Δεν ήμουν καν σίγουρη αν ήθελα να το πω. Αλλά, δε βαριέσαι; Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα υπάρξει δειλή και δεν θα έκανα τώρα την αρχή.

- Βασικά…ήθελα να σου ζητήσω μια χάρη.

Ορίστε. Δεν ήταν και τόσο δύσκολο τελικά. Ανασήκωσε τα φρύδια του.

- Μπα; Τι χάρη;

Έμοιαζε κάπως καταβεβλημένος και δεν μίλαγε πολύ. Δεν ένιωσα οίκτο, γιατί αυτό ήταν το μοναδικό ίσως συναίσθημα που δεν μου προκαλούσε ο Βόρχιων. Το άτομο ξεχείλιζε από περηφάνια. Όμως δεν μπορούσα να μη στεναχωριέμαι με το θέαμα.

- Λοιπόν…ο Jonathan Brower είχε ξεκινήσει να με εκπαιδεύει στην discipline του Chimerstry…όμως όπως είδες έμεινε σε άλλο plain και δεν προλάβαμε να ολοκληρώσουμε την εκπαίδευση…οπότε…αναρωτιόμουν αν θα ήσουν πρόθυμος να με βοηθήσεις. Αν έχεις χρόνο. Και δεν βαριέσαι. Και θες, δηλαδή.

Αν ήμουν θνητή θα είχα γίνει κατακόκκινη από τη ντροπή μου. Η αλήθεια ήταν πως μου φαινόταν πολύ παράξενο να ζητάω κάτι από τον Βόρχιων που είχε κάνει τόσα πολλά για μας. Ειδικά στην κατάσταση που ήταν τώρα. Όμως αυτό ήταν σημαντικό για μένα.

- Και στο σπαθί…το είχε αναλάβει ο Tinba και έχω φτάσει σ’ένα αρκετά καλό επίπεδο, νομίζω, όμως θα ήθελα να τελειοποιήσω την τεχνική μου…αν μπορείς, πάντα. Φυσικά…ξέρω πως θα υπάρχει κάποιο αντάλλαγμα. Όρισέ το και θα το δεχτώ…

Έσκυψα το κεφάλι. Και τότε, άκουσα να βγαίνει από τα χείλη του το πιο απρόσμενο πράγμα.

- Πες μου για την Alice.

Τον κοίταξα έκπληκτη.

- Για την Alice;

Ένευσε καταφατικά, χωρίς να πει τίποτα. Ήταν φανερό ότι περίμενε να μιλήσω.

- Η Alice είναι μια προσωπικότητα που δημιούργησα, αρχικά, για να αποκτήσω επιρροή στο Street χωρίς να αφήσω ίχνη που να οδηγούν στην πραγματική μου ταυτότητα. Όταν έγινα Prince…προσπάθησα πάρα πολλές φορές να κινητοποιήσω τα Kindred ώστε να ασχοληθούν με τα influences, τους βοηθούσα κιόλας, χωρίς να φαίνομαι…όμως όλα αποδείχτηκαν μάταια, γιατί, απλά, πίστευαν ότι μπροστά στο Wyrm αυτά δεν είχαν καμία σημασία. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι ο στόχος σε έναν πόλεμο είναι να καταστρέψεις τις δυνατότητες του αντιπάλου σου να κάνει πόλεμο. Τους πίεσα, τους φώναξα…όμως τίποτα δεν έφερε αποτέλεσμα. Το ξέρεις, άλλωστε…καιρό πριν από μένα είχες προσπαθήσει να κάνεις το ίδιο. Κι ούτε εσύ τα κατάφερες. Μέχρι που άλλαξα. Άλλαξα και, ξαφνικά, όλα μου φαίνονταν τόσο απλά. Εγώ, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα το παραμικρό ένστικτο για την πολιτική και τις δολοπλοκίες, άρχισα να παίρνω στροφές και να κατεβάζω ιδέες που τρόμαζαν κι εμένα την ίδια. Η Alice, ξέρεις, δεν είναι τελείως φανταστικό πρόσωπο. Την ακούω συχνά μέσα στο μυαλό μου. Και ήταν η μόνη…παρηγοριά…που είχα ως παιδί. Ήταν η κούκλα μου. Κάπως έτσι έχασα την υπομονή μου μαζί τους και, με τη μορφή και την προσωπικότητα της Alice, επιτέθηκα σε όλα τα influences της πόλης. Τους έκανα να νιώσουν απειλή πέρα από κάθε προηγούμενο. Ήταν…διασκεδαστικό…το ομολογώ. Και το εντυπωσιακό ήταν ότι δούλεψε. Πήραν μπρος και άρχισαν να ασχολούνται. Και καταφέραμε να κάνουμε σημαντικά πράγματα. Φυσικά, ήξερα ότι αν τους έλεγα πως η Alice είμαι εγώ, θα έπαυαν να νιώθουν αυτή την απειλή. Θα επαναπαύονταν ξανά. Γι’αυτό συνεχίζω να παίζω το ρόλο. Για όσο χρειάζεται. Αν και δεν μου είναι τόσο εύκολο. Η Alice είναι…πώς να το πω…περισσότερο αδίστακτη απ’ όσο θα’θελα.

- Γιατί όμως να δημιουργήσεις μια τέτοια προσωπικότητα; Τόσο…τρελή;

Έσκυψα το κεφάλι κι έσφιξα τις γροθιές μου πάνω στους μηρούς μου.

- Η Alice δεν είναι τρελή, ψιθύρισα. Είναι ακριβώς αυτό που είπε ο Ψαραντώνης. Ένα πληγωμένο κοριτσάκι με πολύ κακό μπαμπά.

Μου έριξε ένα ειρωνικό βλέμμα που με έκανε έξω φρενών. Σταμάτησα να μιλάω. Τον κοίταξα τελείως ανέκφραστα. Κάποια πράγματα ξεπερνούσαν το όριο. Ακόμη και για μένα.

- Ώστε έτσι. Για συνέχισε, πολύ ενδιαφέροντα αυτά που λες.

- Fuck off.

Το είπα χωρίς πραγματική διάθεση. Εκείνος γέλασε.

- Τι…μη μου πεις ότι ήπιες το αμίλητο νερό. Ναι. Το ξέχασα. Δεν πίνεις νερό.

Συνέχισα να τον κοιτάζω ατάραχη. Ξαφνικά ένιωθα πολύ κουρασμένη. Απ’όλους και απ’ όλα. Δεν ήθελα να μιλήσω για τίποτα. Είχα έρθει εδώ για συγκεκριμένο λόγο, τον οποίο ο Βόρχιων έδειχνε να αγνοεί επιδεικτικά.

- Μα έλα. Πες μου για την Alice και τον «κακό» μπαμπά της.

Υπήρχε μια διαβολική λάμψη στα μάτια του. Με δυσκολία κρατούσα τον αυτοέλεγχό μου.

- Καθένας έχει τη δική του ιστορία, Βόρχιων, είπα αργά. Κι εγώ δεν έχω όρεξη να πω τη δική μου.

Τότε ήταν που άρχισε. Τον είχα ξαναδεί, φυσικά, να το κάνει, όμως ποτέ δεν έπαυε να με πιάνει δέος. Και τρόμος. Temporis. Ξανά και ξανά και ξανά και ξανά, μέχρι που κόντευα να ζαλιστώ. Φοβόμουν. Όχι για μένα, αλλά για κείνον. Γιατί είχα δει τι μπορούσε να του κάνει αυτή η δύναμη και δεν ήθελα να πάθει κακό. Αναρωτήθηκα τι προσπαθούσε να κάνει. Αν προσπαθούσε να με τρομάξει. Χαμογέλασα σκεφτικά.

- Ξέρεις, είπα ήρεμα, δεν φοβάμαι για μένα, αλλά για σένα, μ’αυτό που κάνεις. Δεν με τρομάζεις, Βόρχιων. Στο έχω ξαναπεί άλλωστε, αν ήταν να πεθάνω από το χέρι κάποιου, θα ήταν τιμή μου να πεθάνω απ’ το δικό σου.

Σταμάτησε, απότομα όσο είχε αρχίσει. Έγειρε και πάλι πίσω στην πολυθρόνα του και με παρατήρησε για λίγο.

- Έχω δει τι μπορείς να κάνεις. Προς τι, λοιπόν, η επίδειξη;

- Αυτόν τον Rahko. Θα τον σκοτώσω. Δε μ’αρέσει. Έχει κάτι…ανατριχιαστικό πάνω του. Με…ανησυχεί.

Αναρωτήθηκα αν στην πραγματικότητα ήθελε να πει «με φοβίζει». Ανασήκωσα τους ώμους. Δεν με ενδιέφερε και τόσο πολύ το ζήτημα στην πραγματικότητα. Κι ήμουν ακόμα εκνευρισμένη από πριν. Ήθελα να τελειώνουμε με το λόγο για τον οποίο είχα έρθει και να φύγω. Παρόλα αυτά…εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα κάτι που ταλαιπωρούσε το μυαλό μου για καιρό.

- Υπάρχει κάτι που θέλω να σε ρωτήσω. Όταν είχαμε ταξιδέψει πίσω στο χρόνο…τότε…είχες πει σε όλους ποιες κάρτες της Ταρό αντιπροσώπευαν. Εκτός από μένα.

Με κοίταξε αμίλητος για μερικά λεπτό.

- Είσαι ο θάνατος.

Έμεινα κεραυνόπληκτη. Πραγματικά. Ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενα να ακούσω. Όλα είχαν περάσει απ’το μυαλό μου αλλά αυτό ποτέ. Δεν ξέρω γιατί. Στην τελική, μάλλον δεν ήταν και τόσο παράλογο. Θέλω να πω, στο κάτω-κάτω ήμουν επαγγελματίας δολοφόνος.

- Και τι σημαίνει αυτό;

Άλλα λίγα λεπτά σιωπής.

- Ότι θα τους πάρεις όλους μαζί σου.

Ένιωσα να πνίγομαι, ξαφνικά.

- Τους δικούς μου ή τους εχθρούς;

- Όλους.

Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα πιστέψει στο πεπρωμένο. Όμως…εκείνη τη στιγμή το ένιωθα τόσο βαρύ πάνω στους ώμους μου. Γιατί δεν τον είχα εμπιστευτεί; Γιατί ήθελα να μάθω αντί να δείξω πίστη στην κρίση του και να σκεφτώ ότι κάποιο λόγο θα είχε που δεν ήθελε να ξέρω; Πάλευα να συγκρατήσω τον κυκεώνα συναισθημάτων μέσα μου. Οργή, θλίψη και κυρίως…απελπισία. Απελπισία.

- Τότε σκότωσέ με, ψιθύρισα, σίγουρη ότι με άκουγε.

Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.

- Όχι. Όχι, δεν πρέπει. Ίσως να μην έχει απομείνει κανείς από μας στο τέλος.

- Τελικά…νομίζω πως ίσως ήταν καλύτερα όσο δεν ήξερα. Ίσως, τελικά, απ’ όλα τα φορτία, η γνώση να είναι το πιο βαρύ.

Μείναμε κι οι δυο σιωπηλοί για αρκετή ώρα. Εγώ σκεφτόμουν όλα όσα είχαν συμβεί τους τελευταίους μήνες, σκεφτόμουν μήπως τελικά υπήρχε κάποια ανώτερη δύναμη εκεί πάνω και με είχε καταραστεί. Σκεφτόμουν τα γαμημένα παιδικά μου χρόνια, το πώς κατέληξα να γίνω assassin, το πώς έγινα embraced στα δεκαεννιά μου χρόνια, χωρίς ποτέ κάποιος να μ’έχει αγγίξει με αγάπη, χωρίς να έχω νιώσει ποτέ τίποτα για κανέναν. Σκεφτόμουν τον Nebula, το πώς με χρησιμοποίησε και πόσο με άλλαξε τελικά. Σκεφτόμουν αυτό που γινόμουν μέρα με τη μέρα και πόσο με τρόμαζε. Και σκεφτόμουν ότι δεν ήθελα να είμαι ο θάνατος, δεν ήθελα να πάρω κανέναν μαζί μου. Σκεφτόμουν τον Ιωνά και η καρδιά μου πονούσε από αγάπη. Δεν ήθελα να πεθάνει κι αυτός εξαιτίας μου.

- Για τη χάρη που ζήτησες, είπε ξαφνικά ο Βόρχιων. Εντάξει. Όσο για το αντάλλαγμα…

Ένιωσα ευγνωμοσύνη που με είχε τραβήξει απ’ τις σκέψεις μου. Ανασήκωσα τους ώμους.

- Σου το είπα ήδη, πες το τίμημα και θα το δεχτώ.

- Εσένα.

Τον κοίταξα ερωτηματικά.

- Μια νύχτα στην Αθήνα. Μαζί σου.

Χαμογέλασα άθελά μου.

- Παράξενη επιθυμία.

Ανασήκωσε τους ώμους ανέμελα. Ξαφνικά έμοιαζε πολύ νέος και του πήγαινε.

- I’m curious. I want to see the Brujah way.

Το σκέφτηκα για λίγο.

- Δεν ξέρω για τον τρόπο των Brujah…άλλωστε όλοι μου έλεγαν πάντοτε πως δεν έμοιαζα και πολύ με τους κλασικούς Brujah. Όμως μπορώ να σου δείξω τον δικό μου τρόπο. Αν σου κάνει.

Γέλασε.

- Buckle up, babe, and lets go.

Αυτή τη φορά το γέλιο μου ήρθε αβίαστα. Σηκώθηκα και πήρα το μπουφάν μου. Το έριξα στον ώμο μου. Βγαίνοντας από το haven του, του έδειξα τη μαύρη Ducati που ήταν παρκαρισμένη απ’έξω.

- Και πού θα με πας, αν επιτρέπεται;

- Δεδομένου ότι τα μουσικά μας γούστα συμπίπτουν, πρώτα στο Underground. Και μετά…Λυκαβηττό. Στο άδειο θέατρο. Μ’αρέσει να πηγαίνω εκεί καμιά φορά. Έχεις όλη την Αθήνα στα πόδια σου κι από πάνω σου μόνο ουρανό ως εκεί που φτάνει το βλέμμα. Ο χρόνος κυλάει πιο αργά κι αν ακούσεις προσεκτικά τη σιωπή, το μυαλό σου ηρεμεί και νιώθεις…δεν ξέρω…ελεύθερος.

Γύρισα και τον κοίταξα. Και για πρώτη φορά τον είδα να χαμογελάει τόσο γαλήνια. Σαν η προοπτική να του άρεσε και το γεγονός ότι ήμουν ο θάνατος να μην είχε καμία σημασία. Μπορεί και να μην είχε.





Craving

18 01 2010

[Όπου το σχέδιο της ηρωίδας μας αποτυγχάνει παταγωδώς, στουκάροντας πάνω στον τοίχο της αγάπης του Ιωνά και η ίδια αποφασίζει να παρατήσει την προσπάθεια να τον κάνει να δει την πραγματικότητα: ότι εκείνος είναι Ευθάνατος κι αυτή είναι Vampire.]

I was at the office, reading my decaying Edgar Allan Poe Omnibus copy once again, when the hand entered, holding a piece of paper. It was an incorporeal hand and it surprised me and it woke my curiosity. I unfolded the paper and the hand drew back. I started reading:

“I see you moving around like a butterfly, playing with your fingers in the dim light. A lovely sight for a man like me…Then all of the sudden, you stop staring at the light and you confront me once again, like a tiger waiting for her prey to move. And I move, I sure do, because I’m in desperate need of your bites and hot kisses. And you enclose me in your arms with such tenderness that it gives me chills all over my spine. And then, in a vortex of lovemaking and pain, oh this sweet pain, you turn your head and go away. You say that I must find a normal woman and have some normal kids in a normal house. And you vanish. What the hell is wrong with you? Here I am, a week or more, awake, searching for ancient power and Wicca rituals for my protection, power beyond power…to create a place that I can call home. And yet…this place is so empty…you are not there, here, anywhere in my life. And then you appear again, demanding to see me. Are you testing me, my love? Are you so crazy about me that you want to have me but you won’t? I am here…all for you, everything for you. Today, I offer you my life and soul, my magik and my avatar. Because even my Avatar loves you as I do. I want no other woman but you. I am not normal and neither are you, my love. So, I offer you my life. What else do you need? And, for your information, I know what’s going on with your ghoul and I don’t care. There is no true love there, only your blood talking to his will. I am here, body and soul…waiting. Do you love me?”

I read it once, then read it again, unable to believe my own eyes. I never thought he was a romantic. Romantic, yes, and…so…stupid. I put the letter down and closed my eyes. Stupid, stupid boy. This was no test. This was simply what I wished for him…I wanted him…no, I needed him to be happy. He thought he could be with me, but I couldn’t help but wondering…for how long? What if one day he woke up and looked at me and realized what he’d been avoiding all this time? That, in the end, I’m nothing but a cold, lifeless body? What if one day he woke up and realized that this wasn’t what he wanted from life? I just wanted him to have everything, it was as simple as that, really. Did I love him? Of course I did. More than anyone or anything. And I loved him so much that I preferred to let him go than make him unhappy beside me. But the truth is, I held no control over his will and his will was to be with me. And though every inch of me screamed it was wrong, it was something I couldn’t resist. It was beyond my control. Because I loved him and now I know that we tend to be selfish in love, no matter what we think or do. In love, we become mindless beasts, controlled by our passion and needs. We do not think, we simply want. I fought that for a while but I couldn’t fight it forever. Even though I’d lived more than him and seen more than him, even though I knew there was no future for us…even though I was older and wiser…I still found myself unable to move or say anything when I felt his tongue caressing my back. I just sighed, deeply, as if I’d been underwater for years and was, at that moment, taking my very first breath. I turned around only to be surprised by his appearance. He was wearing a costume and he’d changed his hairstyle.

“Why are you dressed like that?” I asked him.

My voice was barely audible. His tongue kept dancing playfully upon my skin and I felt weak and helpless.

“I thought I’d make a change”

These were the last words we exchanged, before he made a huge sweep, throwing down everything that was at my office and pushing me on it. He looked at me with fierce passion, then tore my clothes off. It was the first time he was so violent with me. He started licking me everywhere and I was soon screaming his name in agony. He was inside me and inside my mind. My body was his and so was my brain. He did everything I wanted, before I even finished thinking about it. And then my love for him burst in my veins and I realized it would be impossible to ever hold back with him again. The minute I thought of how much and how deeply I loved him…he became even more brutal. He even hurt me a little. I wondered why he did it. But I didn’t wonder for long, because soon, we moved to the chair and then to the carpet and then he got me in his arms and took me to my bedroom. We kept fucking for hours, until I lost track of time and only the nonchalance that took over me showed me it was morning. And yet, I couldn’t help myself, I still wanted him more than life, more than blood even. And we went on and on, until I was like liquid in his hands and he was officially exhausted. He sat at the edge of the bed and lit a cigarette. I felt so terribly alone, not being in his arms any more. He half-turned his head.

“So. Are we ok?”

“I guess we are.”

I said it reluctantly, because I knew I would have doubts again in the future. About him, about me, about…us. But none of it really mattered now. Whatever was to come…it would come, that much I knew. And if one day he’d tire of me and wanted to live like a mortal man among mortal men…I would hurt, of course, but I’d let him free. Because, yes, we tend to be selfish in love but the way one understands love expands when one lives eternally.

“Please, come back here” I whispered, half-asleep. “I feel so cold when you’re away from me…I’ve been feeling cold for so long…”





Embrace

18 01 2010

[Όπου η Alice προσφέρει την αιωνιότητα στον Κόκκινο Βασιλιά, με αντάλλαγμα το αίμα της ζωής του. Όπου τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται κι η Χώρα των Θαυμάτων έχει χάσει το αστραφτερό της περίβλημα, μένοντας μια ξερή και άγονη γη γεμάτη παγίδες.]

“Rahko! Rahko! Rahko!”

People were screaming his name in a state of frenzy. She was watching from afar, hidden in the shadows. He entered the scene, tall and handsome, a wild look upon his face. His red, leather coat reminded her of Armand in Anne Rice’s novels. He was holding six chained, naked girls who were following him like dogs. Or bitches. Whatever. His smile was awfully cruel as he sent them into the crowd one by one. The girls obeyed him and started blowing the customers and having sex with them. That place was almost as sick as Alice herself. And that had to mean something.

Rahko remained there for a while, watching what he considered to be his work of art…then he left the stage, satisfied. It was the same every night. He came, the people showed him their adoration, he let the girls loose and then went back to his office and drunk a Bloody Mary, while smoking a cigar that smelled exquisitely. Alice knew all those things because she had an eye on Rahko from the very first night he had entered the White Rabbit. He was an interesting creature. He knew how to attract and seduce people by his mere presence. He didn’t have to speak any words, he didn’t have to move, or breathe, or blink. All he had to do was be there. And the girls…the girls loved the way he treated them Poor creatures. He was their master. And they were to him something even less than slaves. He was a dominator and he was also a wild beast, Alice loved him too. That girl had a most peculiar taste in men,

When Rahko entered his office that night, Alice was there, waiting for him. He bowed in respect…she was the one paying him after all. She was clad in white and there were ribbons holding her hair. She stood up and started approaching him. He watched her carefully, without even blinking. She admired him, secretly. He was probably the only one that wasn’t afraid of her. And that meant a lot. Not just about her, but about him as well.

“Is something wrong, milady?” Racco asked with a smooth voice, a voice he used only when addressing her.

She smiled and caressed his cheek, carefully.

“Nothing’s wrong, Molly. I just wanted to spend some time with you. It was a magnificent show that you presented tonight. I especially liked  the part you ordered that girl to fuck with three men on the stage. It was brilliant.”

He smiled with fake modesty.

“Thank you, milady. Is there anything I can do for you?”

She giggled, merrily.

“The question is…is there anything I can do for you, Molly?”

Rahko looked at her with plain curiosity. He thought about it for a while and then decided to go the safe way.

“What do you mean?”

“Which is your wildest dream, Molly? Is it perhaps…absolute power? Dominance over men and women? That is your dream, isn’t it? You know you hold a certain fascination upon those people out there…but you also know this happens because they’re already fucked up. But I know what you want, Molly…as well as you know I can give it to you. I am such a giving person, Molly…but no one sees that and everyone hurts me. Will you hurt me too?”

She sounded wounded and fragile suddenly.

“What I want, milady is to tame the beasts. Wild girls, becoming my slaves, that is my dream. You say you can give it to me. I say what is the price?”

“Only the blood of your life, Molly. Only that and you will have life eternal and power limited only by others such as yourself. Only the blood of your life and you will have everything you ever imagined.”

Now it was the time to dare, Rahko knew.

“Will I have you as well, milady?”

Alice smiled a strange smile. It almost seemed as if she was in pain.

“I will be your Mr. Rabbit, Molly. I will guide your steps when you enter the Wonderland. But you cannot have me. Everyone thinks Wonderland is Alice’s dream, Molly, but the truth is that Alice is the dream of Wonderland. You can’t have a dream, little Molly.”

He seemed confused.

“I’m not sure I understand you, but I’ve been waiting for this my whole life. Is there a contract or something? Do I have to give you my soul and stuff like that?”

She laughed now, amused.

“I’m not a demon, silly. I’m a monster. Like…Nosferatu. Only prettier.”

“I don’t get it then. How will you…?”

He didn’t manage to say anything more because the girl put her arms around him and at the beginning, it was painful but then…hell…it was better than sex. Last thing he heard was a girl’ laughter.

“You’re mine now, Molly and I won’t be alone again…all you have to do is appreciate what I give you and never-ever hurt me. I’m quite sensitive, you know.”





Funeral

18 01 2010

[Όπου η ηρωίδα μας κάνει κάτι απρόσμενο και ξαφνιάζει κάποιον που νόμιζε ότι την είχε ψυχολογήσει. Μια κηδεία, ένας επικήδειος και μια ιστορία για την Baba Yaga. Τι είναι αυτό που μας σπρώχνει να κάνουμε κάποια πράγματα; Τι ρόλο παίζει η προσωπικότητά μας, τι ρόλο παίζουν οι άλλοι και τι ρόλο, τελικά, παίζει η τύχη;]

“Santiago. Grab your coat. We’re going.”

He looked at me with curiosity.

“If you don’t notice, I’ll have to grab more than just my coat. Or do you expect me to come with you naked?”

He was lying on the bed, relaxed and satisfied, smoking. He did that after the sex. I smiled a wicked smile.

“It was just a matter of speech. Get up and get dressed. And be quick. We have plenty of things to do tonight.”

“I like it when you get bossy.”

“And I like it when you obey me. So get your ass up and get dressed.”

He got up slowly, obviously trying to provoke me, but I didn’t take the bait. He approached me and ran a finger down my neck and breasts, until he reached my pussy and started fucking me with it slowly. I felt my eyes closing.

“Where are we going?”

I managed to speak, though my voice sounded rough.

“To the place with the most beautiful sunset in the whole Greece. A small beach outside Athens.”

“Should I wear my bathing suit or something?”

His finger was torturing me. I came. Screaming. He smiled, satisfied with himself.

“I’ve never met anyone like you before. You’re so easy to please, it’s almost scary.”

I wore a pair of tight jeans, a short, black shirt and my leather jacket.

“We’re going to bury the werewolf. So wear something that will allow you to get…dirty.”

I licked my lips, lustfully. He laughed and kissed me, long and deep. I bit my tongue and let him drink. Then I pushed him back.

“Get dressed, Santiago. Don’t make me say it again.”

He wore clothes similar to mine and we got to the car. I gave him directions and I was so lost in my thoughts that I didn’t realize when we got there. An hour had passed and it seemed like slightly more than ten minutes. We got out. The beach was very small and very beautiful and I knew it had the most beautiful sunset because I’d seen it. That was about the only worthy thing that I had received from Nebula; the fact that he could turn me into a human. Tinba had shown me that place and I remembered it now, because it was peaceful and utterly isolated. It seemed like the right place to burry a werewolf. Santiago and I got to work. Soon, the hole was big enough and deep enough. We took the body out. We laid it inside the hole very gently. I took out a small bottle. I was carrying it with me for more than sixty years. I had taken it from Ireland when I was sixteen. It was dried rosemary, the flower of remembrance.

“I’m sorry I don’t know your customs” I whispered in sorrow, looking at the body. “But we used to burry our dead with rosemary…to remember them. This was the only keepsake I’d brought with me from home. Maybe it’s not the proper way. Maybe you hate rosemary or something. But it’s the only way I know. You will come back, so this is not for the others to remember you. It is for you to remember your greatness and your glory. What has befallen upon you…no one should have such a fate. And now you’re stuck with me. To see a worthy warrior fall in fair fight, that is an honor. But to see one be treated like that…it’s a shame and a reason for vengeance, not just to your people but to the whole world of darkness. This time it was you, but next time it might be one of us. I will keep this a secret and if ever asked, I will say that Red Howler was a great warrior and died with pride. And I’m sure you did. I’m sure you were proud until the very end. It must have been hard for them to bend your will. I would say farewell, but I think we’ll be seeing you…if we survive this. If not…all I can do for your soul is promise I’ll kill some Technocrats for you. May no one take your freedom away from you ever again.”

I poured the rosemary upon his body and we buried it, the head down, to watch the sun when it sunk. And then we got back in the car and we headed for Athens.

“Why did you burry him?” Santiago asked. “You have a code of honor or something?”

I watched at the darkness out of the window. I remained silent for a while, thinking why the fuck I’d done it. There seemed to be only one answer.

“Because I hope someone will do the same for me when I meet the final death. It’s as simple as that. Because in our eeriness…we’re so profoundly human. We wish to die glorious deaths and we wish to be remembered. But our nature doesn’t always allow it. Or maybe I did it because I needed to prove to myself that I have some little nobility left in me. Humanity. Honor. Kindness. Whatever. You know, in contrary with other vampires, I don’t hate the other supernatural creatures. I mean, yeah, I hate the Sabbat and I hate the Technocracy because, really, they’re assholes…but apart from that, I don’t see why we should kill each other. I’m more of a “united we stand, divided we fall” kind of person.”

“Still, this doesn’t explain what you just did.”

“Listen, I don’t expect to take any congrats for this, I don’t even plan to say it to anyone, apart from the ones that already know. I think the only way to explain it is a story. You know how I love stories, don’t you? So, there’s this one about Baba Yaga. By the way, she’s a vampire. No matter. There’s this girl and she finds herself trapped in the witch’s hut. So Baba Yaga enters and asks her if she’s there by her own free will or if she was sent by others. And the girl thinks about it and answers, she’s there by her own free will, but she’s there because of others as well…and she’s also there because of other factors, such as fate and luck that she doesn’t control. And Baba Yaga lets her live because this was the right answer. The only right answer. So, there you go. I did it for him and I also did it for me…and there surely must have been a reason or two that I cannot understand.”

Santiago thought about it for a while.

“You know, even for a vampire, you’re strange.”

I laughed.

“So they keep telling me.”

“Where are we going now? You said we had a lot to do.”

I looked at him and smiled like the devil himself.

“We do. I have some business to attend and you are going to meet the mages. Did you pass everything from the laptop to our hard drive?”

“Yes.”

“Perfect. Then I’m calling Exile and telling him you’re gonna go there with the laptop. Tell him there’s a word file from me to him in there. Remain there and see if they find out something more and help them if they need any help. Tell them about Leyra Tabins and the deal we had with her as well.”

“Very well. I’ll do as you wish.”

“Oh. Santiago. Beware of Jonas. You and he are very much alike, only that he is a mage and he has a great control of entropy. Fate, that is. So, please take care. I’d hate to lose you.”

He smiled and continued to ride.





Ripper [A Santiago Dark story]

18 01 2010

[Όπου η ηρωίδα μας συναντάει κάποιον που της μοιάζει πολύ κι αποφασίζει να του πιάσει την κουβέντα. Δυο επαγγελματίες δολοφόνοι, σε μια φιλοσοφική συζήτηση για περασμένες δεκαετίες, υπό τους ήχους του τανγκό και της τζαζ, που μετατρέπουν το αγοροκόριτσο ηρωίδα μας σε femme fatale.]

“Pop”

“Six”

“Squish”

“Uh-uh”

“Cicero”

“Lipshitz”

I identified the song as the “Cell Block Tango” from Bob Fosse’s “Chicago”.

- Now those were nice times. A woman could kill her lover and end up free because she faked pregnancy and she got the press to support her. A man could make a fortune from selling whiskey and pretty girls danced sexy dances in cabarets and you could watch and drink, drink and watch and feel like a god. Don’t you even dare to compare those girls with the nowadays strippers, coz I’ll blow your head up, I swear I will.

“Dude, you weren’t even born back then, how do you know it was better?” That’s what they ask me. I say, “I’ve seen the movies, I’ve read the books. I know. And don’t call me “dude”.” They laugh. They always laugh because they don’t understand. They don’t see how lost and alone we are. They think, if you get yourself a job, a wife and kids and if you fuck your mistress two times a week you’re cool. You’re more than cool. You’re alive. Only…it’s not like that. There has to be something else. There has to be thrill and passion and you need to feel wild once in a while. When was the last time you felt wild? I bet it’s been a long time. I bet you’re one of those girls who dress in leather and ride a bike, but every night crawl back to their teenage bedroom and wear their pajamas – white, for innocence – and kiss their parents goodnight. How old are you, really?

I looked at her. She couldn’t be more than nineteen or twenty. She was very beautiful and I wanted to fuck her. But she didn’t exactly seem to be of the fuckable type. She seemed a bit…detached. She laughed. Her laughter sounded like rain. Smooth and caressing.

- Older than I look. And, certainly, older than you might guess. I’m old enough to be here, if that’s what you’re asking. My parents are dead and, usually, I sleep naked. As for the last time I felt wild…I think it was last night.

She was honest too. Now, that was rare. I sipped my whiskey and light myself a cigarette. I inhaled the smoke once, twice, and then I looked back at her. Her eyes had the deep blue color of the night sky. She seemed amused.

- Why? What did you do?

She sank closer to me and whispered in my ear.

- I fucked with someone all night.

She lied back, then laughed again.

- Don’t look so shocked. Women can fuck too, you know. Perhaps I more than others.

- Oh, come on. Girls your age say such things all the time, just to make guys want to bed them and then they leave them with nothing more than an awkward kiss and the smell of their innocence.

- Don’t fool yourself, she said under her breath. I’m not innocent. Why…you wanna bed me?

I wondered if that was a trap question. But her eyes seemed honest and she was having a good time with me, so I decided it wasn’t.

- If I say yes, do you promise not to hit me?

She smiled.

- I won’t promise anything. But you still have to answer.

Boy, I think I just met the girl of my dreams.

- Yeah.

Her expression changed. She wasn’t mad, I could tell that, but she seemed sad, suddenly. As if she had grown tired of men telling her they wanted to fuck her. But she was no more than twenty, how could she be tired? She was a strange girl, that was for sure.

- I really like you, you know.

She seemed surprised. I wondered why.

- Why?

I raised my shoulders.

- You’re beautiful. You’re honest. You remind me of a girl I used to know.

- An old girlfriend?

- No. The old girlfriend. The one and only. Sasha.

- Cool name. What did she do to you?

- What makes you think she did something?

- You have that look.

- Which look?

- The “Fragile-Please don’t touch” look.

Now it was my turn to laugh. She had a wicked sense of humor. I loved it.

- She betrayed me.

- Wow. That’s heavy. What did you do?

I sipped my drink, closed my eyes, and inhaled the music and the smoke for a while.

- I killed her, of course. What else was there to do?

- Of course. There never is anything else. Murder is the only way. For each man kills the thing he loves.

- You read Oscar Wilde. I must say I’m impressed.

- You killed her for real?

- Sure.

- And how come you’re not in jail?

- I’m good.

She smiled, now, in silent recognition…or so it seemed, for what could she possibly know of love and murder and treason? She was young and beautiful and probably still a virgin.

- So. What’s your name? We’ve been talking all this time and I guess “hey you” is not so comfortable a name. So what do they call you?

- Santiago Dark.

Her eyes grew wide and then she broke into an unstoppable laughter. She laughed and laughed and laughed and I couldn’t understand the joke.

- I knew a Jonathan Black, once. Never called him Jonathan, though. My bad. If I had, he might have known how much I loved him. And where do you come from…Santiago Dark?

- New Orleans.

- I hope you don’t have any friends called Louis or Lestat or whatever.

- Anne Rice too. I think I’m falling in love.

- So, say, you believe in vampires?

- Well, hon, it’s crucial. I mean…living in New Orleans and not believing in vampires is like diet coke. Where’s all the taste?

- You seen any?

- I dunno. Perhaps. Some nights when I wandered the streets, I could swear there were things watching me from the shadows. But maybe I’ve seen too many movies.

- I bet “Nosferatu” is your favorite one. Not the new version, but the old, silent, black-and-white one.

- How did you know?

- Lucky guess. But what was a boy like you doing wandering the streets of New Orleans alone…in the dark…were you not afraid?

- Not at all. Darkness is where I belong.

That seemed to satisfy her.

- Get up.

- What?

- I said, get up.

- Why?

- You’re coming with me.

I looked at her reluctantly. I didn’t know if I should believe her. Perhaps she was a trap. Just like Sasha was. Perhaps she was trying to set me up as well. But she was young…too young for the CIA. or the Interpol. Too young for the local police as well. She came closer. I smelled her perfume, sweet and dark as a wild rose.

- I hope you’re not afraid of bikes. Come on.

- Hey. I never asked your name.

- It’s Catein. But you can call me Orchid if you like.

Blood stopped flowing in my veins. I couldn’t believe my ears. Did she really say “Orchid”? She climbed on her black Ducati with a graceful, liquid movement. I followed her, in trance. She couldn’t be…that would be…absurd. At the very least.  She started driving and I could sense her body moving along with the vehicle. They were so attuned that it seemed like sex.

- How do you know that name? I asked her.

- I am that name, Santiago Dark.

I didn’t believe her.

- You’ve seen “Mr. and Mrs. Smith?” Well, I’m Angelina Jolie. Only better, coz I’m the real thing.

- And I’m Brad Pitt.

I said that as a joke, though I knew it wasn’t. I could simply not believe that she was Orchid.

- Yes, I know. I know perfectly well who you are…Ripper. That’s what they call you, isn’t it? Grim name for someone so handsome.

- Where are you taking me?

I was starting to panic.

- My haven. You see…I am Angelina Jolie…but with fangs. I forgot that part, didn’t I?

Ok, so I was officially sick. Really. Really. Sick. Because after all that, I still wanted desperately to fuck her.

- Why? I muttered.

She laughed.

- You said you wanted to bed me, didn’t you?





The Alice Game

18 01 2010

[Όπου επιτέλους, το μυστήριο της αινιγματικής Alice βρίσκει τη λύση του και η ηρωίδα μας αποκαλύπτει πτυχές του χαρακτήρα της που μέχρι πρότινος κρατούσε κρυφές. Για πρώτη φορά μαθαίνουμε ποια είναι η Alice, τι της συνέβη, πώς έγινε vampire και πώς έχασε τα λογικά της. Μαθαίνουμε επίσης την ιστορία μιας κούκλας και της δυστυχισμένης κατόχου της.]

You want to know about Alice? I’ll tell you about Alice.  Alice woks only for herself. Alice likes playing games. Alice is a player, but Alice is also the game itself. Alice is her own master. She never belonged to anyone, in any time or any place. Alice is the personification of innocence turned bad. But Alice…Alice is also a toy. A doll. Let me start from the beginning and present to you, my dear audience, the story of this girl that calls herself “Alice”.

I’ve known Alice all my life. She was the only present I ever had from my mother, the only proof of her love and consideration. She was a porcelain doll of exquisite beauty and fine making and she had been my only consolation when times were dark and I suffered so much that I felt I was choking on my own heart. Unfortunately, she died. She broke, I meant. Broke. Dolls don’t die, everyone knows that. My father broke her, as he did with every little thing I considered precious in my life. God, how I hated him. How I still do, though I killed him with my own hands more than six decades ago. I wish I could torture his pathetic soul for eternity, but that’s a power I don’t possess. Anyway, I was talking about Alice, wasn’t I? Well, the thing is, I never actually forgot Alice. And years after her death, I still considered her my only friend, the only person I could talk to when I felt lonely. Alice began to take substance in my mind due to my desperate need for protection. Or so I think, I’m not a psychiatrist; I’m just a vampire with a hell of a temper. Sometimes I could see her in my dreams, with her long, golden hair, her pale blue eyes and her skin of ivory white. She looked like an angel and she never had the form of a doll, which was actually pretty strange. She looked human.  Alice protected me. She was everything I wasn’t. She was tough and cruel and only slightly moral. She was cold and she told me what I had to do. When I became Orchid, Alice disappeared. When I became a vampire, I thought she’d left me for good and, so, I forgot all about her. I guess I didn’t need her any more. Being an assassin took all morality away from me, so…in a way…I guess I became Alice.  However, when I was forced to do that diablerie…my whole world shook and I needed Alice once again. I became softer but things did not permit me to be soft. So Alice had to appear again and do all the things I couldn’t do. Yeah, I know what you’re thinking by now. That I’m a split personality or something. Well, I’m not. Alice was just a role I assumed in order to do what Catein couldn’t do. It was easier to take up a false identity and pretend to be a power-thirsty Toreador than to do the same thing as an honest and short fused Brujah. Therefore, I created Alice, though, in certain manners, she already existed. The thing is, I hate back stabbings and political games. But I’m Prince so I have no choice. That’s why I need Alice. But, hell, that’s still my story and not Alice’s.

If you ask around about Alice, you’ll probably get the feeling that she’s everything I’m not. Alice grew up In Pennsylvania. She never knew her father (whereas I knew mine too well) and her mother was a junky. She died of overdose when Alice was seventeen. The girl caught a job at a nightclub as a stripper and life went on. The name she had on the scene was “Velvet”, though no one actually knows why. One night, she caught the eye of an astonishing man who introduced himself to her as “Aubrey Valentine”. If that was his real name, she never found out because he disappeared soon after he had her embraced. They fucked all night and then he bit her and everything blacked out. When she woke up, she found herself in a coffin and she realized she was buried. She started screaming. And then she started hitting the wood with her little fists. She was more than surprised to see it break. She clawed her way out of the grave, half-crazed and scared as hell. A teenage couple was making out a few meters further. The Beast had taken control of her for the very first time. When she was done with them, they were drained and brutally decapitated. For a few nights, she wandered the streets without purpose, mad and lost inside her Beast, killing and drinking blood, sleeping and trying to understand what had happened to her. She knew she was getting tired during the day, but she didn’t actually realize that she was dead. Or, to be more accurate, “undead”. She only found that part out when two boys tried to rape her and she broke the one’s neck and the other shot her straight through the heart and she saw the wound healing itself. The police found her and she told them the story with the boys and she also told them that she was a vampire. They sent her to an asylum. She stayed there for a year, under the name “Alice Beresford”. Eventually, she cooled down and learned how to play along and they let her out. Maybe the fact that she had ghouled the nurses and fucked the doctor helped a little.  When she got out, she tried to find others like her. She did. She watched them from afar, having their little struggles with the politics and the influences and she laughed and she decided to play with them. She traveled from town to town across the U.S. and she toyed everyone to her benefit. As for Aubrey Valentine? She never saw him again. She still works as a stripper from time to time, hoping that she may find him. She’s exquisitely beautiful and she seems like an angel. Her voice is childish and dreamy. She’s still seriously disturbed and she likes quoting books and movies. Those who have spoken to her say she’s crazy. Those who have seen her say she’s enthralling. But, my dear audience, you must never forget that Alice is cold and cruel as a porcelain doll. There’s no tenderness in her, no humanity. She may not be evil, but she’s certainly a bad girl. And she only plays as long as the game doesn’t get boring. Then she moves to the next town.





Hollow

18 01 2010

[Όπου η ηρωίδα μας συνειδητοποιεί ότι πιάστηκε κορόιδο σε μια πολύ μεγάλη φάρσα και πολλά πράγματα μέσα της και έξω της αλλάζουν. Όπου κανείς δεν είναι αυτό που φαίνεται και τα συναισθήματα και τα πρόσωπα μπερδεύονται τόσο που το μέλλον φαντάζει σκοτεινό και αβέβαιο.]

Τον παρατήρησα για λίγο κι ένιωσα πάλι τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα. Δεν αισθανόμουν κρύο, κι όμως, ρίγη διαπερνούσαν το σώμα μου. Ήταν τόσο γαμημένα όμορφος. Τώρα καταλάβαινα για ποιο λόγο μισούσε τόσο τους Toreador. Θα πρέπει να ήταν τρομερά επώδυνο να ζεις για αιώνες μέσα σ’ένα σκεβρωμένο, παραμορφωμένο κορμί τη στιγμή που θα μπορούσες να δείχνεις…δεν ξέρω…έτσι. Μου σπάραζε την καρδιά. Μέσα μου δεν υπήρχε τίποτα…μόνο ένας τυφώνας που στριφογυρνούσε και μεγάλωνε, όλο μεγάλωνε και κάποια στιγμή θα ξεχυνόταν, το ήξερα, και τότε δεν θα υπήρχε γυρισμός. Το αίμα από τα μάτια μου έσταζε πάνω στο γυμνό του στήθος που κινούνταν ανεπαίσθητα. Δεν ήξερα και πολλά από ιατρική, αλλά τα λίγα που ήξερα ήταν αρκετά για να καταλάβω ότι είχε πέσει σε κώμα. Μου ξέφυγε κάτι που έμοιαζε αόριστα με λυγμό. Δεν ήμουν σίγουρη, πήγαιναν σχεδόν ογδόντα χρόνια από την τελευταία φορά που είχα κλάψει. Χάιδεψα απαλά το πρόσωπό του. Δεν ήθελα να τον πάω πίσω στους μάγους, δεν μου είχαν δώσει την εντύπωση ότι θα κούναγαν έστω και το μικρό τους δαχτυλάκι γι’αυτόν. Και το avatar του είχε πεθάνει. Υπήρχε μόνο ένας τρόπος να τον συνεφέρω αυτή τη στιγμή και δεν ήμουν σίγουρη αν ήθελα να το κάνω. Από την άλλη…δεν έβλεπα κάποια άλλη λύση. Έκοψα τον καρπό μου και τον έφερα στα χείλη του. Ανασήκωσα το κεφάλι του. Μόλις το αίμα άγγιξε το στόμα του, τα μάτια του άνοιξαν σαν να είχαν δική τους θέληση. Άρπαξε το χέρι μου κι άρχισε να πίνει με μια βιαιότητα που με εξέπληξε. Ή μάλλον θα με εξέπληττε αν δεν ένιωθα το γνώριμο κύμα ηδονικής ευχαρίστησης να απλώνεται στο κορμί μου. Τον άφησα να πιει αρκετό.

- Πώς νιώθεις;τον ρώτησα βραχνά.

Εκείνος έγλειψε τα χείλη του και χαμογέλασε.

- Εσύ πώς θέλεις να νιώθω, αφέντρα;

Γαμώτο. Τις είχα ξεχάσει αυτές τις επιπλοκές. Συνοφρυώθηκα.

- Κόφ’το αυτό το «αφέντρα», δεν μπορώ να το ακούω. Ειδικά από σένα.

- Και πώς να σε λέω;

- Έχω όνομα, ξέρεις.

- Όπως επιθυμείτε, Catein.

Παραλίγο να ουρλιάξω.

- Και τον πληθυντικό.

Χαμογέλασε ξανά, εκείνο το μικρό, διαβολικό χαμόγελο που ήταν τόσο ίδιο με του Nebula.

- Όπως επιθυμείς.

Αναστέναξα με ανακούφιση.

- Πολύ καλύτερα. Λοιπόν; Πώς νιώθεις;

- Ευτυχισμένος.

Αισθάνθηκα ξαφνικά ένα παγωμένο χέρι να σφίγγει την καρδιά μου κι αποτράβηξα το βλέμμα μου από το πρόσωπό του γιατί ήξερα πως αν τον κοίταζα για λίγη ώρα ακόμα, θα έβαζα ξανά τα κλάματα.

- Η ευτυχία που νιώθεις είναι τεχνητή.

- Δεν με νοιάζει. Είναι ευτυχία.

Όσο πήγαινε γινόταν όλο και πιο επώδυνο. Γιατί, γιατί έπρεπε να μπλεχτούν τόσο πολύ τα πράγματα; Ένευσα αρνητικά.

- Όχι, δεν είναι. Το ξέρω πως αυτό πιστεύεις αλλά…δεν είναι αληθινό. Το blood-bond…

Εκείνος γέλασε.

- Δεν μ’ενδιαφέρει το blood-bond. Το μόνο που μ’ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή είσαι εσύ.

- Αυτό προσπαθώ να σου εξηγήσω. Οφείλεται στο blood-bond.

- Ωραία και τι θέλεις; Για ποιο λόγο το έκανες;

Δίστασα για λίγο.

- Γιατί αυτοί οι μάγοι που ήρθαν να με δουν δεν έδειξαν να νοιάζονται αν θα ζούσες ή όχι και δεδομένου ότι πέθανε το avatar σου…δεν θα’θελα να σε επιστρέψω σ’αυτούς για να σε σκοτώσουν ή να σου ψήσουν τον εγκέφαλο ώστε να ξεχάσεις όλα όσα έζησες…

- Δεν θέλω να επιστρέψω στους μάγους. Δεν με καταλάβαιναν. Εκτός ίσως από τις Verbena.

Ανασήκωσα τα φρύδια μου αλλά δεν ρώτησα.

- And what do you want to do?

Χαμογέλασε. Δεν μου έκανε εντύπωση. Τα αγγλικά άλλωστε ήταν μάλλον πιο οικεία και για τους δυο μας.

- What do you want me to do? I can be your childe…one you would be proud of and not this joke of a childe you already have.

- That was…well…let’s call it a rush of the moment.

- And you don’t want me to be a rush of the moment.

- No, to tell you the truth, I don’t.

Με τράβηξε κοντά του. Η επαφή με το μισόγυμνο κορμί του έστειλε ρίγη σ’όλο μου το σώμα. Έκλεισα τα μάτια μου για λίγα δευτερόλεπτα, προσπαθώντας…να αυτοσυγκεντρωθώ; Να συγκρατηθώ; Δεν ξέρω. Κάτι.

- Then ghoul me. I can be your servant…and your lover…if you want. I can be whatever you’d ask me to be.

- I don’t need a servant, I already have many more than I can handle.

- Then what do you need?

- I need many things….but mostly…I think I need you back.

Ήταν τόσο δύσκολο να το λέει κανείς μετά από τόσον καιρό.

- Το avatar μου…μου είχε πει πως για να έρθω κοντά σου έπρεπε να πεθάνει.

- Δεν μπορώ να πω πως χαίρομαι γι’αυτό, ψιθύρισα κι ένας πόνος απλώθηκε στο στήθος μου στην ανάμνηση του Jonathan Black.

- Παρόλα αυτά…διάλεξες εκείνον. Λογικό. Σ’όλες τις ιστορίες ο όμορφος κερδίζει το κορίτσι.

Έσκυψα το κεφάλι.

- Μην το κάνεις αυτό. Ξέρεις τι έγινε. Ξέρεις ότι μου είπε ψέματα. Πίστευα ότι ήταν εσύ.

Μερικές φορές ήταν τόσο δύσκολο να τα συγκρατήσεις τα γαμημένα τα δάκρυα. Τόσο δύσκολο.

- Κι αν στ’αλήθεια το πιστεύεις αυτό, τότε μάλλον δεν ξέρεις και πολλά για μένα. Αν πιστεύεις ότι με ένοιαζε η εμφάνισή σου…για τόσο έξυπνος, μάλλον φάνηκες πολύ ηλίθιος.

- Υπάρχουν πολλά που δεν ξέρω για σένα. Αλλά μάλλον ήρθε η ώρα μου να τα μάθω.

Με τράβηξε ακόμα πιο κοντά και τα πόδια μου τυλίχτηκαν σχεδόν αυθόρμητα γύρω από τη μέση του. Μου ξέφυγε ένα πνιχτό βογκητό. Ο Ιωνάς χαμογέλασε κι έκλινε το κεφάλι του στο πλάι, προσφέροντάς μου το λαιμό του.

- Come on. You know you want to.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ήταν που έχασα τη μάχη με το Τέρας και βύθισα τα δόντια μου στο λαιμό του κι άρχισα να πίνω με μανία.

- Embrace me…embrace me, my love, τον άκουσα να ψιθυρίζει κι αυτό ήταν αρκετό για να με βγάλει από τη ληθαργική κατάσταση στην οποία είχα βυθιστεί.

Πήρα το πρόσωπό του στα χέρια μου και τον κοίταξα στα μάτια.

- What’s in your mind?με ρώτησε, με απρόσμενη τρυφερότητα.

- Honestly? About half a million things.

- Really? Because there’s only one in mine.

- And what’s that?

- Just fuck.

Τον έσπρωξα πίσω και τον κοίταξα ερευνητικά. Κάτι αναδευόταν μέσα μου αλλά δεν μπορούσα με σιγουριά να πω αν ήταν θυμός ή ευθυμία.

- You sound just like him.

- Ναι…μερικές αντιδράσεις μου ήταν πολύ ανθρώπινες και τις…αντέγραψε.

Δεν απάντησα.

- Πες μου…Catein, τι νιώθεις για μένα;

- Ας το πάρουμε αλλιώς…εσύ τι πιστεύεις ότι νιώθω; Πριν λίγο έλεγες ότι ο Nebula με έριξε επειδή ήταν όμορφος.

- Πιστεύω ότι είσαι τρελά ερωτευμένη μαζί μου, όπως κι εγώ κι ότι θα παρατήσεις αυτό το κάθαρμα – γιατί για κάθαρμα πρόκειται – και θα’ρθεις μαζί μου.

Ένα αδύναμο χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη μου.

- Όχι ακριβώς.

- Γιατί; Επειδή πιστεύεις πως τα αισθήματά μου δεν είναι αληθινά; Σπάσε το blood-bond.

Τον κοίταξα. Μικρές εκρήξεις πόνου ξέσκιζαν τα σωθικά μου. Αναρωτήθηκα για μια στιγμή πώς θα αντιδρούσε αν το έκανα. Αν θα με μισούσε. Αν θα ήθελε να με σκοτώσει. Αν θα τον άφηνα. Με τράβηξε ξανά πάνω του, πιο βίαια αυτή τη φορά. Το φιλί που μου έδωσε δεν είχε ίχνος απ’αυτό που είχαμε ανταλλάξει στο Elysium. Ήταν γεμάτο πόθο, απελπισία και μια ανάγκη σχεδόν ζωώδη.

- Break the fucking blood-bond.

- Fine…I break the bond…

Τον κοίταξα ερευνητικά, σχεδόν περιμένοντας να κάνει κάποια επιθετική κίνηση, αλλά το μόνο που έκανε ήταν να με φιλήσει ξανά, με ακόμα μεγαλύτερη ένταση.

- Υπάρχει μόνο ένα πράγμα που δεν κατάφερε να αλλάξει ο χρόνος, είπε χαμηλόφωνα εκείνος. Κι αυτό είναι αυτό που νιώθω για σένα. Από την πρώτη φορά που σε είδα στο Elysium.

Συνοφρυώθηκα.

- Δεν θυμάμαι να έχουμε συναντηθεί σε κανένα Elysium.

Χαμογέλασε και, για μια στιγμή, μου φάνηκε πως υπήρχε μια παλιά, γνώριμη θλίψη στο χαμόγελό του.

- Δεν συναντηθήκαμε. Εγώ όμως σε είδα.

Χαμήλωσα το βλέμμα μου.

- Λοιπόν; Θα τον αφήσεις;

- Δεν είναι τόσο απλό.

- Είναι.

- Όχι, δεν είναι.

- Μη μου πεις ότι δεν είσαι ερωτευμένη μαζί μου γιατί είσαι. Το βλέπω στα μάτια σου.

- Δεν πρόκειται να στο πω. Όμως…

Έσμιξε τα φρύδια του ξαφνικά, συνειδητοποιώντας προφανώς τι ήταν αυτό που προσπαθούσα να του εξηγήσω αλλά δυσκολευόμουν τόσο πολύ.

- You want us both.

- Yeah.

- Alright.

- Alright? You mean you don’t have a problem with that?

- No. If you can live with a heart split in two. Can we get to bed now?

Παραλίγο να γελάσω μ’αυτό. Το παράδοξο της υπόθεσης ήταν ότι ήμασταν ήδη στο κρεβάτι. Και ήθελα…ένας θεός ξέρει πόσο πολύ ήθελα να τυλίξω τα πόδια μου γύρω του και να τον νιώσω να μπαίνει μέσα μου. Όμως…δεν μπορούσα. Δεν μπορούσα γιατί ο Nebula ήταν η ζωή μου και δεν μπορούσα να τον πληγώσω έτσι. Θα πέθαινα αν του το έκανα αυτό.

- It feels like cheating.

- Cheating? On whom?

- Him…

Ο Ιωνάς αναστέναξε. Έγειρε πίσω κι έκλεισε τα μάτια του για λίγο. Έπειτα τα ξανάνοιξε και με κοίταξε πολύ, πολύ σοβαρά.

- Πρέπει να διαλέξεις, Catein. Όμως, στο λέω πως αν διαλέξεις να μείνεις μαζί του…εγώ θα φύγω και δεν πρόκειται να με ξαναδείς.

Και μόνο η σκέψη μ’έκανε να νιώθω άδεια.

- Δεν καταλαβαίνεις, ψιθύρισα. Δεν μπορώ να διαλέξω. Δεν γνώρισα εσένα και δεν γνώρισα αυτόν….

- You met us both.

- Exactly.

- Then…my dear, you are god-damned to love us both.

Συνειδητοποίησα ότι άκουγα τη φωνή του Nebula ένα δευτερόλεπτο πριν αλλάξει τη μορφή του. Και, για κάποιο λόγο, τελείως ξαφνικά, τα πάντα σταμάτησαν μέσα μου. Το μυαλό μου σταμάτησε να σκέφτεται, το αίμα μου σταμάτησε να κυλάει, το σώμα μου σταμάτησε να αντιδράει. Ο πόνος ξεχύθηκε από παντού, σαν μαύρο δηλητήριο και το κάψιμο που ένιωθα στις φλέβες μου ήταν υπερβολικά πολύ αληθινό για να είναι της φαντασίας μου. Σχεδόν άκουσα το «κρακ». Σχεδόν. Κι εκείνη τη στιγμή ήξερα πως είχα σπάσει. Κάτι μέσα μου είχε σπάσει και δεν θα ήταν ποτέ πια το ίδιο. Το έβρισκα απολύτως αδύνατο να αρθρώσω έστω και την πιο μικρή, την πιο ηλίθια λέξη. Ακόμη και το απλό «γιατί», δεν έβρισκα τον παραμικρό λόγο να το ρωτήσω. Δεν ήθελα να τον ρωτήσω. Διάολε, δεν ήθελα καν να τον βλέπω. Το μόνο που ήθελα ήταν να ουρλιάξω κι όμως, δεν έβγαινε ήχος.

- You thought you messed up with the time but you didn’t.

- And you said you didn’t fuck with my brain.

Η φωνή μου τρόμαξε κι εμένα την ίδια. Ήταν…δεν ξέρω πώς ακριβώς να το εξηγήσω, όμως ήταν λες κι είχα αποκοπεί τελείως από την πραγματικότητα. Μ’ έπιασε από τα μαλλιά και τράβηξε το κεφάλι μου προς τα πίσω. Δεν αντιστάθηκα. Για ποιο λόγο άλλωστε;

- I don’t fuck with your brain. I fuck with you. And I’m gonna fuck you in whatever form I like. Understood?

- Admit it.

- Alright, I admit it. I fuck with your brain.

- Stop it.

- I will.

- Oh, fuck you. You know you won’t.

- No, I probably won’t.

- Fuck you.

- Ok. Now…I bought a house for us in Berlin and I want you to come with me.

Τον κοίταξα μπερδεμένη.

- Μα…πώς θα φύγω; Τώρα; Με όλα όσα έχουν γίνει; Και μ’αυτό που έρχεται;

Πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό μου.

- Catein…τι είδες στο Stone of Destiny;

- Το θάνατό μου.

- Κι εγώ το είδα. Κι είδα και τι έγινε μετά. Στεκόμουν μόνος πάνω από το πτώμα σου και θρηνούσα. Μόνος. Δεν υπήρχε κανένας άλλος.

Ανασήκωσα τους ώμους αδιάφορα.

- Το Stone of Destiny μας δείχνει απλώς κάτι που ίσως και να συμβεί.

- Δεν θα το αφήσω να συμβεί. Σκοπεύω να το αλλάξω.

- Και γι’αυτό θέλεις να φύγω από την Αθήνα;

- Όχι. Δεν κατάλαβες. Σε διατάζω. Αν δεν είσαι διατεθειμένη να ακούσεις τον άντρα που σ’αγαπάει…τότε θα αναγκαστείς να υπακούσεις τον archon.

- Intriguing but…where’s the catch?

- There’s no catch. Just a fucking villa and two Ducati. Α, ναι, δεν στο’πα. Έμαθα να οδηγώ.

- Good for you.

Ήταν παράξενο αλλά αισθανόμουν λες και όλα είχαν νεκρωθεί μέσα μου. Λες και δεν υπήρχε τίποτα πια, τίποτα που να με κρατάει στη ζωή.

- Εκτός κι αν φοβάσαι να αναμετρηθείς μαζί μου.

- Don’t provoke me.

- Oh, I do.

- Don’t.

- Are we having a fight?

- No. But I think it’s time for you to go.

Με κοίταξε με έκπληξη. Σχεδόν σαν παιδάκι που του είχαν πάρει το γλυκό μέσα από τα χέρια.

- Go where?

- You must have a home.

- I do. In Berlin.

- Here I mean.

- No.

- You must have a place to sleep.

- Για να καταλάβω, δηλαδή….με διώχνεις;

- Ναι.

- Why don’t you let me take you to my bed?

- Technically speaking, it’s not your bed. It’s mine.

- I don’t care whose fucking bed it is, I just wanna fuck you.

Ακόμη κι αν είχε μείνει κάτι όρθιο, εκείνη τη στιγμή γκρεμίστηκε. Σηκώθηκα πάνω μηχανικά, σαν αυτόματο. Πήγα μέχρι το συρτάρι κι έψαξα για λίγο, μέχρι να βρω αυτό που ήθελα. Όταν επέστρεψα, του έβαλα στα χέρια ένα μαχαίρι κι ένα ζευγάρι χειροπέδες.

- Αυτό θες; Μια γκόμενα χωρίς γλώσσα, που να μην το κουνάει απ’ το κρεβάτι; Αν αυτό είναι που θες, μπορείς να το έχεις. Σου υπόσχομαι ότι θα γίνω το πιο υπάκουο, το πιο άβουλο πλάσμα του κόσμου. Αν αυτό θες.

Το επόμενο πράγμα που κατάλαβα ήταν μια απίστευτη έκρηξη δύναμης μέσα στο μυαλό μου. Dominate. Δεν έκανα καν τον κόπο να αντισταθώ. Μόνο όταν τον είδα να χώνει το μαχαίρι στην καρδιά του και να μένει ακίνητος κουνήθηκα. Γαμημένο ξύλο. Το τράβηξα. Και είδα κάτι που δεν περίμενα ποτέ ότι θα έβλεπα. Είδα τον Nebula να κλαίει, να κλαίει χωρίς σταματημό.

- Τι να κάνω;ρώτησε με μια απελπισία που με τρόμαξε. Πες μου τι και θα το κάνω.

- Σταμάτα να με κοροϊδεύεις και να με χρησιμοποιείς. Το ξέρεις ότι για να έχεις οτιδήποτε από μένα αρκεί να το ζητήσεις. Άρα; Για ποιο λόγο τα κάνεις όλα αυτά; Δεν το καταλαβαίνεις ότι όπως πας θα με σπάσεις τελείως κάποια στιγμή;

- Δεν σε κοροϊδεύω…κι όσον αφορά το γιατί το έκανα….ήθελα να δω αν μ’αγαπάς αληθινά.

Μου φάνηκε πως άκουσα το Beast να ανασαίνει βαριά πίσω απ’ τον ώμο μου.

- Και πού κατέληξες; Αν επιτρέπεται και δεν συγκαταλέγεται κι αυτό στα κρατικά μυστικά, μαζί με όλα τα υπόλοιπα που δεν μου λες;

- Ότι μ’αγαπάς όπως εγώ. Οπότε; Πού είναι το πρόβλημα;

Για κάποιο λόγο το στομάχι μου ανακατευόταν κι ένιωθα πως αν έμενα κι άλλο κοντά του θα έφτυνα τα σωθικά μου στο πάτωμα. Σηκώθηκα κι έκανα μερικά αβέβαια βήματα προς το παράθυρο. Τύλιξα τα χέρια μου γύρω από το κορμί μου, συνειδητοποιώντας, ξαφνικά, ότι έτρεμα.

- Χρειαζόταν να με κάνεις να νιώσω τόσο πόνο;

- Ένιωσες πόνο;

Υπήρχε γνήσια απορία στα μάτια του. Αισθανόμουν την ακατανίκητη παρόρμηση να του σπάσω τα μούτρα. Αντί γι’αυτό, του γύρισα την πλάτη. Δεν μπορούσα να πω αυτό που ήθελα να πω κοιτάζοντάς τον στα μάτια.

- Ξέρεις από πότε έχω να κλάψω;

Το είπα ψιθυριστά, όμως ήμουν σίγουρη ότι με άκουγε.

- Όχι.

- Θα σου πω εγώ. Από τότε που ήμουν έξι χρονών κι ο πατέρας μου με βίασε για πρώτη φορά και μ’έκανε να καταλάβω μια και καλή ότι όσο κι αν έκλαιγα, όσο κι αν ούρλιαζα, δεν θα ερχόταν κανείς να με βοηθήσει ούτε κι εκείνος θα σταμάταγε. Κι έκλαψα πάνω απ’ αυτό που νόμιζα πως ήταν το πτώμα σου όπως δεν είχα ξανακλάψει ποτέ. Ούτε καν τότε. Πίστεψέ με, ένιωσα πόνο.

- Alright. I will leave you then. If you feel so bad…

- Δεν θέλω να μ’αφήσεις. Να καταλάβεις ότι έχω αισθήματα θέλω.

- Το ξέρω ότι έχεις, μάτια μου. Το ξέρω.

- Τότε μη με ξαναπληγώσεις τόσο. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να το αντέξω. I think next time I might go mad.

Με πλησίασε αργά και με πήρε αγκαλιά. Μου έδωσε το πιο παθιασμένο φιλί που μου είχαν δώσει ποτέ. Αυτός ή οποιοσδήποτε άλλος. Κι όλο το βράδυ με κράταγε στα χέρια του και προσπαθούσε να με συνεφέρει. Όμως, βαθιά μέσα μου, ήξερα πως δεν ήταν αρκετό. Ήθελα να μείνω μόνη μου, να ηρεμήσω και να σκεφτώ. Μακριά από τον κόσμο. Μακριά από τον Nebula. Δεν ήταν τόσο το γεγονός ότι είχε παίξει με το μυαλό μου μόνο και μόνο για να με «δοκιμάσει». Ήταν ότι είχε διαλέξει τον πιο σκληρό, τον πιο λάθος τρόπο για να το κάνει. Κι όπως με είχε στην αγκαλιά του και μου ψιθύριζε τα πιο τρυφερά λόγια που είχα ακούσει ποτέ, ένιωθα μια παγωμάρα στο στήθος, λες και είχα μια τρύπα στη θέση της καρδιάς. Κι ο,τι κι αν μου έλεγε εκείνος…δεν γέμιζε η γαμημένη. Δεν γέμιζε.





Aftermath

18 01 2010

[Όπου η ηρωίδα μας αποφασίζει να κάνει μια γενική έρευνα και καταλήγει σε πολύ ειδικά πράγματα. Όπου σκέφτεται τους λόγους για τους οποίους κάποιοι της κάθονται στο λαιμό και σε κάποιους άλλους κάθεται στο λαιμό. Όπου συνειδητοποιεί ότι, τελικά, μπορεί κάποιος να είναι ερωτευμένος με δύο άτομα ταυτόχρονα, αλλά αυτό αρχίζει να γίνεται πρόβλημα όταν τα δύο άτομα μοιράζονται το ίδιο σώμα.]

Άνοιξα τον υπολογιστή μου μετά από αρκετό καιρό και άρχισα να ψάχνω στο Internet για το Book of the Dawn που πήγαμε μέχρι τη Ρώμη για να βρούμε. Μη βρίσκοντας τίποτα, έκανα και πάλι τη σκέψη που είχα κάνει στο Elysium, ότι δηλαδή η λέξη “dawn” ακούγεται σαν αναγραμματισμός του “nod” και, καθώς απ ότι φαίνεται τα δύο βιβλία (αν είναι δύο και όχι ένα, γιατί πραγματικά έχω αρχίσει να έχω σοβαρές αμφιβολίες) έχουν το ίδιο περιεχόμενο, αποφάσισα να κάνω μια αναζήτηση για τη λέξη «Nod» αντ’ αυτού και ομολογώ πως στάθηκα απρόσμενα τυχερή. Η λέξη “Nod”, στα εβραϊκά σημαίνει «περιπλανιέμαι» και σύμφωνα με τη Βίβλο ήταν το όνομα του τόπου στον οποίο εξορίστηκε ο Caine μετά τη δολοφονία του αδερφού του. Ψάχνοντας λίγο πιο προσεκτικά, είδα ότι στην Αγγλία υπάρχουν μέχρι και σήμερα δύο μέρη τα οποία φέρουν την ονομασία «Land of Nod». Το ένα είναι ένα μικρό χωριό στο Yorkshire και το άλλο (αυτό που με άφησε στήλη άλατος μόλις το είδα) είναι μια δασωμένη περιοχή στο Hamptonshire, πάρα πολύ κοντά στο Stonehenge και, επομένως, στο Middleford. Θυμάμαι ότι υπήρχαν δύο δάση κοντά στο Middleford, το ένα που ήταν σκοτεινό και δεν πλησίαζες και ένα άλλο. Φυσικά δεν έχω ιδέα αν πρόκειται για το ίδιο δάσος, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν νομίζω το όνομα να είναι τόσο μεγάλη σύμπτωση. Υποθετικά, το Μεσαίωνα (δεν αναφέρεται ακριβής χρονολογία), αυτή η περιοχή ανήκε σ’έναν κάποιον Mr. Cain ο οποίος αφορίστηκε από την Εκκλησία και ονόμασε (ειρωνικά) τη γη του Land Of Nod, ως άμεση αναφορά στο κεφάλαιο της Γένεσης. Ψάχνοντας για το αγγλικό επίθετο Cain, είδα κάτι που με άφησε άφωνη να το πω, μαλάκα να το πω, όπως και να το πω θα είναι λίγο. Το “Cain” λοιπόν ή “McCain” φαίνεται πως είναι μετεξέλιξη του Cathain (είναι ακριβώς το ίδιο όνομα με το Catein, απλά στην αρχαία του γραφή). Η αναφορά που βρήκα, συγκεκριμένα, μιλάει για την “Clan O’ Cathain” . Η Cathain, υποθετικά, ήταν πρόγονος της O’ Cahan Clan του Ulster (Βασίλειο της Βόρειας Ιρλανδίας, μεγαλύτερη πόλη του σήμερα είναι το Belfast, μέρος απ’ όπου και κατάγομαι) και απόγονος του βασιλιά της Tara. Η γενεά των O’ Cahan πήρε το όνομα «Warrior Clan of Ulster»  και βοήθησε τον Conchobar να ανέβει στο θρόνο του Ulster. Μότο τους ήταν το “Felis Demulcta Mitis”, που συνήθως μεταφράζεται ως «gentle in peace, fearless in war”. (Άραγε μόνο σε μένα αυτό φωνάζει από μακριά “Brujah” ;)

Μη βρίσκοντας κάτι άλλο σχετικό, αποφάσισα να αλλάξω πορεία αναζήτησης και να ψάξω κάποια πράγματα για το Stonehenge. Ο μύθος λέει πως αυτό το μυστηριώδες μνημείο είναι ο τάφος του Uther Pendragon. Να το κάνουμε λίγο πιο ενδιαφέρον; Pendragon σημαίνει “head dragon” και υπάρχουν αρκετές αναφορές που θέλουν τον Uther να είναι γνώστης και χρήστης της μαγείας. Θυμάμαι ήδη ότι ο Νικόλας, ως hunter ακόμα, είχε αναφερθεί σε έναν mage με το όνομα William Pendragon και ήδη έχω δει πως υπήρχαν δράκοι στην Αγγλία μέχρι και το 1395 τουλάχιστον. Εκτός από τον Αρθούρο, ο Uther είχε έναν ακόμη γιο, τον Madoc, ο οποίος όμως είναι ιδιαίτερα μυστηριώδης φιγούρα και δεν αναφέρεται παρά ελάχιστες φορές στα κείμενα της εποχής. Αντίθετα, αναφέρεται ο γιος του, Eliwlod, που λέγεται ότι επισκέφτηκε τον Αρθούρο μετά το θάνατό του, με τη μορφή ενός αρπακτικού. Και, φυσικά, υπάρχει και ο γνωστός απόγονος του ίδιου του Αρθούρου, ο Mordred. Ψάχνοντας για άλλα παρόμοια μνημεία, ανακάλυψα ότι οι αρχαιολόγοι πιστεύουν πως κάποια από αυτά είναι τάφοι και κάποια άλλα λειτουργούν ως ενός είδους «ρολόγια» που δείχνουν σημαντικές ημερομηνίες. Οι ημερομηνίες αυτές συνήθως δεν είναι άλλες παρά τα Sabbat των παγανιστών και, μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις έχει βρεθεί ότι οι πρώτες πρωινές ακτίνες του Samhain και του Imbolc υποδεικνύουν την είσοδο σε μυστικούς θαλάμους-τάφους κάτω από τα μνημεία. Παρεμπιπτόντως το Imbolc, ή αλλιώς Candlemas είναι αύριο, 2 Φλεβάρη, ημέρα του Elysium. Δεν γνωρίζω αν ισχύει κάτι τέτοιο στην περίπτωση του Stonehenge, πάντως νομίζω πως ένα τέτοιο μέρος, αν συνδέεται με κάποιο από τα Sabbats μάλλον θα συνδέεται με αυτό του Beltane, που είναι άλλωστε και η μεγαλύτερη γιορτή του παγανισμού. Αλλά ας αφήσω τις εικασίες προς το παρόν, ήδη υπάρχει αρκετό πράγμα as it is. Σύμφωνα λοιπόν με το θρύλο του Αρθούρου, οι πέτρες που απαρτίζουν το Stonehenge μεταφέρθηκαν στην Ιρλανδία από γίγαντες, που τις έφεραν από την Αφρική. Στην Ιρλανδική μυθολογία αναφέρονται πράγματι τέτοια μυθικά πλάσματα, τα οποία χωρίζονται στους Tuatha de Danaan που συμβολίζουν την αρμονία και τον πολιτισμό και στους Fomori, που συμβολίζουν το χάος και την καταστροφή. Αν θυμάμαι καλά, έχω ακούσει να γίνονται αναφορές στους Fomori και μάλιστα είχε ειπωθεί ότι υπηρετούν το Wyrm. Για να το κάνουμε περισσότερο spicy, ο βασιλιάς τους ονομαζόταν Balor of the Evil Eye (rings a hell lot of bells). Για τη μάχη ενάντια στον Balor, λέγεται πως ο θεός Lugh κατασκεύασε μια λόγχη, με το όνομα Spear of Lugh. Υποθετικά, αυτή η λόγχη είναι αδύνατο να καταστραφεί και όποιος την κρατάει στη μάχη είναι ανίκητος. Στάζει διαρκώς αίμα (ανεξάρτητα αν έχει χτυπήσει κάποιον ή όχι) και αν χρησιμοποιήσεις τη λέξη ibur όταν την πετάς, βρίσκει πάντα το στόχο της. Επιστρέφει στον κάτοχό της με τη χρήση της λέξης athibar και υποτίθεται πως μπορεί να χτυπήσει χρησιμοποιώντας elemental attacks (αναφέρονται πάγος και κεραυνός). Επίσης λέγεται πως όταν δεν το κράταγε κάποιος έκαιγε τόσο πολύ που έπρεπε να είναι διαρκώς μέσα σε ένα βαρέλι με νερό ώστε να μην καταστρέψει το μέρος όπου βρισκόταν φυλαγμένο. Το δοχείο αυτό φέρει το όνομα Dagda’s Cauldron και είναι ένα μυθικό σκεύος το οποίο, όταν χρησιμοποιούνταν για μαγείρεμα, δεν άδειαζε ποτέ και δεν άφηνε κανέναν νηστικό. Και τα δύο αυτά αντικείμενα ανήκουν στα επονομαζόμενα Four Legendary Treasures of Ireland. Από τα υπόλοιπα δύο, το ένα είναι το Claiomh Solais, ένα ξίφος που ανήκε στον βασιλιά των Tuatha de Danaan (και βασιλιά της Ιρλανδίας) και που λέγεται ότι η λεπίδα του ήταν φτιαγμένη από απόκοσμο φως (;), δεν καταστρεφόταν στη μάχη και μπορούσε να κόβει τους εχθρούς του στα δύο (μου θυμίζει τρομερά το σπαθί του Bastian…χμ…). Το τελευταίο αντικείμενο από τα τέσσερα, με το όνομα Lia Fail (Stone of Destiny) λέγεται πως βρισκόταν στο λόφο της Tara και πως έλαμπε μόλις πατούσε πάνω του ο αληθινός βασιλιάς της Ιρλανδίας και του χάριζε δύναμη και μακροζωία. Η ίδια ή αντίστοιχη πέτρα με το ίδιο όνομα, φυλάσσεται από το 1996 και μετά στο κάστρο του Εδιμβούργου στη Σκοτία. Κάτι ακόμα πολύ ενδιαφέρον: Tuatha de Danaan σημαίνει γιοι της Danaan, όπου Danaan (Dana) εικάζεται πως είναι η ίδια θεότητα με την Ουαλική Don (που προφέρεται ακριβώς όπως το Dawn και είναι αναγραμματισμός του Nod!). «Don» σημαίνει σοφία και η Dana είναι θεότητα που σχετίζεται με τη μητέρα γη. Άλλο πολύ ενδιαφέρον σημείο είναι ότι οι περισσότερες θηλυκές θεότητες της Ιρλανδίας λέγεται πως είχαν τη δύναμη να αλλάζουν τη μορφή τους και ήταν άπιαστες στη μάχη. Η δε Morrigan (war goddess, her name means “terror”), η οποία υποτίθεται πως μεταμορφωνόταν σε λύκο, πιθανολογείται πως έχει την προέλευσή της (ή ανήκε στις, δεν είναι σαφές) Βαλκυρίες. Υπάρχει ένα μέρος στην Ιρλανδία παρόμοιο με το Stonehenge σε κατασκευή που φέρει το όνομα The Seven Sisters (hell’s bells ringing again). Η Morrigan, μαζί με τις αδερφές της Macha και Badb αποτελούσαν μια τριπλή θεότητα του πολέμου και κατάγονταν όλες από την Ernmas των Tuatha de Danaan. Η Macha λέγεται ότι σκοτώθηκε από τον Balor of The Evil Eye (ναι, τον βασιλιά των Fomori που λέγαμε παραπάνω). Αναρωτιέμαι αν υπάρχουν στ’αλήθεια αυτά τα τέσσερα αντικείμενα και όσο πιο πολύ το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο καταλήγω στο γεγονός ότι είναι εξαιρετικά πιθανό. Θέλω να πω, εδώ υπάρχουμε εμείς. Κι έπειτα, όπως είπα, έχω δει το σπαθί του Bastian και παρόλο που δεν έχω ιδέα αν είναι το Sword of Destiny, όπως αποκαλείται αλλιώς το Claiomh Solais, γενικά, είμαι της άποψης πως οι περισσότεροι θρύλοι βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα. So, my thought is, if we could find the fucking Spear, it would be a hell lot of help. Πραγματικά, δεν ξέρω. Ίσως να έχει χαθεί ή καταστραφεί ή ακόμα, ίσως να μην υπήρξε ποτέ. Αυτό που ξέρω είναι ότι αν μιλάμε για τους ίδιους Fomori και αν ο Balor of the Evil Eye, ο αρχηγός τους, υπηρετούσε το Wyrm, κάτι τον νίκησε. Ο Lugh που το κατασκεύασε ήταν High King of Ireland και υποθέτω (όλο υποθέσεις κάνω αλλά έχουν την τάση να βγαίνουν σωστές γαμώ το κέρατό τους) ότι αυτή ακριβώς είναι εν τέλει η χρησιμότητα του Stone of Destiny, να δείχνει τον επόμενο κάτοχο του Spear, με τον ίδιο τρόπο που ο βράχος έδειχνε τον κάτοχο του Excalibur.

Πιθανός συσχετισμός ανάμεσα σε Enoch και Land of Nod; Enoch στα εβραϊκά σημαίνει “disciplined” (now how odd is that?). Στη βίβλο υπάρχει αναφορά στον Enoch ως γιο του Cain, του οποίου το όνομα ο Cain έδωσε στην πόλη. Υπάρχει επίσης άλλη μια αναφορά στον Enoch (διαφορετικό Enoch υποτίθεται, but could as well be the same) τον προφήτη, ο οποίος δημιούργησε το εβραϊκό αλφάβητο και τις κάρτες της Ταρό. Λέγεται ότι αυτός ο Enoch μεταμορφώθηκε σε φωτιά (no pun intended), ο Θεός τον πήρε στο πλευρό του και του έδωσε το όνομα (και την αγγελική φύση;) Metatron. Ο ίδιος, επίσης, φέρεται ως συγγραφέας τριών αποκρυφιστικών βιβλίων με το όνομα Book of Enoch. Το πρώτο από τα βιβλία αυτά μιλάει για την πτώση των Gregori (αλλιώς Watchers) , αγγέλων που είχαν σταλθεί στη γη για να παρατηρούν τους ανθρώπους χωρίς να παρεμβαίνουν, όμως ένιωσαν έλξη για τις θνητές γυναίκες, κάτι που οδήγησε στην πτώση τους και στη δημιουργία μιας μπάσταρδης ράτσας γιγάντων με το όνομα Nephilim. Φαίνεται να υπάρχει μια μεγάλη ομοιότητα μεταξύ Nephilim και Fomori, δεδομένου ότι Nephilim σημαίνει «αυτοί που οδηγούν στη διαφθορά» (όπως λέμε corruption, όπως λέμε Wyrm). Ο Θεός έστειλε τον Μεγάλο Κατακλυσμό για να γλιτώσει τον κόσμο από τους Nephilim, όμως έστειλε τον Uriel να προειδοποιήσει τον Noah (ο οποίος ήταν απόγονος του Enoch – αρχίζει να με τρομάζει το πώς συνδέονται τα πάντα). Τα άλλα δύο βιβλία αναφέρονται στον Enoch αλλά εικάζεται πως δεν είναι γραμμένα από τον ίδιο. Εν ολίγοις, αν Enoch = η πρώτη πόλη και Land of Nod = η πόλη της εξορίας του Caine, θα έλεγα πως υπάρχουν κάτι παραπάνω από αυξημένες πιθανότητες να μιλάμε για το ίδιο μέρος. Έχω την εντύπωση, όσο απίθανο κι αν μου φαίνεται, πως τα πάντα οδηγούν στο Middleford της Αγγλίας. Δεν ξέρω για ποιο λόγο, αλλά το βρίσκω υπερβολικά μεγάλη σύμπτωση να βρίσκεται ακριβώς δίπλα σε ένα μέρος που λέγεται Land of Nod και στην ευρύτερη περιφέρειά του να έχει γράψει, την ίδια περίπου περίοδο, ένα βιβλίο κάποιος μοναχός ονόματι Δομίνικος, που αναφέρεται στην Gehenna και τιτλοφορείται “Book of the Dawn”. So, I think, ότι κι αν ψάχνουμε να βρούμε, είναι εκεί και κατά πάσα πιθανότητα έχει άμεση σχέση με τα γεγονότα του 1381 στο ίδιο μέρος. Ο Vorheon ήταν εκεί, το ίδιο και ο Heimdall και ο Black και ο Nebula, όπως επίσης και ο Bastian. Το θέμα είναι ότι μέχρι στιγμής κανείς δεν έχει εκδηλώσει ιδιαίτερη προθυμία να μας διαφωτίσει ως προς το τι συνέβη τότε. Πρακτικά, δεν έχω την παραμικρή ιδέα αν όσα σκέφτομαι έχουν έστω και την απειροελάχιστη λογική βάση. Όμως πιστεύω ότι κάτι έγινε το 1381 κι αυτό που έγινε έχει άμεση σχέση μ’αυτό που γίνεται τώρα. Αλλιώς γιατί τους έχει πιάσει όλους η λύσσα να πηγαινοέρχονται στη συγκεκριμένη ημερομηνία; Φοβάμαι πως αν ήμουν θνητή θα με είχε πιάσει πονοκέφαλος με όλα αυτά που διάβασα σήμερα, όπως επίσης φοβάμαι πως αυτό δεν ήταν παρά μονάχα η αρχή. Πολύ κρίμα που η αποθήκη της Βιργινίας καταστράφηκε μαζί με ολόκληρο το Book of Nod και ακόμη πιο κρίμα που κανείς από μας δεν είναι σε θέση να καταλάβει τι στο διάολο λέει αυτός ο πάπυρος από το Book of the Dawn. Ίσως αν είχαμε κάποιες περισσότερες πληροφορίες για τον Δομίνικο και τις γνώσεις του στις γλώσσες να μπορούσαμε να κάνουμε κάτι.

Εντωμεταξύ ανακάλυψα κι ένα πολύ ενδιαφέρον site με όλες τις αρχαίες γραφές και τα αλφάβητά τους αναλυτικά αλλά λέω να μην κάτσω να το ψάξω εγώ, γιατί θα με πιάσει πονοκέφαλος for real, προτιμώ να το αφήσω σε κάποιους με ψηλότερο linguistics και academics.

Φοβάμαι βέβαια πως τον πονοκέφαλο δεν θα καταφέρω να τον αποφύγω, όχι με τον Anderson πάνω από το κεφάλι μου. Αν ένα πράγμα σιχαίνομαι, αυτό είναι να μη με αφήνουν στην ησυχία μου. Το μισώ. Το απεχθάνομαι. Θέλω τόσο πολύ να κάνω αυτό που ξέρω καλύτερα και να τον βγάλω από τη μέση μια και καλή. Ο Black λέει ότι πρέπει να αρχίσω να σκέφτομαι πιο πονηρά, αλλά δεν μπορώ. Πραγματικά δεν μπορώ. Δεν είναι στο χαρακτήρα μου να προσπαθώ να μαχαιρώσω πισώπλατα τους άλλους…no pun intended. Άλλο η δουλειά, άλλο τα προσωπικά. Βαριέμαι να κάτσω να ασχοληθώ μ’έναν διπρόσωπο, εγωπαθή Ventrue, αν και μάλλον πρέπει. Στην τελική, χτες το βράδυ παραλίγο να πεθάνω και η αγωνία που πέρασα και οι εφιάλτες που κέρδισα, δεν νομίζω ότι μπορούν να συγκριθούν μ’ένα ποταπό σκουλήκι σαν τον Anderson.. Απίστευτο μου φαίνεται το τι είναι ικανός να κάνει κάποιος για τη θέση του Prince. Μερικές φορές αισθάνομαι τελείως ανώμαλη που δεν με νοιάζει καθόλου. Και γιατί να με νοιάζει; Αύριο μπορεί να εκραγώ ή να με φτύσει κανένας Σετίτης και, αυτή τη φορά μπορεί να μη σταθώ τόσο τυχερή. Ήμουν μπροστά στον εκρηκτικό μηχανισμό και το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν πόσο κρίμα θα ήταν που θα χάνονταν μαζί μου η Irene, μ’αυτή την υπέροχη αδυναμία της στους ανθρώπους, ο Rodriguez, με την αυτοθυσία του και την ευγένειά του, ο Δάμων, με τη διάθεσή του για μάθηση και την όρεξή του για δουλειά, ο Woulfgar που δεν πρόλαβε καν να γνωρίσει την Αθήνα…ο Vorheon, που η δύναμή του και η ευστροφία του μας είναι τόσο απαραίτητες σ’αυτόν τον πόλεμο. Υποτίθεται πως είχε τραβηχτεί μια κάρτα της Ταρό και για μένα, αλλά ποτέ δεν έμαθα ποια ήταν. Δεν ξέρω αν θέλω να μάθω. Ένα κομμάτι του εαυτού μου θέλει, αλλά ένα άλλο, αυτό που πιστεύει ότι δεν είμαστε τυφλά υποχείρια της μοίρας μας, προτιμάει να το μάθει όταν θα’χουν τελειώσει όλα αυτά…κι αν έχω μείνει ακόμα ζωντανή. Οπότε, όχι, δεν με νοιάζει καθόλου αν θα πάψω να είμαι Prince, όπως δεν μ’ένοιαζε καθόλου να ξεφορτωθώ την πριμογένεια των Brujah. Απ’ όλους εκείνους που βρισκόμασταν στο γαμημένο το δωμάτιο, θεωρούσα και θεωρώ τον εαυτό μου ως  τον περισσότερο άξιο να πεθάνει, ως το άτομο που ο χαμός του θα σήμαινε τα λιγότερα. Δεν ζήτησα ποτέ να γίνω αυτό που έγινα και προσπάθησα…ένας θεός ξέρει πόσο προσπάθησα να αντισταθώ. Αυτό που γίνομαι μέρα με τη μέρα με τρομάζει, δεν το κρύβω. Προσπαθώ να θυμάμαι πάντα τι είμαι : μια «μικρή Brujah». Ενδεκάτης γενεάς και με λιγότερα από εκατό χρόνια ζωής στην πλάτη μου. Δεν είναι πάντα εύκολο όμως. Μερικές φορές η δύναμη του αίματος υπερισχύει και τότε είναι που νιώθω, για μια ακόμη φορά, πως δεν ανήκω πουθενά…οι ικανότητές μου με ξεχωρίζουν από τους ενδεκάτης γενεάς, αλλά δεν έχω καμιά επιθυμία και καμία αξίωση να με αποκαλεί κανείς elder…δεν υπάρχει η παραμικρή σύγκριση ανάμεσα σ’αυτούς που είναι όντως elders και σε μένα. Όμως δεν μπορώ να νιώσω κοντά σε κανέναν τους κι αυτό καμιά φορά με κάνει να νιώθω τόσο…αναλώσιμη. Όπως χτες το βράδυ. Το είδα. Κι όχι μόνο όταν βρεθήκαμε απέναντι από τα κασόνια με τα εκρηκτικά. Το είδα στα μάτια του Vorheon και του Δάμωνα και του Woulfgar. Ήταν όλοι τους τόσο πρόθυμοι να με ξεπουλήσουν στον γαμημένο το Σετίτη για ένα κομμάτι χαρτί. Ίσως να είναι τεράστιας αξίας σ’αυτό που κάνουμε, δεν λέω, όμως είχα την επιλογή παλιότερα στη ζωή μου και προτίμησα να γίνω δολοφόνος παρά πουτάνα. Ηλίθια αξιοπρέπεια; Ίσως. Δεν τους θύμωσα. Παράξενο μου φάνηκε που δεν τους θύμωσα. Ούτε καν στο Vorheon που ήξερε πολύ καλά πόσο δύσκολο θα μου ήταν να κάνω αυτό που μου ζητούσε. Ή ίσως να μου το ζήτησε ακριβώς γι’αυτό, δεν ξέρω. Ο Nebula μου είχε πει κάποτε πως ο Vorheon είναι γνωστός για τις δοκιμασίες πίστης που βάζει. Δεν ξέρω, στ’αρχίδια μου κιόλας. All said and done μόνο ένα πράγμα μου έδωσε δύναμη να αντέξω το χτεσινό βράδυ και να μην παραιτηθώ. Η σκέψη ότι ο Black δεν άξιζε να ξαναπεράσει έστω και το απειροελάχιστο απ’αυτό που ξέρω ότι είχε περάσει τότε με τη Mia. Όχι για κάποια που τον τράβηξε σ’ όλο αυτό το μπέρδεμα παρά τη θέλησή του. Δηλαδή ιδέα δεν έχω αν ήταν παρά τη θέλησή του, τα’χω μπλέξει πλέον τόσο πολύ που τον κοιτάζω και δεν ξέρω πότε μιλάει αυτός και πότε μιλάει ο Nebula. Κάποιες φορές μου φαίνεται πως κάτι κάνω πάνω του (και συνήθως προσπαθεί να το κρύψει) και κάποιες άλλες…δεν μπορώ να τον καταλάβω. Και το χειρότερο είναι πως δεν μπορώ να καταλάβω αν φέρεται έτσι από μόνος του ή ως αποτέλεσμα της σχέσης μου με τον άλλο του εαυτό. Στην Πεντέλη, ένα μήνα πριν, με είχε ρωτήσει αν τον ήθελα τόσο πολύ πίσω. Τον Nebula. Και, δεν ξέρω, είχε ακουστεί σχεδόν σαν…παράπονο. Κι έπειτα ήταν και το περιστατικό με τον mage. Δεν νομίζω να τον είχε δείρει αν δεν ήταν ο δικός μου κώλος αυτός που ακούμπησε. Επανειλημμένα. Κι ύστερα στην πλατφόρμα, όπου εμφανίστηκε μαζί με τα ghouls για να με προειδοποιήσει. Κάποια στιγμή μίλησε ο Nebula, αυτό το κατάλαβα, όμως όχι εξαρχής κι όχι όλη την ώρα. Ο Nebula δεν μ’ έχει πει ποτέ «μικρή Brujah». Κι όταν με άγγιζε, προσπαθούσε να συγκρατηθεί, το έβλεπα στα μάτια του και στο πώς τραβιόταν μακριά μου. Κι όταν δεν τόλμησα να αφεθώ και με ρώτησε αν με ενοχλούσε η εμφάνιση, υπήρχε πικρία στον τόνο του και κάτι άλλο, που δεν μπόρεσα να καταλάβω αν ήταν θυμός ή απογοήτευση. Όμως δεν ήταν αυτό που με σταμάτησε…δεν ήταν καν το ψέμα που του είπα…ότι φοβόμουν πως έπαιζε με το μυαλό μου. Το έχει κάνει στο παρελθόν και δεν θα με εντυπωσίαζε, αλλά αν δεν το έκανε δεν θα είχα φτάσει ποτέ να κοιμηθώ μαζί του. Αυτό που με σταμάτησε ήταν ότι φοβόμουν πως δεν ήταν αυτός που μίλαγε, πως τα αισθήματά του δεν ήταν δικά του, αλλά του είχαν εμφυτευτεί παρά τη θέλησή του επειδή εγώ είχα κάνει blood bond με τον άλλον. Φοβόμουν πως αν τον άφηνα να κάνει περισσότερα κάποια μέρα θα με μισούσε και με το δίκιο του γιατί όχι απλά θα του είχα κάνει τη ζωή πουτάνα, αλλά και θα τον είχα κάνει να ποθήσει κάποια που υπό κανονικές συνθήκες (αν εγώ δεν είχα κάνει τη μαλακία μου δηλαδή) δεν υπήρχε περίπτωση να έχει αγγίξει, παρά μόνο για να σκοτώσει στο ξύλο. Φοβόμουν κι έσκυβα το κεφάλι γιατί δεν τολμούσα να τον κοιτάξω στα μάτια, δεν ήμουν σίγουρη τι θα έβλεπα εκεί μέσα. Είναι τόσο απίστευτα μπερδεμένα τα πράγματα με τους τρεις μας. Κάθε φορά προσπαθώ να καταλάβω, να θυμηθώ, να βρω ακριβώς τη στιγμή που συνέβη, ακριβώς τη στιγμή που ο πάγος μέσα μου άρχισε να σπάει και συνειδητοποίησα ότι νοιαζόμουν γι’αυτόν. Ειλικρινά προσπαθώ. Κάποια βράδια που αράζω μόνη μου στις ταράτσες στα Εξάρχεια, σκέφτομαι πως ίσως να ήταν από το πρώτο δευτερόλεπτο. Η αλήθεια είναι πως όταν κάποιος σου διαλύει τη μηχανή, σε χώνει σ’έναν τοίχο με στραβωμένο σαγόνι, καταφέρνει με μια εξωφρενική ερώτηση να βγάλει έξω το Beast σου και τελικά καταλήγει να σου φυτεύει μια σφαίρα στο πόδι επειδή αρνήθηκες να τον χτυπήσεις, να σε προσλαμβάνει, να σου φιλάει το χέρι και να σε παίρνει να κοιμηθείς στο haven του…μάλλον αυτός ο κάποιος δεν πρόκειται να είναι κάποιος που θα σε αφήσει αδιάφορο. Ίσως κάποιους να τους άφηνε. Εμένα όχι. Δεν ξέρω γιατί. Αλλά το γεγονός είναι ότι θυμάμαι κάθε του λέξη από εκείνο το βράδυ κι απ’ όλα τα επόμενα, θυμάμαι τα πάντα. Εκτός από τη στιγμή που άλλαξε το σύμπαν μου. Αυτή, την πιο σημαντική, αδυνατώ να τη βρω. Και μερικά άλλα βράδια, όταν κοιτάω το ταβάνι του σπιτιού μου και νιώθω ένα παράξενο κρύο να με διαπερνάει επειδή δεν είναι μαζί μου να με κρατήσει…σκέφτομαι πως έγινε εκείνο το βράδυ που τον είδα να κλαίει για τη Mia πάνω στην ταράτσα. Δεν ξέρω σε τι συμπέρασμα πρέπει να καταλήξω. Ίσως οι δυο τους να μοιάζουν περισσότερο απ’ όσο θα ήθελαν. Γι’αυτό δεν μπόρεσα να καταλάβω πως ήταν δύο πρόσωπα. Είδα τη διαφορά…φυσικά και την είδα γιατί τον είχα μάθει αρκετά καλά μέχρι εκείνη τη στιγμή, όμως ποτέ δεν θα φανταζόμουν ότι ήταν δύο ψυχές σε ένα σώμα. Αν το ήξερα δεν θα το είχα κάνει. Όμως η αλήθεια είναι πως εκείνο το πρώτο βράδυ τουλάχιστον, εγώ κοιμήθηκα με τον Black, όχι με τον Nebula. Τουλάχιστον έτσι πίστευα κι έτσι με άφησε να πιστεύω. Και μετά τα πράγματα είχαν ξεφύγει και δεν μπορούσα να αντισταθώ πια. Συμβαίνει αυτό όταν ανοίγεις πόρτες που είχαν μείνει κλειστές για χρόνια. Δεν ξέρω τι νόημα θα είχε να του το έλεγα αυτό τώρα, ίσως να μη σήμαινε τίποτα γι’αυτόν, ίσως και να σήμαινε τα πάντα. Δεν ξέρω. Κάτι θα έπρεπε να σημαίνει. Μέσα μου το ξέρω, το νιώθω ακόμη και τώρα…ήμουν δική του απ’ την αρχή. Μπορεί να μην το είχα καταλάβει όμως του ανήκα. Του ανήκω. Και στους δυο τους. Για τον έναν μιλάει το αίμα μου…και το δικό του αίμα που κυλάει στις φλέβες μου και που αν προσπαθήσω, μπορώ ακόμα και τώρα να γευτώ στη γλώσσα μου. Για τον άλλον μιλάει η ψυχή μου. Σκατά. Ποτέ μου δεν είχα πιστέψει πως ήταν δυνατόν να είσαι ερωτευμένος με δύο άτομα συγχρόνως. Ή και με ένα. Γενικά, ποτέ δεν είχα πιστέψει, τελεία. Κι ένα όμορφο βράδυ μπήκε στη ζωή μου ένας καταραμένος Nosferatu με το όνομα Jonathan Black και μου έδειξε πως τελικά ίσως η sire μου να μην είχε και τόσο δίκιο όταν μου έλεγε πως ποτέ μου δεν είχα υπάρξει άνθρωπος. Μου έδειξε πως μπορούσα να νοιαστώ για κάποιον και να είμαι έτοιμη να δώσω ακόμη και τη ζωή μου γι’αυτόν…να είμαι έτοιμη ακόμη και να τον αφήσω, για να μην τον κάνω δυστυχισμένο. Υπήρξα πολλά κακά πράγματα στη ζωή μου, αλλά εγωίστρια ποτέ. Όταν αρνιόμουν να τον πάρω μαζί μου μπροστά στο χρόνο, ήξερα πολύ καλά τι αρνιόμουν  και δεν ήταν μόνο για χάρη του χωροχρονικού συνεχούς που το έκανα. Το έκανα και για τον Black. Γιατί δεν μπορούσα να τον καταδικάσω ξανά να είναι κάποιος άλλος και να κάθεται στην άκρη να κοιτάει την ώρα που ο άλλος του εαυτός χρησιμοποιούσε το σώμα του για να πηδάει μια κοπέλα που ο ίδιος…well, δεν ξέρω τι αισθήματα είχε για μένα ο Black, αλλά παίζει και να με σιχαινόταν. Δεν μπορούσα να του το κάνω αυτό. Όχι μόνο και μόνο για να γίνω εγώ χαρούμενη. Σε κανέναν τους δεν μπορούσα να το κάνω, γιατί κακά τα ψέματα ήταν και οι Tremere στη μέση που θα έπαιρναν στο κυνήγι τον Nebula έτσι και έβγαινε έξω. Από τη στιγμή που έμαθα ότι ήταν δύο, προσπάθησα πάντα να τους σκέφτομαι και τους δύο όταν έκανα κάτι που θα τους επηρέαζε. Ακόμα το προσπαθώ. Δεν θέλω να περνάει τόσο σωματικό πόνο για να αλλάζει κάθε φορά…όχι για μένα, δεν το αξίζω. Δεν είναι καν…διάολε, δεν είναι καν αναγκασμένος να αλλάζει. Δεν έχει και τόση σημασία ποιος είναι έξω, αφού κι οι δυο είναι πάντα εκεί. Κι εγώ…δεν ξέρω…μαζί τους νιώθω πως είμαι επιτέλους σπίτι μου. Ίσως ο Nebula είχε δίκιο όταν έλεγε ότι είναι το ίδιο πρόσωπο. Όμως είναι τόσο δύσκολο να καταλάβω κάποια πράγματα…προσπαθώ, όμως δεν μπορώ. Το ξέρω πως ο μόνος τρόπος να βγάλω μια άκρη είναι να κάτσουμε κάτω και να μιλήσουμε…και οι τρεις μας. Όμως φοβάμαι…τρέμω αυτά που θα βγουν από το στόμα του Black, γιατί η αλήθεια είναι πως το μόνο θύμα σ’αυτήν την ιστορία είναι αυτός. Κι όταν πήρε τη μορφή του Nebula επειδή πίστεψε πως ήταν η εμφάνισή του αυτό που με εμπόδισε να τον αγγίξω, μ’ έκανε να θέλω να ουρλιάξω από σπαραγμό, να του φωνάξω κατάμουτρα ότι είναι ηλίθιος αν στ’αλήθεια το νομίζει αυτό. Κι όμως δεν είπα λέξη γιατί αν έκανα να ανοίξω το στόμα μου, το ξέρω, δεν θα το έκανα για να του μιλήσω αλλά για να τον τραβήξω στην αγκαλιά μου και να τον φιλήσω και να τον κρατήσω σαν να ήταν η τελευταία μας στιγμή πάνω στη γη. Αυτόν. Τον Nosferatu. Χωρίς Obfuscate, χωρίς τίποτα. Όμως δεν είμαι σίγουρη αν θα με άφηνε να το κάνω αυτό. Και δεν είμαι σίγουρη αν θα το έκανε με τη θέλησή του. Το να έχω τον έναν χωρίς τον άλλον είναι…δεν ξέρω, αλλά υποψιάζομαι ότι είναι αυτό που με έκανε να νιώθω κενό σε κάποιο σημείο μέσα μου ακόμη κι όταν ο Nebula ήταν εδώ. Είναι σαν να με θέλει μονάχα με τη μισή του καρδιά κι εγώ θέλω να με θέλει με ολόκληρη. Όμως αν κάποια στιγμή έρθει σε μένα, πρέπει να το κάνει επειδή θα είναι δική του επιθυμία, όχι του Nebula. Και πρέπει κάποια στιγμή να συνειδητοποιήσει ότι ακόμα κι αν δεν κάνει τίποτα…ακόμα κι αν οι επιθυμίες του δεν είναι αυτές που φαίνονται κάποιες φορές παρά τη θέλησή του…εγώ του ανήκω όσο ανήκω και στον άλλον. Και του ανήκω γι’αυτό που είναι αυτός, όχι γι’αυτό που είναι ο άλλος του εαυτός. Δεν κοιμήθηκα μαζί του επειδή είδα ξαφνικά πως ήταν όμορφος σαν διάολος ούτε επειδή το αίμα του είχε ωραία γεύση. Κοιμήθηκα μαζί του γιατί ήθελα τον Jonathan Black και ήξερα πως ήταν Nosferatu και, παρόλα αυτά, αρκούσε απλώς να το ζητήσει για να με έχει. Δεν το έκανε ποτέ. Ίσως κάποια στιγμή το κάνει. Δεν ξέρω. Μπορεί κι αυτός, όπως κι εγώ, να βλέπει μόνο μισές αλήθειες και, συνήθως, να μην είναι οι αλήθειες που τον ευνοούν. Κάποιοι με βρίσκουν όμορφη. Εγώ όχι ιδιαίτερα. Πολλές φορές έπιασα τον εαυτό μου να κάνει τη σκέψη «αποκλείεται ποτέ να ενδιαφερθεί για μένα» όταν ο νους μου γύριζε στον Black. Το οποίο αν κάτσεις να το καλοσκεφτείς είναι τελείως παράλογο…θέλω να πω, οι περισσότεροι θα γέλαγαν αν τους έλεγα πως φοβάμαι πως δεν με βρίσκει ελκυστική ένας Nosferatu. Εγώ όμως δεν γελάω. Το πιστεύω. Όπως, είμαι σίγουρη, ο Black πιστεύει ότι χρειαζόταν να βγει ο όμορφος εαυτός του στην επιφάνεια για να γίνω δική του. Ίσως να είμαστε κι οι δυο ηλίθιοι με τον τρόπο μας…δεν μπορώ να ξέρω. Αυτός όμως είναι σίγουρα. Πάντα ήμουν δική του. Από την αρχή. Από το γαμημένο, το πρώτο βράδυ. Όπως και να τον λένε, ότι εμφάνιση κι αν έχει. Ήμουν και θα είμαι δική του. Μέχρι το τέλος των χρόνων. Έτσι δεν είπε; Ελπίζω μόνο να είμαι ζωντανή μέχρι τότε.